Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

ΤΑ ΜΑΤΟΚΛΑΔΑ ΣΟΥ ΛΑΜΠΟΥΝ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ: ΤΑ ΜΑΤΟΚΛΑΔΑ ΣΟΥ ΛΑΜΠΟΥΝ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΒΕΡΤΟ ΦΛΟΡΙΟ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO FLORIO: DAME MI LIBERTAD


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ: ΜΙΑ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΘΑ ΣΒΗΣΕΙ

ΜΗ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΟ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ


ΜΗ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΟ

Κάποιος τ’ οραματίστηκε
κάθισε και σχεδίασε
αυτιά και μάτια εύφορα
σπόρους εκτινασσόμενους
σώματα με φολίδες
Ετελεύτησαν οι στάσεις
Ζήτωσαν οι μεταστάσεις
Εν αρχή ην το χάος
και το χάος εν τέλει έσεται
προ της Αρχής



Από το βιβλίο: Απόστολος Παλιεράκης, «Μεταποίηση σε στιγμές διαρκείας (Imiteleis)», εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2011, σελ. 31.

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΧΟΡΧΕ ΦΑΛΚΟΝ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο JORGE FALCÓN: VOLVIÓ UNA NOCHE

ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ


ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ


[ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ]

Στην Κοιλάδα των Δακρύων
μπήκε σέρνοντας ένα καρότσι
ώριμα σταφύλια.

Κλάψτε για μένα, τους είπε.

Κρασί ποτήρια γέμιζε
μεσάνυχτα.



Από το βιβλίο: Έφη Καλογεροπούλου, «Άμμος», Ποείν, Αθήνα 2013, σελ. 17.

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΕΡΣΕΔΕΣ ΣΙΜΟΝΕ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MERCEDES SIMONE: EL AGUACERO

ΤΟ ΠΟΤΙΣΜΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ

 

BERTOLT BRECHT



ΤΟ ΠΟΤΙΣΜΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ


Ω πότισμα του κήπου, που ενθαρρύνεις το πράσινο!
Πότισε τα διψασμένα δέντρα! Δώσ’ τους κι άλλο νερό,
μην το τσιγκουνεύεσαι! Και μην ξεχάσεις τα χαμόδεντρα,
ακόμα και τα άκαρπα, τα εξαντλημένα και τα στέρφα!
Και μη μου παραμελείς και τα ζιζάνια ανάμεσα στα άνθη –
και λόγου διψάνε! Και μην ποτίζεις μόνο
τα φρέσκα χόρτα ή την ξεζουμισμένη χλόη… –
και στο γυμνό το χώμα πρέπει εσύ δροσιά να δώσεις!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΘΛΙΒΕΡΗ ΕΠΕΤΕΙΟ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΑΝΕΦΙΚΤΗ ΣΤΑΣΗ

Να μείνεις κάπου, να σταθείς· να ρίξεις το παλιό πανωφόρι
πάνω στα γόνατά σου· να κρατήσεις στο χέρι τη χτένα
χωρίς να χτενιστείς – έτσι κοιτάζοντας στο τζάμι
ν’ αναβοσβήνει η πέτρα του δαχτυλιδιού σου, εκείνη
που άναβε εδώ και χρόνια με μικρές, θλιμμένες πυρκαγιές
τόσο όμορφα, ανόητα ποιήματα, χωρίς τίτλους και στίξη,
που, ανύποπτα όλα, υπονοούσαν την ελευθερία.



Από την ποιητική συλλογή «Διάδρομος και σκάλα» (1970).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 243.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ


Εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη σήμερα για το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη.

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Η ΒΡΟΧΗ


FEDERICO GARCÍA LORCA


Η ΒΡΟΧΗ

Έχει η βροχή ένα μυστικό αόριστο και τρυφερούλι
και κάτι από υπνηλία υποτακτική και αγαπημένη·
μια μουσική λειψή και πενιχρή ξυπνάει μαζί της
κι η κοιμισμένη τού τοπίου ψυχή μεμιάς δονείται.

Είν’ ένας ασπασμός γαλαζωπός που παίρνει η Γαία,
ο μύθος ο πρωτόγονος που πραγματοποιείται:
του κρύου ουρανού η επαφή με το ήδη γερασμένο χώμα
στης αμφιλύκης την πραότητα που δεν κοπάζει.

Είν’ της οπώρας η αυγή: αυτή που φέρνει τ’ άνθη,
και μας φωτίζει των Ωκεανών το Άγιο Πνεύμα·
αυτή που τη ζωή απάνω στα σπαρμένα χύνει
και πόνο μέσα στην ψυχή για ’κείνα που δεν ξέρει·

η νοσταλγία η τρομερή για μιά ζωή χαμένη
και το μοιραίο αίσθημα πως ήρθαμε αργά στον κόσμο,
ή η φαντασίωση η ασίγαστη απίθανου όρθρου
στην ταραχή που με της σάρκας συγγενεύει χρώμα.

Ξυπνάει ο έρωτας μες στη γκριζάδα του ρυθμού του,
και ο εντός μας ουρανός αίμα άλικο αποκτά θριάμβου,
μα η αισιοδοξία μας σε λύπη παραλλάσσει,
καθώς κοιτάζει τις σταγόνες τις νεκρές στα τζάμια.

Σταγόνες: σαν τα μάτια του απείρου που θωρούνε
το ίδιο το άπειρο κενό που ως μάνα τούς γεννούσε.

Σταγόνες λυώνουν πάνω στην κρυστάλλινη θαμπάδα
και κάνουνε με τη βροχή πληγές Θεού από διαμάντια.
Είν’ του νερού ποιήτριες κι ο στοχασμός τους είδε
ό,τι αγνοεί ο ποταμός και τα παραποτάμια του όλα.

Ω σιωπηλή βροχή χωρίς βασανισμούς και ανέμους,
βροχή μειλίχια και όλο φως γλυκό και κουδουνάκια,
βροχή καλή και ειρηνική, η μόνη που αληθεύεις,
στα πράγματα σαν πέφτεις πάνω με οδυρμούς και θρήνους.

Και ναι, ω βροχή φραγκισκανή, που κουβαλάς στις στάλες
ψυχές διαυγών σιντριβανιών και ταπεινούλες κρήνες!
Σαν κατεβαίνεις σιγανά να πέσεις στα χωράφια,
τα ρόδα της καρδιάς μου με τους ήχους σου ανοίγεις.

Το άσμα το πρωτόγονο που ψέλνεις στη σιωπή μου
και η ιστορία η ηχηρή που διηγείσαι στα κλαράκια
θρηνητικά τα σχολιάζει η έρημη καρδιά μου
σ’ ένα πεντάγραμμο βαθύ και μαύρο δίχως κλείδα.

Γαλήνιας μιάς βροχής τη θλίψη στην καρδιά μου φέρνω,
την απραγματοποίητη κι ανέλπιδη τη θλίψη,
και βλέπω στον ορίζοντα έν’ αστέρι φωτισμένο,
πλην η καρδιά μου να βγώ να τό ’δω μ’ εμποδίζει.

Ω σιωπηλή βροχή που σ’ αγαπάνε τα δεντράκια,
στο πιάνο μου είσαι μιά ηδονή που όλον με αναστατώνει:
στα στήθη μου ομίχλες όμοιες δίνεις και αντηχήσεις
μ’ αυτές που τη νωθρή ψυχή ξυπνάνε του τοπίου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


****************************


LA LLUVIA


La lluvia tiene un vago secreto de ternura,
algo de soñolencia resignada y amable,
una música humilde se despierta con ella
que hace vibrar el alma dormida del paisaje.

Es un besar azul que recibe la Tierra,
el mito primitivo que vuelve a realizarse.
El contacto ya frío de cielo y tierra viejos
con una mansedumbre de atardecer constante.

Es la aurora del fruto. La que nos trae las flores
y nos unge de espíritu santo de los mares.
La que derrama vida sobre las sementeras
y en el alma tristeza de lo que no se sabe.

La nostalgia terrible de una vida perdida,
el fatal sentimiento de haber nacido tarde,
o la ilusión inquieta de un mañana imposible
con la inquietud cercana del color de la carne.

El amor se despierta en el gris de su ritmo,
nuestro cielo interior tiene un triunfo de sangre,
pero nuestro optimismo se convierte en tristeza
al contemplar las gotas muertas en los cristales.

Y son las gotas: ojos de infinito que miran
al infinito blanco que les sirvió de madre.

Cada gota de lluvia tiembla en el cristal turbio
y le dejan divinas heridas de diamante.
Son poetas del agua que han visto y que meditan
lo que la muchedumbre de los ríos no sabe.

¡Oh lluvia silenciosa, sin tormentas ni vientos,
lluvia mansa y serena de esquila y luz suave,
lluvia buena y pacifica que eres la verdadera,
la que llorosa y triste sobre las cosas caes!

¡Oh lluvia franciscana que llevas a tus gotas
almas de fuentes claras y humildes manantiales!
Cuando sobre los campos desciendes lentamente
las rosas de mi pecho con tus sonidos abres.

El canto primitivo que dices al silencio
y la historia sonora que cuentas al ramaje
los comenta llorando mi corazón desierto
en un negro y profundo pentagrama sin clave.

Mi alma tiene tristeza de la lluvia serena,
tristeza resignada de cosa irrealizable,
tengo en el horizonte un lucero encendido
y el corazón me impide que corra a contemplarte.

¡Oh lluvia silenciosa que los árboles aman
y eres sobre el piano dulzura emocionante;
das al alma las mismas nieblas y resonancias
que pones en el alma dormida del paisaje!

ΜΑΡΟΥΧΑ ΒΙΕΪΡΑ


MARUJA VIEIRA (1922)


CAMPANARIO DE LLUVIA

Te buscaba en la sombra. Lentamente surgía
tu mirada lejana, leve flor de horizontes.
Era clara, serena….Con amor la sentía
transitar el camino de mis ojos insomnes.

No fue un eco ni un sueño. Fue la brisa en al árbol
que me trajo tu acento con perfume de savia
y creció por mis venas y se fue deslizando
con temblor de caricias al llegar a mis manos.

Nada más….en la torre desgranó la campana
un rosario de tiempo claro, fino y distante.
Como niebla de aroma se quedó entre mis labios
la dulzura imposible de una frase: te amo.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

ΠΑΙΖΕΙ Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ ΡΟΒΕΡΤΟ ΦΙΡΠΟ



ΠΑΙΖΕΙ Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ROBERTO FIRPO: PILCHA BRUJA



ΝΥΚΤΕΡΙΝΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ


FEDERICO GARCÍA LORCA


ΝΥΚΤΕΡΙΝΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ

Στη μνήμη του ποιητή José de Ciria y Escalante

1

Ψηλά ανεβαίνει το φεγγάρι
και κάτω τρέχει ο άνεμος.

(Οι αργόσυρτες ματιές μου εμένα
τον ουρανό εξερευνούν.)

Φεγγάρι πάνω απ’ τα νερά,
φεγγάρι κάτω απ’ τον αέρα.

(Οι πεταχτές ματιές μου εμένα
τα χώματα εξερευνούν.)

Δυό κοριτσιών φωνές εφτάναν
στ’ αφτιά μου. Κι έτσι δίχως κόπο
απ’ το φεγγάρι του νερού
επήγα στ’ άλλο τ’ ουρανού.



2

Της νύχτας μπαίνει τό ’να μπράτσο
απ’ το τζαμόφυλλό μου μέσα.

Μαυρειδερό ’ναι και μεγάλο
και κρούει των νερών βραχιόλια.

Σε κρύσταλλο γαλάζιο επάνω
τον ποταμό έπαιζε η ψυχή μου.

Τα λαβωμένα τα λεπτάκια
κυλάγαν μέσ’ απ’ το ρολόι.




3

Απ’ το παράθυρό μου μέσα
προβέλνω, βγάζω το κεφάλι:
να μου το κόψει, βλέπω, θέλει
του άνεμου η λεπιδούλα.

Σε τούτη εδώ τη λαιμητόμο,
την τόσο αόρατη, έχω βάλει
κεφάλι που δεν έχει μάτια:
τους πόθους τους παλιούς μου όλους.

Μιά μυρωδιά από λεμόνι
εγιόμιζε στιγμές πελώριες
εκεί που άνεμος γινόταν
ανθάκι στου φωτός τις γάζες.




4

Στης στέρνας σήμερα τον πάτο
νεκρή μιά νεραϊδούλα βρήκαν.
Τη βγάλαν έξω από τη στέρνα,
τη σαβανώσανε στο χώμα.

Απ’ το κεφάλι ώς τα μούσκλια
ψαράκι πάει και της μιλάει.
Ο άνεμος τη λέει «μικρούλα»,
μα δεν μπορεί να την ξυπνήσει.

Η στέρνα τώρα πιά έχει λύσει
την κόμη της που ’ν’ από φύκια,
και στον αέρα έξω βγάζει
τα στήθη της που ’χουν βατράχια.

Θεός φυλάξοι! Το ζητάμε
απ’ των Νερών την Παναγίτσα
την κόρη να φυλάει της στέρνας
που ’χει στις λεμονιές πεθάνει.

Μετά θα βάλω στο πλευρό της
μικρές δυό νεροκολοκύθες
να τη βοηθάν να επιπλέει
στη θάλασσα, αχ, και στην αρμύρα.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

ΧΟΡΕΥΟΥΝ Η ΑΡΙΑΔΝΗ ΝΑΒΕΪΡΑ ΚΑΙ Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΣΑΝΤΣΕΣ


ΧΟΡΕΥΟΥΝ Η ARIADNA NAVEIRA ΚΑΙ Ο FERNANDO SANCHEZ

1. Quema esas cartas - Nina Miranda
2. Tus Palabras y la noche - Alfredo de Angelis
3. El Pillete - Astor Piazzolla