Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ







GUILLERMO PILÍA


ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ

Στο ψήλωμα του δρόμου ανεβαίνει το καμπαναριό
του ναού και η ροζέτα. Σιωπηλή επιστρέφει
η νέα εποχή με τις φωτιές του αη-Γιάνη. Ομοίως
τα κυπαρίσσια, που όλο μεγαλώνουν μέσα στα ερείπια
σαν πύργοι θά ’λεγες κουτσουρεμένοι.

Βροχή βελανιδιών πέφτει από το φύλλωμα.
Και φύλλων βροχή σκεπάζει αισχυντηλή
των κεκοιμημένων τις όψεις. Και στα κανάλια
που κυλούν προς το ποτάμι μια τέφρα συνεσταλμένη
καλύπτει φθινοπωρινή τους γύρω σκορπισμένους τεθνεώτες.

Θλιβεροί σταυροί στα παρτέρια υψώνονται
και στα μονοπάτια του πάρκου.
Το χώμα, η πάσα γη: ένας χερσότοπος. Το κάθε δέντρο
τρέφεται από κάποιο πτώμα
καλά κοσκινισμένο. Περί λύχνων αφάς
οι επιζώντες ασβεστώνουμε τα σπίτια
σαν να πρόκειται γι’ αρχαίον οιωνό που προλέγει πανούκλες.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής


*********


SOBREVIVIENTES

Surge en lo alto de la calle el campanario
y el rosetón de la iglesia. Retorna silenciosa
la nueva estación y sus fogatas. Y los cipreses
que van creciendo de las ruinas
como torres mutiladas.

Una lluvia de bellotas cae desde el follaje.
Una lluvia de hojas cubre pudorosa
el rostro de los muertos. Y en los canales
que fluyen hacia el río, una ceniza
de otoño cubre pudorosa los muertos disgregados.

Tristes cruces se elevan en las quintas
y en los senderos del parque.
Cada tierra es un páramo; cada árbol se nutre
de un cuerpo cribado. Al atardecer,
los sobrevivientes encalamos las moradas
como en un antiguo presagio de peste.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου