Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Η ΠΟΙΗΣΗ


OCTAVIO PAZ


Η ΠΟΙΗΣΗ

Στὸν Λουὶς Θερνούδα

Τί χτυπᾶς τὸ στῆθος μου πάλι;
Μοῦ ἔρχεσαι ξανὰ σιωπηλή, μυστική, ὁπλισμένη
σὰν πολεμιστὴς σὲ πόλη ποὺ κοιμᾶται·
μοῦ ζεματᾶς τὴ γλώσσα μὲ τὰ χείλη σου βεντοῦζες
καὶ ξυπνᾶς τὶς μανίες ὅλες καὶ τὶς ἀπολαύσεις
ξεσηκώνεις μιὰ δίχως τέλος ἀγωνία
ποὺ πυρπολεῖ ὅ,τι ἀγγίζει
καὶ μὲς στὸ κάθε πράγμα πάει καὶ γεννάει
τὴ ζοφερή, γνοφώδη ἀπληστία.

Ὁ κόσμος πέφτει καὶ λειώνει
ὅπως στὴ φωτιὰ τὸ μέταλλο
Κι ἐγὼ ἀπὸ τὰ ἐρείπιά μου σηκώνομαι,
μόνος, γυμνὸς καὶ ὀνειδισμένος,
καὶ πάω πάνω ἀπὸ τὸν τεράστιο βράχο τῆς σιωπῆς,
σὰν μαχητὴς μοναχικός,
τραβῶ ἀπέναντι σὲ ἐχθροὺς ἀόρατους.

Ἀλήθεια φλεγόμενη,
σὲ τί μὲ σπρώχνεις;
Δὲν θέλω τὴν ἀλήθεια σου,
οὔτε τὸ ζήτημά σου τὸ ἀνόητο.
Πρὸς τί λοιπὸν ἐτοῦτος ὁ ἀγώνας ὁ ἄγονος;
Δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος πλάσμα ἱκανὸ νὰ σὲ χωρέσει,
ἀπληστία ποὺ μόνο μὲ τὴ δίψα χορταίνεις,
φλόγα ποὺ κατατρῶς ὅλα τὰ χείλη,
πνεῦμα ποὺ δὲν ζεῖς σὲ καμία μορφή,
καὶ κατακαῖς ὅλες τὶς μορφές, ὅλα τὰ σχήματα,
μὲ μιὰ φωτιὰ μυστικὴ καὶ ἄσβηστη, μὲ ἄφθαρτο πῦρ.

Ἐπιμένεις ὅμως, ἐπιμένεις, κλαυσίγελε,
καὶ ἱδρύεις ἐντός μου τὸ βασίλειό σου τὸ ἔρημο,
ἕνα δακρυόεν γελᾶν.

Βγαίνεις ἀπ᾽ ὅ,τι βαθύτερο μέσα μου,
ἀπ᾽ τὸ ἄρρητο βγαίνεις τῆς οὐσίας μου κέντρο,
καὶ εἶσαι στρατός, εἶσαι παλίρροια.
Μεγαλώνεις, ἀβγατίζεις, καὶ ἡ δίψα σου μὲ πνίγει,
μὲ ἐκτοπίζει, μὲ τυρανάει
μὲ ὅ,τι δὲν ὑποχωρεῖ, δὲν δειλιάζει
μπρὸς στὸ φρενῆρες φάσγανό σου.
Τώρα πιὰ μόνο ἐσὺ μὲ κατοικεῖς,
ἐσύ, ἀνώνυμη, μανιακὴ οὐσία, ἐσύ,
ὑποχθόνια ἀπληστία, ἐσύ, ταμάχι παραληρηματικό.
Τὸ στῆθος μου χτυπᾶνε τὰ φαντάσματά σου
ποὺ τὰ ξύπνησε τοῦ δαχτύλου μου τὸ ἄγγιγμα·
ἔπειτα παγώνεις ὅλον τὸν νοῦ μου
καὶ μιλᾶνε μὲ χάρισμα προορατικὸ τὰ μάτια μου.

Στοχάζομαι τὸν κόσμο καὶ σ᾽ ἀγγίζω,
σὲ ἀγγίζω, οὐσία ἀνέγγιχτη, σὲ ἀγγίζω,
τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ μου ἑνότητα,
καὶ κατανοῶ ἀπολύτως τὴ μάχη ποὺ μάχομαι,
κατανοῶ τὸν χωμάτινο γάμο μου.

Εἰκόνες θολώνουν τὰ μάτια μου ἀντίπαλες·
καὶ τὶς ἴδιες εἰκόνες
ἄλλες, πιὸ βαθειές, τὶς ἀρνοῦνται —
ψέλλισμα πυρίκαυστο,
νερὰ ποὺ πνίγει ἕνα νερὸ πιὸ κρυφὸ καὶ πυκνότερο.
Στὸ ὑγρό του σκοτάδι ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος συμπίπτουν,
ἡ ἠρεμία καὶ ἡ κίνηση ἐκεῖ μέσα ταυτίζονται.

Νὰ ἐπιμένεις πάντα, νικήτρα, νὰ ἐπιμένεις,
διότι ἐγὼ μόνο ἔτσι ὑπάρχω: ἐπειδὴ ὑπάρχεις ἐσύ·
τὸ στόμα μου καὶ ἡ γλώσσα μου φτιάχτηκαν
γιὰ νὰ λένε τὴ δική σου ὕπαρξη μόνο
καὶ τὶς μυστικὲς συλλαβές σου, ὦ λόγε
ἄθικτε καὶ λόγε ἐσὺ δεσποτικέ,
ὦ οὐσία ἐσὺ τῆς ψυχῆς μου ἀτόφυα.

Εἶσαι ἁπλῶς καὶ μόνο ὄνειρο·
μέσα σου ὅμως κοιμᾶται ὁ κόσμος
καὶ ἡ ἀλαλία του μιλᾶ μὲ τὶς λέξεις σου.
Ἀκραγγίζω μόλις τὸ στῆθος σου,
τῆς ζωῆς αὐτὸ τὸ ἠλεκτροφόρο σύρμα-σύνορο,
αὐτὸν τὸν αἱμάτινο ζόφο,
ὅπου συνομολογεῖ καὶ συναποδέχεται τὰ πάντα
τὸ ἄγριο, τὸ ἀνήμερο καὶ ἐρωτευμένο στόμα,
ἄπληστο γιὰ νὰ καταστρέψει ὅ,τι ἀγαπᾶ
καὶ γιὰ νὰ ξαναζωντανέψει ὅ,τι ἤδη κατάπιε —
ἀκραγγίζω μόλις τὸ στῆθος σου,
καὶ μένει ὁ κόσμος ἀπαθής, ἀτάραχος
καὶ πάντα μὲ τὸν ἑαυτό του ταυτόσημος,
γιατὶ δὲν χωράει νὰ μπεῖ σὲ κανένα καλούπι
οὔτε καὶ ἐπιμένει καθόλου σὲ ὅ,τι ἔχει ἤδη γεννήσει.

Πήγαινέ με, ὦ ἐσὺ μοναχική μου,
πήγαινέ με στὰ ὄνειρα,
πήγαινέ με, μανούλα μου,
πήγαινέ με ἐκεῖ,
καὶ ξύπνα με ἀπ᾽ ὅλα τ᾽ ἄλλα,
κάνε με νὰ ὀνειρευτῶ τὸ ὄνειρό σου,
καὶ ἄλειψέ μου μὲ λάδι τὰ μάτια
νὰ μὲ ἀναγνωρίζεις ὅποτε σὲ γνωρίζω.



Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου