Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010
ΟΙ ΙΝΤΙ ΙΛΛΙΜΑΝΙ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΡΑΦΑΕΛ ΑΛΒΕΡΤΙ
OI INTI ILLIMANI ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ RAFAEL ALBERTI
TÚ NO TE IRÁS
Ven, mi amor, en la tarde del Aniene
y siéntate conmigo a ver viento.
Aunque no estés, mi solo pensamiento
es ver contigo el viento que va y viene.
Tú no te vas, porque mi amor te tiene.
Yo no me iré, pues junto a ti me siento
más vida de tu sangre, más tu aliento,
más luz del corazón que me sostiene
Tú no te irás, mi amor, aunque lo quieras.
Tú no te irás, mi amor, y si te fueras,
Aun yéndote, mi amor, jamás te irías.
Es tuya mi canción, en ella estoy.
Y en ese viento que va y viene voy.
Y en ese viento siempre, me verías.
Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Η ΙΩΑΝΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ ΠΕΡΠΙΝΙΑΔΗΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Η ΙΩΑΝΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ ΠΕΡΠΙΝΙΑΔΗΣ
Ο ΠΑΣΑΤΕΜΠΟΣ
Αυτά που λες εγώ τ' ακούω βερεσέ
Τα παραμύθια σου τ' ανθίστηκα πια τώρα
Και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε
Ο πασατέμπος σου για να περνά η ώρα
Κάθε σου φίλημα το βρίσκω πια πικρό
Και τον καημό μου δεν μπορείς να τον γλυκάνεις
Μαζί μου έρχεσαι μπαμπέσικο μικρό
Γιατί γυρεύεις κόνξες σ' άλλονε να κάνεις
Φύγε λοιπόν αφού το θες αλλού να πας
Κι άσ' τες τις μουρμούρες και τις κλάψες και τις γκρίνιες
Κι όταν θα σμίξεις με τον μάγκα π' αγαπάς
Να μην του πεις ότι για πασατέμπο μ' είχες
Στίχοι: Γιώργος Γιαννακόπουλος.
Μουσική: Μανώλης Χιώτης.
ΑΠΟ ΡΟΔΟ ΓΑΪΔΟΥΡΑΓΚΑΘΟ

FRANCISCO DE QUEVEDO
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΦΙΛΟΤΕΧΝΕΙ ΤΟ «SIC TRANSIT» ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ
Λευκού χιονιού όψη και έχει φόντο πτίλα κορακίσα·
καραμπογιά του κερατά λογιέται εδώ για φρύδι·
το δέρμα πλαδαρό πετσί και ξαργασμένο ήδη·
τ’ ασήμια της δυό μεταλλίκια πιάνουν πιά ίσα κι ίσα·
γυαλόχαντρες φορά που δεν ξιπάζουν μήτε κίσσα·
μιλάει, και σου θυμίζει πατσαβούρα ή κουνουπίδι·
το κοκκινάδι, ολόπαχο στο μούτρο της, προδίδει
πως το πανάρχαιο μπουμπούκι ζέχνει τώρα κνίσσα.
Χρυσάφι η κόμη της παλιά, και νυν τζιβή σταφίδα·
από το μάτι της η ουρά μονάχα του Οξαπόδω
της λείπει, μπας και γητέψει στρίγκλο με κασίδα.
Δυό δόντια σκύλου φαγωμένα εκεί, και δύο άλλα από ’δω,
σε στόμα ευκοίλιο που αναχαράζει σαν τη γίδα.
Αχ, γαϊδουράγκαθο έγινεν αυτό που υπήρξε ρόδο!...
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Ετικέτες
ισπανοφωνη ποιηση,
ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ,
ΣΟΝΕΤΤΟ,
QUEVEDO
O BAΡΝΑΛΗΣ ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ ΒΑΡΝΑΛΗ
O BAΡΝΑΛΗΣ ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ ΒΑΡΝΑΛΗ
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΜΕΝΤΙΟΥ
Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο
της ζωής το ρημαδιό!
Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.
Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!
Aνωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού 'βγαινε η ψυχή.
Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.
Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.
Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.
Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!
Aλλά εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Μάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.
Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
- Σε καβάλησε ο Χριστός!
Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Χώρα κι οι καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!
- Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
- Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
- Αντραλίζομαι!... Πεινώ!...
- Σούτ! θα φας στον ουρανό!"
Kι έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!
Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!
Kι όταν ένα καλό βράδυ
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ είν' η ζωή),
H ψυχή μου θε να δράμη
στη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!
Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι' αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.
Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Αι-Φραγκίσκο:
"Χαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!
Σώσε το γέρο κύρ Μέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη,
συ που δίδαξες αρνί
τον κύρ λύκο να γενή!
Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Μα με την κουβέντα αυτή
πόρτα μού 'κλεισε κι αφτί.
Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσω από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βιά:
"Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι όξαποδώ
κει δεν είναι παρά δώ.
Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρης. Οπου ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.
Mη χτυπάς τον αδερφό σου!
τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρω το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.
Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά 'ρτη ανάποδα ο ντουνιάς.
Kοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινίσει
κι άλλος ήλιος έχει βγη
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".
Ετικέτες
ΒΑΡΝΑΛΗΣ,
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΠΑΙΖΟΥΝ Ο ΧΑΒΙΕΡ ΚΑΣΑΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΑΒΙΕΡ ΑΜΟΡΕΤΤΙ
ΠΑΙΖΟΥΝ Ο JAVIER CASALLA & Ο JAVIER AMORETTI: 20 LOCOS 20
Ετικέτες
ΤΑΝΓΚΟ,
AMORETTI (JAVIER),
CASALLA (JAVIER)
ΕΡΝΣΤ ΜΠΛΑΣ!


ERNST BLASS (1890-1939)
AN GLADYS
O du, mein holder Abendstern ...
Richard Wagner
So seltsam bin ich, der die Nacht durchgeht,
Den schwarzen Hut auf meinem Dichterhaupt.
Die Straßen komme ich entlang geweht.
Mit weichem Glücke bin ich ganz belaubt.
Es ist halb eins, das ist ja noch nicht spät...
Laternen schlummern süß und schneestaubt.
Ach, wenn jetzt nur kein Weib an mich gerät
Mit Worten, schnöde, roh und unerlaubt!
Die Straßen komme ich entlang geweht,
Die Lichter scheinen sanft aus mir zu saugen,
Was mich vorhin noch von den Menschen trennte;
So seltsam bin ich, der die Nacht durchgeht...
Freundin, wenn ich jetzt dir begegnen könnte,
Ich bin so sanft, mit meinen blauben Augen.
Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η νέα φίλη του ιστολογίου κ. Karol Castillo.
Ετικέτες
ΓΕΡΜΑΝΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ,
BLASS (ERNST)
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΜΟΥΡΟΛΟ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO MUROLO
PASSIONE
Cchiù luntana mme staje,
cchiù vicina te sento...
Chisá a chistu mumento
tu a che pienze...che faje!...
Tu mm'hê miso 'int''e vvéne,
nu veleno ch'è doce...
Comme pesa 'sta croce
ca trascino pe' te!...
Te voglio...te penzo...te chiammo...
te veco...te sento...te sonno...
E' n'anno,
- ce pienze ch'è n'anno -
ca st'uocchie nun ponno
cchiù pace truvá?...
E cammino, cammino...
ma nun saccio addó' vaco...
I' stó' sempe 'mbriaco
e nun bevo maje vino...
Aggio fatto nu vuto
â Madonna d''a neve:
si mme passa 'sta freve,
oro e perle lle dó'...
Te voglio...te penzo...te chiammo...
te veco...te sento...te sonno...
Στίχοι: Libero Bovio.
Μουσική: Ernesto Tagliaferri / Vincenzo Valente.
Τραγούδι του 1934.
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΚΑΝΤΣΟΝΕΤΤΑ,
BOVIO (LIBERO),
MUROLO (ROBERTO)
ΕΥΓΕΝΙΚΙΑ ΚΑΙ ΛΥΓΕΡΗ



CHARLES BAUDELAIRE (1821-1867)
ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΒΑΤΙΣΣΑ
Ούρλιαζε η στράτα, μυριοθορυβούσε ολόγυρά μου.
Ψηλή, λιγνή, στα μαύρα βουτηγμένη, αρχοντική
Θλίψη, σηκώνοντας οκνά τη φούστα, από κοντά μου
Πέρασε μιά γυναίκα με περπατησιά απαλή·
Ευγενικιά και λυγερή, μ’ αγαλματένια κάλλη.
Κι έπιν’ αχόρταγος εγώ, παράξενος εκεί,
Στο βλέμμα της, θολό ουρανό, που βράζ’ η ανεμοζάλη,
Τη γλύκα τη μαργωτική, τη φόνισσα ηδονή.
Μιά αστραπή... κι η νύχτα ευθύς! – Ω! Να ξανανιώσω
Μ’ έκανες έξαφνα, ωραία γοργοπεραστική,
Στην αιωνιότητα πια μόνο θα σ’ ανταμώσω;
Αλλού, πολύ μακριά από ’δώ! Κι ίσως ποτέ! Ποιός ξέρει
Πού σε πηγαίνει εσέ, πού εμένα ο δρόμος θα με φέρει,
Ω εσύ που θα σ’ αγάπαγα, ω που τό ’ξερες εσύ!
Μετάφραση: Κλέων Παράσχος.
Από το βιβλίο: Charles Baudelaire, «Εικοσιοκτώ ποιήματα», επιλογή – μετάφραση Κλέων Παράσχος, Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1981, σελ. 99.
*****************************
A UNE PASSANTE
La rue assourdissante autour de moi hurlait.
Longue, mince, en grand deuil, douleur majestueuse,
Une femme passa, d'une main fastueuse
Soulevant, balançant le feston et l'ourlet ;
Agile et noble, avec sa jambe de statue.
Moi, je buvais, crispé comme un extravagant,
Dans son oeil, ciel livide où germe l'ouragan,
La douceur qui fascine et le plaisir qui tue.
Un éclair... puis la nuit ! - Fugitive beauté
Dont le regard m'a fait soudainement renaître,
Ne te verrai-je plus que dans l'éternité ?
Ailleurs, bien loin d'ici ! trop tard ! jamais peut-être !
Car j'ignore où tu fuis, tu ne sais où je vais,
Ô toi que j'eusse aimée, ô toi qui le savais !
Ετικέτες
ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΡΑΣΧΟΣ (ΚΛΕΩΝ),
BAUDELAIRE
ΙΛΙΓΓΟΙ ΙΖΗΜΑΤΩΝ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ
ΜΟΡΙΑΚΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ (ΑΣΚΗΣΗ)
απουσία πρώτη και απουσία δεύτερη
τέτοια οργανολογία και ψυχοδομή
στροφή αλυσίδας πάνω σε άλλη ο γόνος
ψυχόρμητος
τέτοια υφαρπαγή του μυστικού με το μάτι και το χέρι
με το ρουθούνι και το αρσενικό πήδημα
απλόχερα (αργότερα) είχε μοιράσει πουλιά
φτερουγοπόδαρα και σπόρους άνοιξης
νέφη προάλλης τάξης εαρινές ξυνήθρες και σκορπιούς
κλεψιές που νά ’ναι ο χρόνος και ψυχόρμητος
και γρινν οι ρόδινες θρομβίες
και γρινν-γρινν τα σπιθαρίσματα και οι κραδασμοί
οι αυγές εναλλασσόμενες με σύρματα πυρακτωμένα
και αντλίες του στοπ
συστοιχίες φαιού χαλαζία
πήδημα στο έκτο χάος και ξύπνημα ξανά στο ανδριώτικο περιγιάλι
και στο ζαφειρένιο νερό
το τμήμα μου αυτό σφαιρόμορφο ή ραβδόμορφο
αμινοξύ πυροσταφυλικό πλεούμενο
από αδένα σε οστική δοκίδα
και σε δυο νυχτερίδες που φτεροκοπιούνται στον τοίχο σκορπώντας
μαύρη γύρη
ειδώλιο βαθουλωτού θανάτου σε γαλάζια πτύχωση
αναστάτωση δέντρου στην ανεμοζάλη
(να κι αυτή η απόπειρα να βγει η πρωτάκουστη σφυροκοπιά
του αχνόφεγγου Κρατύλου
να και τα κακά δέντρα με το βρόγχο στο κλαδί)
συνάψεις όλα και ίλιγγοι ιζημάτων
ο έρωτας φωτερό κοιλέντερο σε αυγή τελευταία
πυρσός άλλης δεύτερης νύχτας και άλλης πρώτης αρχή
ισκιερό βουνό μιας άλλης
μιας τρίτης η κατακόρυφη φύτρα στα βαθιά νερά
ο αριθμός Ένα σε μεγέθυνση και δυο
κατευθύνσεις
ωσμωτική αναπνοή δρύινης νύχτας πια
διακλάδωση και πολυμερισμός του ανάστροφου του καθενός
έτσι που να ξεκαρδίζεται ο καθένας αναίτια
κι από αρμόδιος να μεταβάλλεται σ’ ερευνητή
κι Αριστογείτονα
σε λεξικτόνο ανέκφραστο Ελεάτη
σ’ ανήμπορη ένωση κυμάνσεων
σε νέφος που διαβαίνει καθρεφτισμένο
σε φωτιά κι αστέρι λέξης και ματιού εξίσου.
Από την ποιητική συλλογή «Εναντιοδρομία», 1977.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ (Δ.Π.)
ΧΟΥΜΕΛ!
1. Allegro agitato
2. Andante
3. Finale. Presto
JOHANN NEPOMUK HUMMEL
PIANO TRIO No.1 in E flat major, Op.12
Πιάνο: Ivan Gajan.
Βιολί: Viktor Šimčisko.
Βιολοντσέλλο: Juraj Alexander.
Ετικέτες
ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ,
HUMMEL (JOHANN NEPOMUK)
Ο ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΛΟΡΚΑ
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΛΟΡΚΑ: ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΝ ΑΥΓΗ
Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010
ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΨΕΛΗ ΤΗΣ ΑΜΑΞΗΣ


KONSTANTY ILDEFONS GAŁCZYŃSKI (1905-1953)
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΡΑΒΙΑ ΤΗΝ ΕΥΔΑΙΜΟΝΑ
Του καμουτσιού οι ροζ γλώσσες ανεμίζουνε κι αστράφτουν·
Αστέρια και πουλιά βουτούν στις τροπικές τις ζώνες·
Πάν’ ίσια τ’ άλογα, λοξά οι τροχοί, και μίλια χάφτουν·
Κι ο μεθυσμένος αμαξάς υπάρξεις σέρνει μόνες.
Σαν μουσική είναι η άμαξα, κουτί γεμάτο φθόγγους.
Είν’ όλβος μέγας η νυχτιά – μαρμαίρουσα χορεύει.
Τους προσπερνά η σελήνη με τους αργυρούς της όγκους.
Στα μνήματα βουίζουν κάνθαροι και ασμάτων σκεύη.
Αυτοί με κάλλος παν, μες στην κυψέλη της αμάξης
– παλίρροια έμφορτη αρωμάτων σε ήρεμη λεκάνη.
Ο δρόμος, τα ζαφείρια και οι ώρες σε καλούν σε πράξεις.
Μα αυτοί δεν ξέρουν τίποτα – έχουν προ πολλού πεθάνει.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
**********************
PODRÓZ DO ARABII SZCZĘŚLIWEJ
Pasowe wstążki bicza wiatr rozwiał przelotny
i niebo jest gwiazd pełne jak Afryka ptaków,
konie noga za nogą, koła jako-tako,
a woźnica pijany i bardzo samotny.
Kareta to muzyka, to pudło muzyki,
noc naokół karety to jest szczęścia dużo;
zaraz księżyc przeleci wielką srebrna burzą
i w rowach zakołują świetliki, ogniki.
Jada w karecie piękni, ramiona oparli
na poduszkach pachnących o, nocy jedyna!
Śpiewa szafir i droga, i każda godzina
A oni nic nie wiedzą, bo oni umarli.
ΑΦΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΕΣΜΑ

ALBERT EHRENSTEIN (1886-1950)
Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
Για το καράβι κάνετε τέτοια χαρά;
Λεκιάζει τη θάλασσα με το πανί του.
Εγώ σε βαθύτερο θέλω βυθό
Να γίνω λάσπη, κομμάτια, αόμματο χιόνι.
Ω των παγετώνων μελιστάλαχτη γλώσσα!
Τί να την κάνω την κορφή –
Ήλιος την έχει πατήσει!
Στα όρη με θέλγει ο γκρεμός,
Ο εκτονωτής, ο σωτήρας, ο δέκτης.
Πτώση, ευεργέτισσα πτώση!
Σιδερένια ορμή καταλύει
Τους τρισάθλιους ανθρώπους.
Χαίρε ο Θάνατος!
Γιατί αφτί σημαίνει δεσμά,
Στο μυαλό κατοικεί η οδύνη,
Το μάτι στενεύει τον κόσμο,
Κι είναι σιχαμός ο οργασμός
Που στον κόσμο μάς φέρνει.
Ωραίο είναι νά ’σαι σκελετός, νά ’σαι άμμος.
Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης.
ο ΕΡΝΣΤ ΜΠΟΥΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ
Ο ERNST BUSCH ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ BERTOLT BRECHT
BALLADE VON DEN SEERÄUBERN
Von Branntwein toll und Finsternissen,
Von unerhörten Güssen nass.
Vom Frost eiskalter Nacht zerrissen
Im Mastkorb, von Gesichten blass.
Von Sonne nackt gebrannt und krank,
(Die hatten sie im Winter lieb)
Aus Hunger, Fieber und Gestank
Sang alles, was noch übrig blieb:
Oh Himmel, strahlender Azur!
Enormer Wind die Segel bläh!
Lasst Wind und Himmel fahren! Nur
Lasst uns um Sankt Marie die See!
Kein Weizenfeld mit milden Winden,
Selbst keine Schenke mit Musik,
Kein Tanz mit Weibern und Absinthen,
Kein Kartenspiel hielt sie zurück.
Sie hatten vor dem Knall das Zanken,
Vor Mitternacht die Weiber satt.
Sie lieben nur verfaulte Planken
Ihr Schiff, das keine Heimat hat.
Oh Himmel, strahlender Azur!
Enormer Wind die Segel bläh!
Lasst Wind und Himmel fahren! Nur
Lasst uns um Sankt Marie die See!
Mit seinen Ratten, seinen Löchern,
Mit seiner Pest, mit Haut und Haar.
Sie fluchten wüst darauf beim Bechern
Und liebten es, so wie es war.
Sie knoten sich mit ihren Haaren
Im Sturm in seinem Mastwerk fest.
Sie würden nur zum Himmel fahren,
Wenn man dort Schiffe fahren lässt.
Oh Himmel, strahlender Azur!
Enormer Wind die Segel bläh!
Lasst Wind und Himmel fahren! Nur
Lasst uns um Sankt Marie die See!
Sie morden kalt und ohne Hassen
Was ihnen in die Zähne springt.
Sie würgen Gurgeln so gelassen
Wie man ein Tau ins Mastwerk schlingt.
Sie trinken Sprit bei Leichenwachen,
Nachts torkeln trunken sie in See.
Und die, die übrig bleiben, lachen
Und winken mit der kleinen Zeh:
Oh Himmel, strahlender Azur!
Enormer Wind die Segel bläh!
Lasst Wind und Himmel fahren! Nur
Lasst uns um Sankt Marie die See!
Sie leben schön wie noble Tiere
Im weichen Wind, im trunknen Blau.
Und oft besteigen sieben Stiere
Eine geraubte fremde Frau.
Die hellen Sternennächte schaukeln
Sie mit Musik in süße Ruh.
Und mit geblähten Segeln gaukeln
Sie unbekannten Meeren zu.
Oh Himmel, strahlender Azur!
Enormer Wind die Segel bläh!
Lasst Wind und Himmel fahren! Nur
Lasst uns um Sankt Marie die See!
Doch eines Abends im Aprile,
Der keine Sterne für sie hat,
Hat sie das Meer in aller Stille
Auf einmal plötzlich selber satt.
Der große Himmel, den sie lieben
Hüllt still in Rauch die Sternensicht
Und die geliebten Winde schieben
Die Wolken in das milde Licht.
Oh Himmel, strahlender Azur!
Enormer Wind die Segel bläh!
Lasst Wind und Himmel fahren! Nur
Lasst uns um Sankt Marie die See!
Sie fühlen noch, wie voll Erbarmen
Das Meer mit ihnen heute wacht.
Dann nimmt der Wind sie in die Arme
Und tötet sie vor Mitternacht.
Und ganz zuletzt in höchsten Masten
War es, weil Sturm so gar laut schrie
Als ob sie, die zur Hölle rasten
Noch einmal sangen, laut wie nie:
Oh Himmel, strahlender Azur!
Enormer Wind die Segel bläh!
Lasst Wind und Himmel fahren! Nur
Lasst uns um Sankt Marie die See!
Ετικέτες
ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,
ΓΕΡΜΑΝΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ,
BRECHT,
BUSCH (ERNST)
ΚΑΒΑΛΚΑΝΤΙ!




GUIDO CAVALCANTI (1255-1300)
VOI CHE PER LI OCCHI MI PASSASTE ’L CORE
Voi che per li occhi mi passaste 'l core
e destaste la mente che dormia,
guardate a l'angosciosa vita mia,
che sospirando la distrugge Amore.
E vèn tagliando di sì gran valore,
che' deboletti spiriti van via:
riman figura sol en segnoria
e voce alquanta, che parla dolore.
Questa vertù d'amor che m'ha disfatto
da' vostr' occhi gentil' presta si mosse:
un dardo mi gittò dentro dal financo.
Si giunse ritto 'l colpo al primo tratto,
che l'anima tremando si riscosse
veggendo morto 'l cor nel lato manco.
Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Elisa Nájera.
Ετικέτες
ΙΤΑΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΟΝΕΤΤΟ,
CAVALCANTI (GUIDO)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)