Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Η ΓΑΛΑΝΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΓΚΑΤΣΟ ΚΑΙ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ


ΠΕΡΙΜΠΑΝΟΥ


Περιμπανού τη λέγαν τα παιδιά Περιμπανού
κι ήτανε δεκαπέντε χρoνώ
έγραφε τ’ όνομά της στον καθρέφτη τ’ ουρανού
μ’ ενός πνιγμένου γλάρου το φτερό

Μα της ζωής το κύμα το παράφορο
σάρωσε βάρκες και κουπιά
και στο μεγάλο κόσμο τον αδιάφορο
ποιός τη θυμάται τώρα πια

Περιμπανού την έλεγα κι εγώ Περιμπανού
κι ας μη με είχε ακούσει κανείς
έμοιαζε με κοχύλι στο βυθό του αυγερινού
προτού καρδιά μου πέτρα γενείς



Στίχοι: Νίκος Γκάτσος.
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις.

ΜΑΡΙΑ ΑΝΧΕΛΕΣ ΤΣΑΒΑΡΡΙΑ


MARÍA ÁNGELES CHAVARRÍA


RETALES DE PENSAMIENTOS



      A Ramón Gómez de la Serna, por sus Greguerías

La vida salta de esquina a esquina regalando complicidades.
Los sueños son los patines del pensamiento.
La risa es el equilibrio de las lágrimas, y los suspiros la cuerda floja de la nostalgia.
Las estrellas son ruinas vivas para los románticos.
El calendario es el corazón del tiempo que nos corresponde.
La palabra es el salvavidas de los desterrados.
La mirada es la fuente de donde brotan todas las emociones.
Las baladas son las muletas de los enamorados.
Las sombras son las máscaras de la calle.
El otoño es la lágrima de las estaciones.
El tren es un adiós inmenso que reparte besos por todo el mundo.
Los fracasos son las puertas de la fortaleza.
La nieve es el pan rallado que reboza las montañas.
Los aviones son mosquitos que pican a las nubes.
Las manos son el cántaro del agua mañanera.
Niño es a bicicleta lo que ejecutivo es a móvil partido por dos.
La inocencia es la clave de la libertad.
Los poemas son respiraciones de los soñadores.
El llanto es un explosivo que no fue invitado a la fiesta.
La esperanza le dijo a la patria que los lamentos no se anotaban en panfletos.
El amanecer es el zumo de naranja del mar.
Las hojas caídas cubren la tristeza del campo.
Las venas son el pentagrama del corazón, y los latidos su melodía.
El silencio de la noche perfuma la tierra con fragancia helada.

ΕΧΩ ΒΡΕΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ


ΔΕ ΔΟΥΛΕΥΩ

Εγώ γεννήθηκα ελεύθερο πουλάκι
χωρίς οκτάωρα χωρίς αφεντικό
όλο πετάω από κλαδάκι σε κλαδάκι
λέω και ένα ρεφρενάκι μαγικό

Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
και ούτε θέλω να μιλάω για δουλειά
Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
γιατί έχω βρει του παραδείσου τα κλειδιά

Εγώ γεννήθηκα τελείως μπατιράκι
χωρίς γραμμάτια χωρίς επιταγές
μένω στο Ζάππειο σε ξύλινο παγκάκι
και τραγουδάω κάτω από τις νεραντζιές

Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
και ούτε θέλω να μιλάω για δουλειά
Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
γιατί έχω βρει του παραδείσου τα κλειδιά

Κι όταν πεθάνω κάποια μέρα όπως όλοι
θα υπογράψω κι ένα συμφωνητικό
να με αφήνουνε οι Δώδεκα Αποστόλοι
να λέω κάποιο ρεφρενάκι μαγικό

Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
και ούτε θέλω να μιλάω για δουλειά
Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω
γιατί έχω βρει του παραδείσου τα κλειδιά

ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ


JOSÉ EMILIO PACHECO


ALTA TRAICIÓN


No amo mi patria.
Su fulgor abstracto
es inasible.
Pero (aunque suene mal)
daría la vida
por diez lugares suyos,
cierta gente,
puertos, bosques de pinos,
fortalezas,
una ciudad deshecha,
gris, monstruosa,
varias figuras de su historia,
montañas
- y tres o cuatro ríos.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΤΑΝΙΑ ΑΛΒΕΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η TÂNIA ALVES: AMORES E BOLEROS

ΟΞΩ ΑΠ' ΤΗΝ ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ


Νά ’ναι ως νά ’χης φύγει —με τους ανέμους— καβάλλα
στο άτι της σιγής κι’ όλα να πάης
και vά ’v’ πολλά καράβια, πολλή θάλασσα —μεγάλα
σύγνεφα πάνω— οι άνθρωποι κι’ ο Μάης.

Κι’ εντός μου εμένα να βρυχιέται —όλο να τρέμει—
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι’ ο Μάης κι’ οι ανέμοι
κι’ έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νά ’ναι όλα απ’ ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι’ εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
όξω απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΑΝΟΣ ΤΖΑΒΕΛΛΑΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΑΝΟΣ ΤΖΑΒΕΛΛΑΣ


ΞΥΠΝΗΣΤΕ


Φυσά στις στέγες του ντουνιά
με σηκωμένο το γιακά
πικρός διαβάτης περπατά
κλαίει, γελά, παραμιλά.

Πώς μας τη φτιάξαν τη ζωή
Μίση, πολέμοι και καπνοί
βρωμίζει ο φασισμός τη γη
σαν κότες σφάζονται οι λαοί
κι εμείς στον ύπνο το βαθύ.

Φτιασιδωμένη η ψευτιά
γυρνά στους δρόμους και γελά
μπουτίκ, βολάν και ξιπασιά
προ-πό, λαχεία, διαφθορά.
Κι άλλοι με ιδρώτα το ψωμί
κι άλλοι πουλάν μισοτιμή
πατρίδα λευτεριά τιμή
αρκεί να πιάσουν την καλή
να γίνουν υπουργοί.

Ήμασταν ζωντανοί νεκροί
μας δίνανε μʼ ανταλλαγή
τη μπόμπα την ατομική
το Ισραήλ για να σωθεί.
Ακόμα ο στόλος ναυλοχεί
γεμάτη πόρνες η ακτή
κι αν φύγανε οι Γερμανοί
ήρθαν οι Αμερικανοί
καινούρια πάλι κατοχή.

Η CIA βαρά νταγερέ
χόρευε νάιλον υπουργέ
σαν καραγκιόζης στο μπερντέ
κι εσύ να κλαις πικρέ λαέ.
Κι ο Βάρναλης μας το ʼχε πει
χωρίς καμιά περιστροφή
στης Χούντας το αλισβερίσι
λεύτερο ήταν το χασίσι
ποτέ ο λαός να μην ξυπνήσει.

Γλυκοχαράζει στα βουνά
μοσχοβολούν τα γιασεμιά
τραγούδι αρχίζουν τα πουλιά
γελά η θάλασσα πλατιά
κι εμείς οικόπεδα και Ι.Χ
ψυγεία έπιπλα TV
κουτόχορτο με πληρωμή
και δίπλα φεύγει η ζωή

Ξυπνήστε
Ξυπνήστε νέες, ξυπνήστε νιοί
βγέστε απʼ του τάφου τη σιωπή
δείτε του κόσμου τη ντροπή
γίνετε χίλιοι κεραυνοί
και κάψτε μας ή σώστε μας
γλιτώστε μας, ή θάψτε μας.

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ


Το χέρι του ωχρό, κάθε που έκανε μια κίνηση ήταν σα νά ’θελε
να διασχίσει προς τα πίσω το χρόνο –
ίσως ως εκείνο το παιδικό παιχνίδι που του είχαν κάποτε αρνηθεί.



Από την ποιητική συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή», Κέδρος, Αθήνα 1985.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Η ΤΑΝΙΑ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ ΚΑΙ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Η ΤΑΝΙΑ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ ΚΑΙ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ


ΤΟ ΣΤΡΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ


Ο νιός αφέντης απ' το Τούνεζι,
μαύρος σαν του βυθού το στρείδι
αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα
είχε ένα μάτι, μάτι, μάτι
είχε ένα μάτι σαν αχάτη
αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα,
που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτά της.

Λευκή, λευκότερη κι απ' την αυγή
η Λεονώρα, ινφάντη απ' την Καστίλλη
το δέρμα της λουλούδι της μανόλιας
τ' αφτάκι της σαν το κοχύλι
στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτα
στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτά του,
του νιού από το Τούνεζι ,
μαύρου σαν του βυθού το στρείδι
που γίνεται χλωμός μόλις τη δει.

Το στρείδι ανοίγει, ανοίγει τρυφερά
και έπειτα μέσα του την κλείνει
λευκή, λευκότερη κι απ' την αυγή
με χείλη που έτρεμαν πολύ
εκείνη τον γλυκοφιλεί.

Μα παραμόνευαν απ' το καστέλλι
οι τρεις δικοί της αδελφοί
αστράψαν ξαφνικά τα βέλη
κι ο νιός από το Τούνεζι
πάει τον κατάπιε η θάλασσα.

Μαύρος σα στρείδι αυτός μαζί της
στην άβυσσο κατρακυλά
με την καλή του αγκαλιά,
τη σεντεφένια κοπελιά
στης θάλασσας τα βάθη ο μαύρος
σα στρείδι έμεινε κλειστό
κι εκείνη έγινε μαργαριτάρι
χλωμότερο απ' το θάνατο.


Στίχοι: Dario Fo.
Μετάφραση: Κωστής Σκαλιόρας.
Μουσική: Χρήστος Λεοντής.

ΝΩΠΕΣ ΑΒΓΑΛΤΕΣ ΧΑΡΕΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ


ΝΩΠΕΣ ΑΒΓΑΛΤΕΣ ΧΑΡΕΣ


Νωπές άβγαλτες χαρές
Άβγαλτες κοπέλες
Φωτεινές επιφάνειες
Όπου ακουμπά ο στοχασμός
Και ανασαίνει
Τερπνές μελιχρές
Ώρες

Άκου εκεί
Την τρικυμία
Των λουλουδιών
Το φόβο των καρδιών
Το λύγισμα όλων των επιθυμιών
Τη μουσική που ξεσπάει
Μέσα στα στήθια μέσα στη χλόη.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΔΕΛ ΒΑΓΙΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η CRISTINA DEL VALLE: TIEMPOS ROTOS

ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ


ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ


Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.

Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΘΕΜΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ ΚΑΙ Η ΣΟΦΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Στα τζάμια τα θολά κεντάει τ’ αγιάζι
Καράβια και πουλιά του ποταμού
Χρυσές κλωστές τον ύπνο μου σκεπάζει
Με το βραχνό τραγούδι που στενάζει
Για θάνατο κι αρρώστιες του συρμού

Το φως ραγίζει μες στο παραθύρι
Μα σύ σα σπίτι καίγεσαι παλιό
Σε λένε Κώστα Ιάκωβο κι Αργύρη
Και πάνω σου τα χρόνια έχουν γείρει
Δελφίνι κεντημένο σε πηλό

Απ’ τις παλιές γιορτές στη Μικρασία
Κι από τους δρόμους που είδανε σφαγές
Γυρνάς τον εαυτό σου στα πορνεία
Δεν έχει πια ζωή στα καφενεία
Στον τόπο αυτό που γέμισε πληγές

Η λάμπα γράφει κύκλους με σκοτάδι
Κι η τράπουλα σαν ανοιχτή πληγή
Μαρμαρωμένοι οι ναύτες ένα βράδυ
Στον κήπο βγήκαν γύρω απ’ το πηγάδι
Και χόρεψαν μαζί με την αυγή

Τα χάρτινα πουλιά δεν σε ξαφνιάζουν
Μήτε το φως τη νύχτα που αγρυπνά
Στα καφενεία μόνο σε τρομάζουν
Καθρέφτες που ποτέ δεν σε κοιτάζουν
Με την πικρή αμαρτία που ξυπνά

Ο ένας τοίχος κίτρινος σα θειάφι
Κι ο άλλος απ’ τον ήλιο βυσσινής
Όπου ακουμπήσεις όμως δεν ξεβάφει
Παρά το άσπρο που έχουνε οι τάφοι
Και δεν το συλλογίζεται κανείς

Τα λόγια είναι παλιά μα είναι δικά μας
Κι ο θάνατος δικός μας την αυγή
Έναν καιρό θα γράψεις στη χαρά μας
Και θα μετράς ξανά τον έρωτά μας
Και θα κρατάς στα δόντια τη ζωή

Η θάλασσα γυρίζει τον πνιγμένο
Με δυό σπαθιά στα μάτια καρφωτά
Μ’ αγέρα και βροχή σε περιμένω
Και τα μαλλιά με θάνατο σ’ τα δένω
Απ’ τη στερνή σου εικόνα π’ αλυχτά

Η μνήμη σ’ άλλη μνήμη σε γυρίζει
Και ξέχασες τους δρόμους που περνάς
Νεράντζι και κυδώνι σού μυρίζει
Μα η Ρωμιοσύνη τώρα σε ποτίζει
Χολή στους καφενέδες που γερνάς

Κοιμήσου πιά και γίνε σαν το στάχυ
Δεν έφταιξες εσύ για τις φωτιές
Θα σκοτωθούν πολλοί μέσα στη μάχη
Κι όσοι δεν τρελαθούν θα ζουν μονάχοι
Στα καφενεία και στις ρεματιές


Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου.
Μουσική: Θέμης Ανδρεάδης.
Τραγούδι του 1982.

ΜΑΝΟΥΕΛ ΓΟΥΤΙΕΡΡΕΣ ΝΑΧΕΡΑ!




MANUEL GUTIÉRREZ NÁJERA (1859-1895)


ΓΙΑ ΤΟΤΕ


Θέλω όταν γέρνει η μέρα να πεθάνω
με φουσκοθαλασσιά κι όψη στον ήλιο·
μ’ όνειρο η αγωνία να μοιάζει πλάνο
κι η ψυχή με πουλί που πάει τ’ αψήλου.

Να μην ακούω την ύστατη αυτή ώρα,
σ’ ουρανούς και σε πέλαγα όντας πλάι,
λυγμικές προσευχές και μοιρολόγια,
παρά το κύμα αγέρωχο να σπάει.

Να πεθάνω ενώ τα χρυσά του δίχτυα
το φως απ’ τα μαβιά νερά θα βγάζει
και νά ’μαι σαν τον ήλιο πριν τη νύχτα:
κάτι πολύ λαμπρό που σκοτεινιάζει.

Και να πεθάνω νέος προτού ξεράνει
ο ύπουλος χρόνος το χλωρό στεφάνι,
όταν η ζωή δικιά μας λέει πως είναι
κι ας ξέρουμε καλά πως μας προδίνει.



Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου.
Από το βιβλίο: Ηλίας Ματθαίου, «Ποίηση Ισπανόφωνης Αμερικής», Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1987, σελ. 62-63.



******************************


PARA ENTONCES


Quiero morir cuando decline el día
en alta mar y con la cara al cielo,
donde parezca sueño la agonía
y el alma un ave que remonta el vuelo.

No escuchar en los últimos instantes,
ya con el cielo y con el mar a solas,
más voces ni plegarias sollozantes
que el majestuoso tumbo de las olas.

Morir cuando la luz, retira
sus áureas redes de la onda verde,
y ser como ese sol que lento expira:
algo muy luminoso que se pierde.

Morir, y joven; antes que destruya
el tiempo aleve la gentil corona,
cuando la vida dice aún: "Soy tuya",
aunque, sepamos bien que nos traiciona.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η συνεπώνυμη του ποιητή φίλη του ιστολογίου κ. Elisa Nájera.

ΤΣΕΧΙΚΑ ΣΟΝΕΤΤΑ 11


RŮŽENA JESENSKÁ (1863-1940)


JE TICHÝ VEČER


Je tichý večer toužení a zamyšlení,
nad řekou ptáci lítají a hvězdy visí,
šplíchání vody do snění se teskně mísí,
vztahuju ruku v divném rozechvění.

Ohníčky rudé na vorech se zachvívají,
a žlutá skála důvěrně se v šero zlatí,
obzory v teplém gázu jako sny se tratí,
a vlny v náruč moře pospíchají.

Daleko v něčí náruč též bych pospíchala,
modravé hvězdy padají, a světla hasnou,
jen hvězdy svítí, svítí na tu cestu krásnou.

Vztahuju ruku, jak bych žhavou růži brala,
z čí drahé ruky, Bože? Marné roztoužení:
má ruka stydne - kdo by zahřál ji - tu není.