Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΕΞΩΣΤΗΣ




CHARLES BAUDELAIRE


Ο ΕΞΩΣΤΗΣ

Μητέρα του μνημονικού, των μαιτρεσών μαιτρέσα,
ω, εσύ όλες μου οι ηδονές! ω, εσύ το χρέος που άγω
  εις πέρας!
Θα θυμηθείς το κάλλος των χαδιών στο γλύκος μέσα…
στη θέρμη του παραγωνιού… στη χάρη της εσπέρας,
μητέρα του μνημονικού, των μαιτρεσών μαιτρέσα!

Τα βράδυα τ’ αναμμένα από τα κάρβουνα σιμά σου·
με πέπλους ροδαλών ατμών τα βράδυα στο μπαλκόνι.
Και ω τί γλυκό το στήθος σου! τί ευγενική η καρδιά σου!
Για πράγματα μιλάγαμε αιώνια (και, ω, τί φως, τί τόνοι!)
τα βράδυα τ’ αναμμένα από τα κάρβουνα σιμά σου.

Τί ωραίοι οι ήλιοι τις ζεστές βραδιές στο γκρίζισμα
  των φόντων!
Τα χάη πώς βαθαίναν! πώς εχτύπαε ο σφυγμός σου!
Σαν έγερνα σε σέ, άνασσα των λατρεμένων όντων,
Θαρρούσα πως ανάσαινα τα μύρα του αίματός σου.
Τί ωραίοι οι ήλιοι τις ζεστές βραδιές στο γκρίζισμα
  των φόντων!

Η νύχτα πυκνωνόταν και ήταν άραχλο χαντάκι.
Των δυό ματιών σου μες στα σκότη εμάντευα τις κόρες
και την ανάπνια σου έπινα, γλυκόπιοτο φαρμάκι·
τα πόδια σου κοιμούνταν στων χεριών μου τις αιώρες.
Η νύχτα πυκνωνόταν και ήταν άραχλο χαντάκι.

Την τέχνη ευτυχείς στιγμές ν’ ανακαλώ την ξέρω,
και ξαναζώ το παρελθόν γερτός στα γόνατά σου.
Τα ποθητά σου κάλλη πούθε να πά’ να τα φέρω
αλλού, έξω απ’ τη χρυσή και την πασίγλυκη καρδιά σου;
Την τέχνη ευτυχείς στιγμές ν’ ανακαλώ την ξέρω.

Αυτοί οι όρκοι, αυτά τ’ αρώματα που το φιλί σου δένει,
στην άβυσσο θα γεννηθούν ξανά, όπου ζουν τα πάθη:
σαν ανεβαίνουνε στους θόλους ήλιοι ανανιωμένοι,
αφού λουστήκαν σε αφαντάστων θαλασσών τα βάθη.
Ναι, ω όρκοι εσείς και αρώματα που το φιλί σου δένει!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου