Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

ΠΑΟΥΛ ΜΠΟΛΤ!



PAUL BOLDT





FRÜHJAHR

Die ganze Nacht durch kamen Wanderungen
Wie auf der Flucht, in sohlenloses Schreiten
Vermummt. Am Morgen bargen es die Weiten:
Nur Sturm schwimmt durch die dunkelen Waldungen.

Als wäre allem Licht ein Tor gesprungen,
Will es sich in die Aderbäume breiten,
Darin die Pulse spülen, Säfte gleiten
Wie Frühjahrströme durch die Niederungen.

Mein gutes Glück, märzlich dahergetänzelt.
Mädchen, gut, daß du Weib bist! Diese Stunde
Verlangt das. Küsse mich! O unsere Munde

Haben noch niemals um ihr Glück scharwenzelt.
Du — du — dein Haar riecht wie der frühe Wind
Nach weißer Sonne — Sonne — Sonne — Wind.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ



ROSE AUSLÄNDER


ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Κάτω από τις καστανιές του πάρκου
κάθομαι μες στη βροχή –
τ’ άνθη ασπάζεται

Χορεύει στην ομπρέλα μου
και μένω εκεί

Την ψύχρα αγαπάω
τη θερινή
την προστασία των καστανόδεντρων
την παιχνιδιάρα κρήνη
της βροχής το θλιμμένο τραγούδι

Η ασημένια του καρδιά
χτυπάει στη δική μου μέσα



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.





ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ



ΓΙΟΒΑΝΝΑ


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ

Το σπίτι που γεννήθηκα είναι ακόμα εκεί.
Δεν έχει σημασία που έγινε πολυόροφο
με ασανσέρ και αλουμίνια παράθυρα.
Κάθε νύχτα ξεγλιστράει και
με δίοδο το φωταγωγό
άνω θρώσκει
Ψάχνοντας για το χαμένο του
Ουρανό

ΤΡΙΗΡΗΣ



ΠΕΡΣΕΑΣ ΡΙΖΟΣ


ΤΡΙΗΡΗΣ

Με πιστολιές αφηρημένες ανάβω την εστία
Διαταγή τής νύχτας ναυτικά κελεύσματα
Προς όλα τ’ αγάλματα τού Ύπνου
Τα αξιοθέατα τής απογειωμένης πόλης
Σαν κεριά παρατεταγμένα μ’ ένα είδος
  στρατιωτικής συμμετρίας
Κάποιες φορές καμουφλαρισμένα ως δέντρα
  στοιχειώδη
Α καλώς ήρθες λεξικό των σφραγισμένων
  αναμνήσεων
Καλώς ήρθες κηροστάσιο των αίσιων θορύβων
Πες μου, παγκόσμιο ρόδο, εσύ φυτρώνεις και
  αναπτύσσεσαι στα  σύνορα τού Συνανθρώπου
  ως εικονοστάσι;
Τα μισά μου πέταλα αγγίζουν το γαλάζιο όνειρο
  στο πόδι
Σε λίγο το μηχανοστάσιο των άστρων
Γέλιο των βυθών, φτερών χειροκρότημα και ιδού
  η φωταγώγηση τού ανθρώπου
Ιδού και η πλήξη τής σελήνης, το στραβοπάτημα,
  η ώσμωση και μια παλίρροια νέων ιδεών που
  ανεβάζει τη στάθμη τής σκιάς σε νέα ύψη
Τακτική παλιά και χαμηλόφωνη,
προσπέλαση ενός ήλιου όχι, όχι σε κάστρο ιπποτών,
  αλλά στη νιότη, ναι, στη νιότη, που είναι
  μια καμηλοπάρδαλη ιδέα
Την ώρα που ο άνθρωπος βρέχεται από δύο ωκεανούς
Αχαρτογράφητους έως τώρα
Και δεν ξέρω αν ευτυχώς ή δυστυχώς
Το βέβαιο είναι πως ξανά η ίδια βελανιδιά θα δακρύζει
Σαν το θαύμα που απλά ενώνεις κάποιες λέξεις κλαίει
Δεν ξέρει
Ότι μέσα της κρατάει το χώμα

ΑΝΤΙΓΟΝΗ



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ


ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Στον Πειραιά το τρένο, έτοιμο να φύγει.
Τύχη καλή της πόλης μπήκε γέρος πολύ
και κάθισε αντίκρυ. Με γάζες το χέρι
δεμένο, δυο σακούλες κρατούσε απ’ τ’ άλλο
και σταθερό το βήμα, τρισέβαστη ακμή.
Έν’ άχρηστό του σχόλιο μιαν άβολη σιωπή
προκάλεσε στους νέους, απόπειρα γνωστή
των γέρων για κουβέντα. Χαμόγελο απλό
είν’ αρκετό σαν θέλεις να κάμουνε αρχή
μαζί σου. Κάτι ξένε θα μάθεις αν δώσεις
ελάχιστο έναν τόπο, μια ίνα της καρδιάς.
Και μάλιστα πολέμους αν ζήσαν φοβερούς
στα νιάτα τους, εκείνα πάντα θ’ ανατρέχουν.
Αριστερός τα χρόνια τ’ αδελφοσκοτωμού.
Πόλη, χωριό, δεν είπε, στην Πελοπόννησο.
Ο δάσκαλος δραστήριος κι αγαπητός πολύ,
σύνδεσμος με το κόμμα. Μετά το φόνο του
πετάξανε το πτώμα στη μέση του δρόμου.
Παρήγγειλαν στον κόσμο να μη νοιαστεί κανείς
αλλιώς την ίδια μοίρα θα ‘χει. Μια δασκάλα
φίλη, συνάδελφος, στο τέλος αδελφή του
δεν άργησε το χρέος να πάει να πληρώσει.
Οι πράξεις ίδιες, ίδιοι Θηβαίοι στον αιώνα.
Δεν ήξερε τ’ αρχαία δράματα ο γέρος
μα είχε μάθει το έργο καλά κι ανάποδα.
Άφθαστος, μόνος δάσκαλος ο πόνος.