ΣΑΠΦΩ
[ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ
ΤΗΣ]
Σταμάτα νὰ μοῦ λὲς ὁ
Χάραξος πὼς θά ’ρθει
μὲ πλοῖο φορτωμένο μὲ ἀγαθά.
Μονάχα
ὁ Δίας καὶ οἱ θεοὶ τὸ
ξέρουν. Ἔλα, πάψε
νὰ λέγεις τέτοια.
Τὴν ἐντολή σου δῶσε: πὲς νὰ
μὲ καλέσουν
νὰ πάω ἱκέτις στὴ
βασίλισσα θεὰ Ἥρα
νὰ φέρει τὸ καράβι καὶ τὸν
Χάραξό μας
γερὸ καὶ σῶο
καὶ σώους νὰ μᾶς βρεῖ κι ἐμᾶς.
Τὰ ὑπόλοιπα ὅλα
τ’ ἀφήνουμε στὰ χέρια τῶν
θεῶν μὲ πίστη.
Μετὰ τὴν τρικυμία πάντα ἔρχεται
ἡ γαλήνη —
καλὰ τὸ ξέρεις.
Σ’ ὅσους νὰ σώσει θέλει ὁ
βασιλιὰς τοῦ Ὀλύμπου
βοηθό τους κάποιον
δαίμονα ἐξαρχῆς τοὺς στέλνει
στὰ δύσκολα νὰν τοὺς
συντρέχει, καὶ πολυόλβους
γι’ αὐτὸ τοὺς λένε:
πανευτυχεῖς!
Κεφάλι ὁ Λάριχος σὰν γίνει
νὰ ὑψώσει κάποτε, σὰν θά ’χει
ἀντρέψει πλέον,
κι ἐμεῖς εὐθὺς ἀπ’τὰ βαριὰ
τὰ βάσανά μας
θ’ ἀπαλλαγοῦμε.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου