Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

ΠΟΛΗ ΝΥΧΤΑ

 


PACO BENAVIDES

 

ΠΟΛΗ ΝΥΧΤΑ

 

στους μαγεμένους περπάτησα δρόμους

παλιόσπιτα σάπια και στέγες σκοτεινές

 

περάσαμε μια γέφυρα τη νύχτα

αχλή της σιωπής και μυρτιά πρασινισμένη και πάλι

 

φτάσαμε εκεί που τραγουδούσανε οι φωνές

«είναι ο άγγελος;» ρώτησες

τότε αποκοιμήθηκα και ονειρεύτηκα

ονειρεύτηκα πως ήμουν στη μέση ενός δάσους

σε κάποια παράξενη πόλη

και μιλούσα με κάποιον μιαν άγνωστη γλώσσα

 

έπειτα ξύπνησα και με είδα να ονειρεύομαι

τις τελευταίες δέκα μέρες της ζωής μου

 

«ε, γυρίσαμε;» ρώτησες

κι εγώ σε ακολούθησα στο μονοπάτι μέσα σε ίσκιους

συζητήσαμε θυμάμαι κάτι για πέτρες

και για το πώς έδωσαν τη θέση τους στ’ αμπέλια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 



ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΟY 1917

 


VICENTE HUIDOBRO

 

ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΟY 1917

 

Χτυπάνε του αίματος τα τύμπανα

Και ο πόνος των χρόνων σηκώνεται με τις γροθιές υψωμένες

Των αιώνων η σάλπιγγα σημαίνει εγερτήριο

Πάνω από στεριές και θάλασσες

Ξυπνήστε προλετάριοι τινάξτε τις λιονταρίσιες σας χαίτες

Σαν τα οργισμένα κλαδιά των κυμάτων

Ή σαν εκείνη τη σημαία που κυματίζει στον ουρανό

Τη σημαία εκείνη  τη βαμμένη στο χρώμα της καρδιάς

Ένας κόσμος καταρρέει και ένας άλλος χτίζεται

Μια πομπή βαδίζει αργά προς τον θάνατο

Και μι’ άλλη πορεία τραβάει προς τη ζωή τραγουδώντας

Η μια είναι το παρελθόν που κρύβεται

Η άλλη το πρωί που ξυπνάει και πάλλεται

Σαν το φτερό της ημέρας

Οι πλανήτες ξαναγεννιούνται τα ποτάμια σταματάνε

Αλλάζω όλη τη ζωή μου γι’ αυτό το νέο αστέρι

Τα λουλούδια λένε στίχους οι λόφοι ακούνε

Τραγουδώ με τις γροθιές σας τις κραυγές του στόματός μου

Αλλάζω τον ιδρώτα σας με τα περιστέρια μου

Γυρίστε πίσω στις ταφικές σας σπηλιές

Εχθροί του ανθρώπου και της μοίρας του

Δεν θέλουμε να βλέπουμε τα γύψινα μούτρα σας

Ούτε ν’ ακούμε στο δρόμο τα λυκίσια σας βήματα

 

Του παρελθόντος φάντασμα πάστορας σου εγώ δεν υπήρξα

Δεν χειροκρότησα τις μέρες σου ούτε μέτρησα τα διαμάντια σου

Δεν τάισα τα πουλιά σου ούτε ψήλωσα τα βουνά σου

Φρόντισε την κόμη σου κάτω από το χώμα

Φρόντισε τη σάρκα σου που αρέσει στις ρίζες

Θα είσαι χρήσιμο επιτέλους στη σιωπή του τάφου

Το αίμα σου θα γίνει χυμός

Τα χέρια σου θα γίνουν κλαδιά

Και τα χαμένα σου δάχτυλά θα γίνουν καρποί

Άνθρωπε είσαι άνθρωπος και δεν το ήξερες

Δική σου είναι η γη και ο ουρανός που κυβερνάς

Δική σου η τεράστια των θαλασσών καμπύλη

Όπως δικός σου είναι και ο μόχθος σου

Και ο καπνός των εργοστασίων σου σκαλοπάτια είναι του αέρα

Και το σιτάρι των αυλακιών σου που το αγαπούσε ο άνεμος

Άνθρωπε είσαι άνθρωπος και δεν το ήξερες

Σήμερα όμως σ’ το λένε οι κόκκινες σάλπιγγες

Σ’ το φωνάζουν τα δέντρα

Σ’ το τραγουδάνε οι θάλασσες

Βγες απ’ τον ύπνο σου δεν είσαι άλλο πια σκλάβος

Είσαι άντρας βγες από τον εαυτό σου βγες από τα βάθη σου Εμφανίσου στον ήλιο

Ελευθέρωσε τις δυνάμεις σου, ξεδίπλωσε όλη σου την ενέργεια

Είσαι άνθρωπος άνθρωπος είσαι

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 







ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2022

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ

 


PABLO NERUDA

 

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ

 

Έγραψα πέντε στίχους:

έναν πράσινο,

ο άλλος ήταν ένα στρογγυλό καρβέλι,

ο τρίτος ένα σπίτι που φτιάχνεται,

ο τέταρτος ήταν ένα δαχτυλίδι,

και ο πέμπτος στίχος ήταν

απότομος σαν αστραπή

και όπως τον έγραφα

μου άφησε το κάψιμό του στον νου.

 

Έτσι τότε οι άντρες,

οι γυναίκες,

ήρθαν και πήρανε

το απλό υλικό,

φρύγανα, άνεμο, λάμψη, λάσπη, ξύλο

και με τόσα λίγα πράγματα

χτίσανε τοίχους, πατώματα, όνειρα.

Στης ποίησής μου ε μιαν αράδα

στεγνώσανε ρούχα στον άνεμο.

Έφαγαν

τα λόγια μου,

τα φύλαξαν

στο προσκεφάλι τους,

έζησαν μ’  έναν στίχο,

με το φως που έβγαινε από τα πλευρά μου.

Τότε

ήρθε κάποιος μουγγός κριτικός

κι άλλος ένας γεμάτος γλώσσες,

και άλλοι, ήρθανε κι άλλοι,

τυφλοί ή γεμάτοι μάτια,

κομψοί μερικοί απ’ αυτούς

σαν γαρύφαλλα με κόκκινα παπούτσια,

άλλοι ντυμένοι πτώματα

στην τρίχα,

κάμποσοι οπαδοί

του βασιλέως και της υψηλοτάτης μοναρχίας,

άλλοι είχανε

τυλίξει τα μέτωπά τους

με Μαρξ και ποδοκροτούσαν μες στη γενειάδα του,

άλλοι ήσαν εγγλέζοι,

και ανάμεσα σε όλους

χίμιξαν

με δόντια και μαχαίρια,

με λεξικά και με άλλα μαύρα όπλα,

με σεβάσμια χωρία και παραθέματα,

χίμιξαν

ν’  αμφισβητήσουν τη φτωχή μου ποίηση

μπρος στον κόσμο τον απλό

που την αγαπούσε·

και την κάνανε χωνιά,

την ετύλιξαν,

τη στερέωσαν με εκατό καρφιά,

τη σκέπασαν με σκόνη από σκελετούς,

τη γέμισαν μελάνη,

την έφτυσαν με τρυφερή

γατίσια καλοκαγαθία,

την έστειλαν να φασκιώνει ρολόγια,

την προστάτεψαν και την καταδίκασαν,

τη ριμάρανε με το πετρέλαιο,

της αφιέρωσαν υγρές διατριβές,

τη μαγείρεψαν με γάλα,

της πρόσθεσαν βοτσαλάκια,

της σβήσανε φωνήεντα,

της σκότωσαν

συλλαβές και βογκητά και ψίθυρους,

την τσαλάκωσαν και την έκαναν

πακετάκι

και φρόντισαν να το ταχυδρομήσουν

στις σοφίτες τους, στα νεκροταφεία τους

κι έπειτα

ένας-ένας τους αποσύρθηκαν

έως παραφροσύνης μαινόμενοι

γιατί δεν υπήρξα

και πολύ δημοφιλής για πάρτη τους,

ή όντας παραφουσκωμένοι με γλυκιά περιφρόνηση

για την τόσο χυδαία προσωπική μου έλλειψη σκότους

αποσύρθηκαν

όλοι τους,

και τότε,

πάλι,

δίπλα στην ποίησή μου

ξανάρθανε να ζήσουν

γυναίκες και άντρες,

ξανάναψαν φωτιά,

φτιάξανε σπίτια,

φάγανε ψωμί,

μοιράστηκαν το φως,

και στον έρωτα ένωσαν

αστραπή και δαχτυλίδι.

Και τώρα,

να με συγχωρείτε, κύριοι,

που θα διακόψω αυτή την ιστορία

που σας διηγούμαι

αλλά εγώ πηγαίνω να ζήσω

για πάντα

με τους ανθρώπους τους απλούς.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

 


ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥΔΑ

 



ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥΔΑ

Ο ΜΠΑΣΑΝΙ ΣΤΟ ΦΙΛΙΟΝ

 


Ο ΜΠΑΣΑΝΙ ΣΤΟ ΦΙΛΙΟΝ

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1983 - ΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

 



ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1983 - ΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ