Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2019

ΑΓΡΟΤΗΣ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΑΓΡΟΤΗΣ

Άφησε τον κασμά στη μάντρα κ’ είπε:
«Το χωράφι σού σπάει τα πλευρά. Κάθε μέρα
παλεύεις με χιλιάδες τόννους χώμα. Κ’ ύστερα
δυό μέτρα γης σού πέφτουν και πολύ. Κι ούτε ένα πρόβατο
να βελάξει ξοπίσω σου».
          Το λιόγερμα
έσβησε κατακόκκινο. Κ’ η ποίηση
κρυβόταν αμίλητη πίσω απ’ τα δέντρα
κοιτάζοντας τα φωτεινά κι ανώφελα χέρια της.



Από την ποιητική συλλογή «Θερινό Φροντιστήριο» (1953-1964).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα, τ. Δ΄», Κέδρος, Αθήνα 1975, σ. 77.


Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΑ



ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΑ

Γιώργος Κεντρωτής (επιμ.), "Νικόλαος Χαλικιόπουλος-Μάντζαρος".
Στον τόμο αυτόν συγκέντρωσα και σχολίασα κείμενα τόσο του Μάντζαρου όσων και άλλων για τον Μάντζαρο, που είχαν δει το φως της δημοσιότητας όσο ο μέγας μουσικός ήταν ακόμα εν ζωή. Το προϊόν της έρευνάς μου χαρίστηκε στην Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας, η οποία και ανέλαβε τα έξοδα της έκδοσης. Το βιβλίο εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 2003 και διατίθεται από τη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας.

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ



JORGE LUIS BORGES


ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ

Μες στ’ άλλα πράγματα είναι τούτο πράγμα
συνάμα και όπλο. Στην Αγγλία το φτιάξαν
το 1604, και
με ένα όνειρο ζαλώθηκε. Και κλείνει
οργή, ήχο, νύχτα και άλικο έχει χρώμα.
Με την παλάμη το ζυγίζω. Ποιός θα
’λεγε την κόλαση ότι περιέχει;
τις γενειοφόρες στρίγκλες; τα στιλέτα
που εκτελούνε της σκιάς τους νόμους;
τον τρυφερό του πύργου αέρα, που τη
θανή σου θε να δει; το αβρό το χέρι
που ξέρει πώς τις θάλασσες μες στο αίμα
να βάφει;: στην πορφύρα τη δική του
με το σπαθί και τον αχό της μάχης.

Αμίλητη είναι η ταραχή· κοιμάται
στον κόσμο ενός βιβλίου, σ’ ένα ράφι
γαλήνιο. Εκεί κοιμάται και προσμένει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ


ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΠΑΟΥΛ ΜΠΟΛΤ



PAUL BOLDT


NACH DER NACHT

Laternen, die den Regenabend führen,
Haben die Stadt, die glänzende, verraten.
Eiweißer Eiter tropft im Lichteratem
Der Friedrichstraße, wo sich Dirnen rühren.

Die Augen kriechen aus den Faltenlidern
Und spritzen einen Blick, der dich begießt.
Sie lachen sich das Kleid vom Bauch; du siehst
Die Brüste — Krötenbäuche in den Miedern.

Du flohst, und Vögel sangen für dich junitags.
Der Morgen senkte sich in dein Gesicht.
Es schlugen Uhren an, weckten das Licht.
Doggengebell des Turmuhrstundenschlags.

Du öffnest deinen Mund, der ist lichtzahnig.
O Wanderungen im Gestein der Stadt!
O Röcheln, Schreie, seelenquälend Rad! —
Es sprudelt aus der Morgenröte sahnig.

Du schweigst. Hinter den dunklen Augen ruht
Das Hirn vom Krampf der tötenden Arsene.
Du lächelst, blickst — und da betritt die Szene
Die Sonne, jugendlich, im Wolkenhut.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

ΚΑΡΛΟΣ ΛΑΤΟΡΡΕ



CARLOS LATORRE


TREN DE VIDA

Todo lo que ya agotó mi pasión,
ahora lo explora mi inteligencia.
¿El resultado?
Hasta aquí una artera respuesta tan distante de la
magnitud de lo gustado
como puede estarlo la razón de la esencia de lo secreto
y sus dientes ferozmente apretados.
Una montaña no es su ladera visible,
la que si bien es cierto,
denuncia su forma,
no da cuenta del material soterrado
o corazón,
corazón de hombre,
antológicamente considerado.
Lo mismo sucede con el río que,
agua por fin,
es también vena de sangre a su modo;
o con un océano de lágrimas
o con una cuchilla de carnicero
o de tierra,
de tan erizada, erguida punta de hierro.
Inútil poner a cualquiera de espaldas
o volverles la cara;
lo que guarda la entraña, nada ni nadie lo separa,
y lo que la entraña rechaza es lo que deriva entre la mera idea
y la sola palabra.
Debe ser como decía:
consigna o fatalidad,
todo lo que ya agotó mi pasión
—viva todavía—,
ahora lo explora mi inteligencia
¿Morir?
Morir es vivir otra experiencia.

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΙ



JORGE LUIS BORGES


ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΙ

Σε τούτη τη βιβλιοθήκη στο Νότιο Αλμάγρο
τη ρουτίνα μοιραζόμαστε και τη ραστώνη
καθώς και των βιβλίων τη βαρετή τακτοποίηση
το δεκαδικό ακολουθώντας πρότυπο των Βρυξελλών·
εκεί την αλλόκοτή σου μου εμπιστεύθηκες ελπίδα
πως ένα ποίημα κάποτε θα γράψεις που θα παρατηρεί
στίχο-στίχο και στροφή τη στροφή
τα χωρίσματα και τις αναλογίες
του μακρινού καθεδρικού ναού της Σάρτρης
(που τα σωματικά σου μάτια ποτέ τους δεν είδαν):
εδώ η χορωδία, εδώ τα κλίτη,
εδώ η αψίδα και η αγία τράπεζα και εκεί οι πύργοι.
Τώρα, Σκιάβο, έχεις πια πεθάνει.
Από τον πλατωνικό ουρανό θα έχεις ήδη δει
χαμογελαστός και με πάσα ευλάβεια
τον φωτεινό καθεδρικό με τις όρθιες πέτρες του
και τον μικρό σου τυπογραφικό καθεδρικό
και θα ξέρεις πλέον ότι και οι δυό τους,
και εκείνος που ανέγειραν οι γενιές της Γαλλίας
και αυτός που εξύφανε ο δικός σου ίσκιος,
είναι απλώς εφήμερα και θνητά αντίγραφα
κάποιου αρχετύπου εντελώς ασύλληπτου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.