Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007

ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΣΕ ΚΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΣΕ



ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ


ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ


Κουρασμένοι εργάτες
μ' ένα σάκο στις πλάτες
δούλευαν σε τρένο φορτηγό.
Κάποιοι εργάτες
μ' ένα σάκο στις πλάτες,
ούτε συ τους ξέρεις
αλλά ούτε γω.

Κάτω στην Κορινθία
μένει κάποια μου θεία,
παντρεμένη μ' ένα κυνηγό.
Στην Κορινθία
κυνηγάει κι η θεία,
ούτε συ την ξέρεις
αλλά ούτε γω.

Λιβανέζοι και νέγροι
στη Φωκίωνος Νέγρη
βγάλαν ευρωπαίο αρχηγό.
Χορεύουν οι νέγροι
στη Φωκίωνος Νέγρη,
ούτ' εσύ τους ξέρεις
άλλά ούτε γω.

Είδα κάποιους ανθρώπους
στους Αγίους τους Τόπους
να σταυρώνουν πάλι τον Χριστό.
Κάποιους ανθρώπους
στους Αγίους τους Τόπους,
τώρα πια τους ξέρεις
και τους ξέρω κι εγώ.

Σαν τον Τσε Γκεβάρα
με μια κιθάρα,
βάσανα του κόσμου
τώρα τραγουδώ.
Σαν τον Τσε Γκεβάρα
μέσ' στην αντάρα
όλα θα τα κάψω
κι ας καώ κι εγώ.



Μουσική: Δήμος Μούτσης.
Ερμηνεία: Μανόλης Μητσιάς.
Δίσκος: Δρομολόγιο.

ΟΙ ΔΥΟ ΚΟΡΕΣ




FEDERICO GARCIA LORCA


ΚΑΙ ΕΝΩ ΣΟΥ ΕΔΙΝΑ ΦΙΛΑΚΙΑ


Και ενώ σου έδινα φιλάκια,
χαμπάρι καν δεν είχα πάρει
πως δεν σου είχα στο αφτάκι
πει: "Αχ, τί χειλάκια! Σαν κεράσια!"

Και τί ρομαντική εσύ εκεί
που είσουν!
Το ξίδι ρούφαγες συνέχεια
και κρυφά από τη γιαγιά σου.
Και γίνηκες μεμιάς μπροστά μου
σαν γιασεμιά ψηλή ανοιξιάτικη.
Μα εγώ τρελά-τρελά αγαπούσα
μιαν άλλην - αχ, μα ναι, τί κρίμα!
Μιαν άλλην που όλο μου έγραφε
στην άμμο πάνω πώς ελέγαν τ' όνομά της.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Η "μία" είναι η κ. Βιβί Γαϊτάν και η "άλλη" η κ. Λουχάν Φερνάντεθ.

ΜΑΡΚΟΣ



ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΑΝΤΙΛΑΛΟΥΝΕ ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ


Αντιλαλούνε οι φυλακές
τ' Ανάπλι και Γεντί Κουλές

Αντιλαλούνε τα σήμαντρα
Συγγρού και παραπήγματα

Αν είσαι μάνα και πονείς
έλα μια μέρα να με δεις

Έλα πριν με δικάσουνε
κλάψε να μ' απαλλάξουνε

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2007

Ο ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ IN EXTREMIS



FRANCESCO PETRARCA


CANZONIERE, VIII
[ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΩΝ ΛΟΦΩΝ, ΟΠΟΥ ΖΟΥΣΕ Η ΔΟΝΝΑ]

Μιλούν μικρά σκοτωμένα ζωάκια για την κακή τους μοίρα, απευθυνόμενα στον Πετράρχη που βασανίζεται για τον θάνατο της Λάουρας.



Στους πρόποδες των λόφων, όπου ζούσε η Δόννα
κι εσθήτα φίνα εσκέπαζε τα χθόνια μέλη
του σώματός της (φίλος σου ποθεί και θέλει
την, και με δάκρυα τής ποτίζει την εικόνα),

κι εμείς εζήσαμε, μικρά ζωάκια, τό ’να
με τ’ άλλο ειρηνικά κι ελεύθερα, και βέλη
ή δόκανα δεν ετρομάξαμε ή ό,τι μέλλει
να μας χαλάσει τις γενιές. Ποιος θα συμπόνα

τη θλιβερότατην εδώ κατάστασή μας,
στου Θάνατου τα μέρη, που όσο νά ’ναι τρέμεις
το ζόφο; Ουδείς! Τώρα είν’ παρηγοριά δική μας

να πιάσει αυτόν που μας ξεπάστρεψε η παγίδα
του Χάρου και να ζει ο Πετράρχης in extremis
τραβώντας πιο βαριά από μας μιαν αλυσίδα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
«Λάουρα» είναι η κ. Τάσα ντε Βασκονσέλος.

Το μετάφρασμα αφιερώνεται στον διαδικτυακό φίλο Λάμπρο Τσουκνίδα.

ΛΥΡΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΕΙΡΜΟΣ



ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (1912-1991)


Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ


Τ' όνομά σου : ψωμί στο τραπέζι.
Τ' όνομά σου : νερό στην πηγή.
Τ' όνομά σου : αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων.
Τ' όνομά σου : παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

Τ' όνομά σου : ρινίσματα ήλιου.
Τ' όνομά σου : στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ' όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ' όνομά σου : κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους.

Τ' όνομά σου : βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο.
Τ' όνομά σου : περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα.
Τ' όνομά σου : τοπίο χωρισμένο με χρώματα.
Τ' όνομά σου : δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

Τ' όνομά σου : ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι.
Τ' όνομά σου : ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους.
Τ' όνομά σου : μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο.
Τ' όνομά σου : ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

Τ' όνομά σου : ροδόφυλλο σ' ενός βρέφους το το μάγουλο.
Τ' όνομά σου : πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων.
Τ' όνομά σου : ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ' όνομά σου : πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα.

Τ' όνομά σου : Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ' όνομά σου : Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων.
Τ' όνομά σου : Ειρήνη στις ρότες των πλοίων.
Τ' όνομά σου : ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε.

Τ' όνομά σου : αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ' όνομά σου : αλληλούια πάνω στο Έβερεστ.

ΣΤΟΝ ΟΜΦΑΛΟ ΤΗΣ ΓΗΣ



Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ


ΔΕΛΦΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ


Να σ’ ακούσω, πώς;
να μ’ ακούσεις, γιατί;
ό,τι αφήσαμε φως
μας πατεί.

Μη με χάσεις, φωνή
έχω γίνει νερών,
στα φαράγγια αντιχτύπημα
αετήσιων φτερών.

Μη με χάσεις, η αφή
είναι μνήμη και ηχώ
άλλου κόσμου.

Λάλον ύδωρ ξυπνώ
στο εννοσίγαιο βουνό
και βαθαίνει ο Πλειστός μου.


Δελφοί, 1982



Δ.Π. Παπαδίτσας, Η Ασώματη, Εκδόσεις ΓΝΩΣΗ., Αθήνα, 1983, σελ. 83.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2007

Ο ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΤΗΣ ΛΑΟΥΡΑΣ



FRANCESCO PETRARCA


CANZONIERE, CCLX:
[ΔΥΟ ΜΑΤΙΑ ΟΜΟΡΦΑ ΕΙΔΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ Τ’ ΑΣΤΕΡΙ]



Δυό μάτια όμορφα είδα πάνω από τ’ αστέρι
της μοίρας να με λούζουν στο άγνος και στο γλύκος,
κι ευθύς ανοίχθηκεν έντος μου του έρωτα οίκος,
κλειστός στα μάτια που παλιά μού είχε φέρει.

Καμμιάς το βλέμμα δεν φυσάει αύρα τέτοια, αγέρι
στον νου μου τέτοιο, να ’χει δύναμη και νείκος –
μηδέ εκεινής, της παγκαλλίστης, που αδίκως
Τρώες χάλασε κι Έλληνες μ’ ερώτων χέρι.

Τη Λουκρητία ξεπερνάει στο κάλλος· άλλο
μεγάλο σέμνωμα ομορφιάς μπροστά της σβήστη:
και η Αργεία, και η Πολυξένη, και η καλή Υψιπύλη…

Η υπεροχή της είναι δόξα και (αν δεν σφάλλω)
της φύσης θαύμα, και χαρά για μένα υψίστη.
Μα αργά ήρθε ένα πρωί κι έφυγε νωρίς το δείλι.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Στο ρόλο της Λάουρας η Κ. Άντζελα Αρτοζίν.

ΛΟΡΚΑ - Η ΔΕ ΣΑΜΠΡΙΝΑ ΦΕΡΙΛΛΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ



FEDERICO GARCIA LORCA


ΜΕΛΑΧΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Θα χανόμουν
μες στη μελαχρινή σου χώρα,
Μαρία Δελ Κάρμεν.

Θα χανόμουν
στα μάτια σου που 'ν' ακατοίκητα,
έτσι κι εχτύπαγα τα πλήκτρα
οπού 'χεις στο άρρητό σου στόμα.

Στ' ατέλειωτο απάνω μπράτσο σου
θα μελαχρίνιζε μεμιάς ο άνεμος
κι οι αύρες του γλυκό θα παίρναν όλες
βελούδο μαύρο από την όψη σου.

Θα χανόμουν
κυλώντας στα τρεμάμενά σου στήθη,
βοσκώντας το βαθύ και μύχιο μαύρο
του απαλού σου σαν φυρονεριά κορμιού.

Θα χανόμουν
μες στα μελαχρινά σου χώματα,
Μαρία δελ Κάρμεν.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Και το μετάφρασμα και το ποστάρισμα της εικονιζόμενης κ. Σαμπρίνας Φερίλλι αφιερώνονται στον φίλτατο -γαύρο από πάσης απόψεως- Θόδωρο Πέππα, ο οποίος σε σημερινό σχόλιό του ευγενικώς και προφρόνως απαίτησε "κρέμασμα" της κυρίας, που, όπως και να το κάνουμε, ταιριάζει για "Μαρία Δελ Κάρμεν". Ιδού, δόκτωρ!

ΜΑΚΡΥΣ Ο ΒΙΟΣ, ΚΑΙ ΒΑΡΙΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ



FRANCESCO PETRARCA


CANZONIERE, CCCXII:
[ΛΑΜΠΡΟΤΑΤΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΦΩΤΑΝ ΤΗΝ ΠΛΑΣΗ…]



Λαμπρότατοι αστέρες που φωτάν την πλάση…
γαλέρες που οργώνουν γαληνά πελάγη…
ιππείς εν όπλοις σε λιβάδια ή σε τενάγη…
θεριά χαρούμενα που κατοικούν στα δάση…

καλό μαντάτο που αναμένεται να φτάσει
ή στίχος του έρωτα που αρμόδια συνετάγη…
τραγούδι γυναικός καλής που σαν αρπάγη
ζητά σε βρύσες και σε κάμπους να με πιάσει… -

απ’ όλα ετούτα εμένα τίποτε απολύτως
δεν συγκινεί. Στο μνήμα της κοιμάται Ε κ ε ί ν η
που είχα φως στα μάτια: τα’ ουρανού καθρέφτη.

Μακρύς ο βίος, και βαριές οι μέρες: πλήττω ως
θνητός που ζει. Αχ, το τέλος πού ’ναι; - για να γίνει
αρχή να βλέπω Ε κ ε ί ν η , οπού η καρδιά μου εκλέφτη.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΘΑΜΠΗ



ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ


ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΟΥΜΠΙ


Ανάσα μεθυσμένη, φωνή αλκοολική
Απόψε μας την έχουνε στημένη
Οθόνες και θολοί τηλεφακοί

Πατάς το κόκκινο κουμπί
Κι όλο το δάκρυ κι ο ιδρώτας
Απ' τα σώματα
Ανατινάζεται αυτόματα

Πατάς το κόκκινο κουμπί
Και γίνεται η κάμαρα
Γίνεται η κάμαρα
Παράσταση θαμπή

Αγάπη παθιασμένη και νευρασθενική
Απόψε μας την έχουνε στημένη
Οθόνες και καημοί ηλεκτρονικοί

Πατάς το κόκκινο κουμπί
Κι όλο το δάκρυ κι ο ιδρώτας
Απ' τα σώματα
Ανατινάζεται αυτόματα

Πατάς το κόκκινο κουμπί
Και γίνεται η κάμαρα
Γίνεται η κάμαρα
Παράσταση θαμπή

ΝΤΡΑΒΑΛΟ



FEDERICO GARCÍA LORCA


ΑΛΗΘΕΙΑ


Αχ, τι ντράβαλο και τούτο –
να σ’ αγαπώ, όπως σ’ αγαπάω!

Για την αγάπη τη δική σου
με σφάζει εμένα ο αγέρας,
με σφάζει μέσα μου η καρδιά,
και το σομπρέρο απ’ έξω σφάζει.

Ποιός θ’ αφοράσει από εμένα
σιτζίμια, κουβαρίστρες
και μια άσπρη θλίψη κλώστινη
να ράψει μαντηλάκια

Αχ, τι ντράβαλο και τούτο –
να σ’ αγαπώ, όπως σ’ αγαπάω!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ ΚΑΙ Ο ΑΫΠΝΟΣ



ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ


ΑΫΠΝΙΑ


Η φύσις σ’ αστροσκέπαστη κι ανθοστρωμένη κλίνη
Γλυκά σαν κόρη αμέριμνη στον ύπνον ησυχάζει·
Η νύχτα την ανάπαψη σε κάθε πλάσμα δίνει,
Μα τα δικά μου βλέφαρα ο ύπνος δεν πλησιάζει.

Τώρα κι εσύ στο ευωδιακό σεντόνι τυλιγμένη,
Σαν το νεράκι του γιαλού ατάραχα κοιμάσαι·
Το βλέφαρό σου ασάλευτο τον ύπνο μου χορταίνει,
Κι εμέ, που τον στερεύομαι, σκληρή, δεν συλλογάσαι.

Κοίμου, κι ας μένουν άγρυπνα τα μάτια τα δικά μου,
Μ’ αποκοιμήσου μια στιγμή και μέσα στην καρδιά μου.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2007

Η ΛΗΘΗ ΕΠΙ ΔΥΟ (ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ)




CHARLES BAUDELAIRE


SPLEEN


Je suis comme le roi d'un pays pluvieux,
Riche, mais impuissant, jeune et pourtant très vieux,
Qui, de ses précepteurs méprisant les courbettes,
S'ennuie avec ses chiens comme avec d'autres bêtes.
Rien ne peut l'égayer, ni gibier, ni faucon,
Ni son peuple mourant en face du balcon.
Du bouffon favori la grotesque ballade
Ne distrait plus le front de ce cruel malade ;
Son lit fleurdelisé se transforme en tombeau,
Et les dames d'atour, pour qui tout prince est beau,
Ne savent plus trouver d'impudique toilette
Pour tirer un souris de ce jeune squelette.
Le savant qui lui fait de l'or n'a jamais pu
De son être extirper l'élément corrompu,
Et dans ces bains de sang qui des Romains nous viennent,
Et dont sur leurs vieux jours les puissants se souviennent,
Il n'a su réchauffer ce cadavre hébété
Où coule au lieu de sang l'eau verte du Léthé.


**************

SPLEEN


Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ' όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν' έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν' αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ' αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.


Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης.


****************


SPLEEN

Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό ένα μέρος,
πλούσιος μα χωρίς δύναμη, νιός κι όμως πολύ γέρος,
που στους σοφούς του αδιάφορος που σκύφτουνε μπροστά του,
πλήττει με τα γεράκια του, τ' άλογα, τα σκυλιά του.
Κυνήγι, ζώα, τίποτα πιά αυτόν δεν τον φαιδρύνει,
ούτε ο λαός του που μπροστά στ' ανάκτορα του φθίνει.

Μα και τ' αστεία που ο τρελός παλιάτσος κάνει εμπρός του,
δε διώχνον τη βαρυθυμία του άκαρδου αυτού αρρώστου·
τάφο την κλίνη του θαρρεί, που 'χει κρινένιαν άρμα
κ' οι αυλικές που βασιλιά σαν δούν τον βρίσκουν χάρμα,
δεν ξέρουν πιά με τι άσεμνες στολές να φιγουράρουν,
ίσως απ΄το κουφάρι αυτό χαμόγελο ένα πάρουν.

Κι ο αλχημιστής όπου μπορεί χρυσάφι να του κάνει,
δεν μπόρεσε από μέσα του το μαρασμό να βγάνει,
κι ούτε μες τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά,
που τα θυμούνται οι άρχοντες πάνω στα γερατιά,
δεν μπόρεσε το πτώμα αυτό το ηλίθιο ν' αναστήσει,
που αντίς για αίμα μέσα του, της Λήθης τρέχει η βρύση.


Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης.

Ο ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ




FEDERICO GARCIA LORCA


ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΙΝΑ ΜΠÁΡΘΕΝΑ


Ονείρων ίσκιος η φωνή σου – ονείρων.
Τα λόγια σου – τα λόγια σου είναι άλογα
που παν στον αποκοιμισμένον άνεμο
σαν μαύρα πέταλα από ρόδα κάτασπρα.

Στα ολόχρυσα σκαλάκια των μαλλιών σου,
στο βλέμμα σου, που ’ναι βαθύ πηγάδι,
στο πένθιμο μαγνάδι της λαλιάς σου
τ’ ανδαλουσιάνικο πετάω παλτό μου!

Μα μες στα μάτια σου θολή βουλιάζει
μια ομίχλη από αυγές που μείναν πίσω –
γλυκά-γλυκά ματάκια ονειροπόλα
στα πέρατα έχουν πια καλά μουλιάσει.

Όταν σ’ ακούω, ακούγεται καθάριο
μες στην ψυχή μου φλίφλισμα νερού
παλιού πηγής που πάντα σιγοβράζει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Στον ρόλο της Καταλίνας Μπάρθενα η κ. Σαμπρίνα Φερίλλι που, ως γνωστόν είναι ηθοποιός.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2007

ΤΑ ΜΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΑΠΟΛΗΣ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


BARCAROLA PARTENOPEA
(omaggio a Dionigi Solomòs)



Πανσέληνα νερά, αχ, απόψε σκίζει
η βάρκα τούτη πού ’χει μιάνε κώπη
και το δοιάκι της τρελό γυρίζει
στης ατμοσφαίρας την υγρή μετώπη.

Τα μάγια και τα θαύματα
αφρίζουνε στην άβυσσο.

Και σέλινα και ρόδα φέρνει ο κήπος
στο πέλαγο – κι ανθεί πελαγωμένο·
μα αναρωτιέται στα σωστά του μήπως
ο Ποσειδώνας το ’χει μαγεμένο.

Τα μάγια και τα θαύματα
Μυρίζουνε γλυκάνισο.

Τα χέρια σου κοιτώ: της Αφροδίτης
θυμίζουνε τα χέρια από τη Μήλο.
Τα βύθη, αν σ’ τα κλέψουν, εγώ δύτης
στον Άδη θά ’μπω, πίσω να σ’ τα στείλω.

Τα μάγια και τα θαύματα
γυρίζουν στον Παράδεισο.

Παρά δισσούς να λέγω μύθους πάλι,
καλύτερα θε νά ’ναι, φως του δυόσμου,
στη λεμονίσια σου να πέσω αγκάλη,
για νά ’ν ’ κι ο πάνω κόσμος πιά δικός μου.

Τα μάγια τα θαύματα
σ’ αγώνα πέσανε άνισο.



Η εικονιζόμενη είναι η κ. Luisa Corna - γνωστή μας και από παλαιότερες αναρτήσεις.