Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

 


ALFONSO GATTO

 

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

 

Μια μέρα θα χτυπήσουν κάθε σπιτιού την πόρτα,

κι όποιος ζει είναι ήδη ένοχος που έχει

την μυστική ζωή του. Πέφτει το σκοτάδι

της νύχτας, εμείς μένουμε πίσω από το τζάμι

και περιμένουμε πότε θα φτάσει το αχανές παράλογο

της ησυχίας. Στα μονίμως παγωμένα

στη θέση τους πράγματα βρίσκεται

το νέο απολιθωμένο βλέμμα: η έρημη γωνιά

διασώζει τον φυγά ή, για χάρη της διαφυγής του,

τού δείχνει το δισάκι του. Με μάταιο μοιάζει

παραλήρημα η πίστη αυτή στα πράγματα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


ΠΑΜΠΑΛΑΙΟΣ ΚΗΠΟΣ

 


LUIS CERNUDA

 

ΠΑΜΠΑΛΑΙΟΣ ΚΗΠΟΣ

 

Στὴν ἀρχὴ πέρναγες μέσα ἀπὸ ἕναν μακρὺ σκοτεινὸ διάδρομο. Καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ τοξωτὴ κάμαρα κι ἔβλεπες στὸ βάθος τοῦ κήπου ἕνα φῶς. Τὴ χρυσαφιά του ἀνταύγεια τὴν ἔβαφαν πράσινη τὰ φύλλα και τὸ νερὸ τῆς στέρνας. Ὅλα αὐτὰ ἐκεῖ, μὲ τὸ ποὺ ἔβγαινες ἔξω, κλεισμένα ὅπως ἦσαν ἀπὸ τὸ σιδερένιο κιγκλίδωμα, ἔλαμπαν σὰν ὑγρὸ σμαράγδι πυκνό, γαλήνιο καὶ μυστηριῶδες.

Κατόπιν ἦταν ἡ σκάλα· στὰ σκαλοπάτια της εἶχε δυὸ ψηλὲς μανόλιες, κι ἀνάμεσα στὰ κλαδιά τους κρυβόταν κάποιο παλιὸ ἄγαλμα μαζὶ μὲ τὴν κολόνα ποὺ τὴν εἶχε βάθρο του. Στὰ πόδια ἀκριβῶς τῆς σκάλας ἄρχιζαν τοῦ κήπου οἱ πεζοῦλες.

Ἀκολουθώντας τὰ μονοπάτια μὲ τὰ κοκκινωπὰ τοῦβλα καὶ περνώντας μιὰ καγκελόπορτα καὶ μερικὰ μεγαλούτσικα σκαλοπάτια ἔφτανες σὲ κάτι ἀπόμερες μεσαυλίτσες μὲ μυρτιὲς καὶ πικροδάφνες γύρω ἀπὸ μιὰ φοντάνα ὅλο βρύα, καὶ δίπλα στὴ φοντάνα ὑψωνόταν ἕνας κορμὸς κυπαρισσιοῦ μὲ τὴν κορφή του νὰ βυθίζεται στὸν ὁλοφώτεινον ἀέρα.

Στὴν περιρρέουσα σιωπὴ ὅλο τοῦτο τὸ κάλλος τὸ ἐμψύχωνε ἕνας ἀπόκρυφος παλμὸς λὲς καὶ ἡ καρδιὰ τῶν ἐξαφανισμένων ἀνθρώπων, ποὺ εἶχαν ἀπολαύσει κάποτε παλιὰ τὸν κῆπο αὐτό, παραμόνευε ἀνάμεσα στὰ πυκνὰ κλαδιὰ καὶ ἐδονεῖτο. Τὸ ἀνήσυχο φλίφλισμα τοῦ νεροῦ ἐφάνταζε σὰν βήματα ποὺ ἀπομακρύνονταν.

Χρῶμα ὁ οὐρανὸς εἶχε καθαρὸ καὶ διάφανο γαλάζιο, μὲ φῶς καὶ θέρμη δόξας τρανῆς ἐντός του. Ἀνάμεσα στοὺς θύσανους τῶν φοινικόδεντρων, πιὸ πέρα ἀπ’ τὶς ταράτσες καὶ τὶς λευκὲς στοὲς ποὺ ἐστεφάνωναν τὸν κῆπο, ὑψωνόταν ἕνας πύργο λυγερός, γκρὶ καὶ ὤχρα, ὅμοιος μὲ κάλυκα ὡραίου ἄνθους.

*

Ὑπάρχουν ἀνθρώπινα πεπρωμένα συνδεδεμένα μὲ κάποιον τόπο ἢ μὲ κάποιο τοπίο. Ἐκεῖ, σ’ ἐκεῖνον τὸν κῆπο, στὸ φιλιατρό καθισμένος μιᾶς φοντάνας, ὀνειρεύτηκες μιὰ μέρα τὴ ζωὴ ὡσὰν ἀστείρευτη σαγήνη. Τὰ οὐράνια πλάτη σὲ παρωθοῦσαν στὴ δράση· τῶν λουλουδιῶν ἡ ἀνασαιμιά, τὰ φυλλώματα καὶ τὰ νερὰ στὴ δίχως τύψεις ἀπόλαυση.

Πολὺ ἀργότερα θὰ καταλάβαινες ὅτι οὔτε τὴ δράση οὔτε τὴν ἀπόλαυση θὰ ἤσουν σὲ θέση νὰ τὶς ζήσεις μὲ τὴν τελειότητα ποὺ εἶχαν μ’ ἐκεῖνα τότε τὰ ὄνειρά σου στὸ φιλιατρό τῆς φοντάνας. Τὴν δὲ ἡμέρα ποὺ κατάλαβες αὐτὴ τὴ λυπηρὴ ἀλήθεια, μολονότι βρισκόσουν σὲ μέρη μακρινὰ καὶ ξένα, βαθιά σου ἐπόθησες νὰ γυρίσεις στὸν κῆπο ἐκεῖνον καὶ νὰ ξανακάτσεις στὸ φιλιατρὸ τῆς φοντάνας, γιὰ νὰ ὀνειρευτεῖς καὶ πάλι τὰ νιάτα σου ποὺ εἴχανε διαβεῖ, περάσει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΦΤΩΧΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ — Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥΣ ΚΥΝΗΓΟΥΣΑΝ

 


PABLO NERUDA

 

ΦΤΩΧΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ — Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥΣ  ΚΥΝΗΓΟΥΣΑΝ

 

Φτωχοὶ ποιητές — ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος τοὺς κυνηγοῦσαν

μαζὶ κι ἀντάμα μὲ ἴδιο πεῖσμα ζοφερό, μὲ μένος·

μετὰ σκεπάστηκαν μὲ ἀναίσθητο ἕνα μεγαλεῖο

στὴν τελετὴ παραδομένοι, στὸ ἐπικήδειο δόντι.

 

Καὶ πᾶνε —σκοτεινοὶ σὰν πετραδάκια...— πᾶνε ἐκεῖνοι

πίσω ἀπ᾽ τ᾽ ἀγέρωχα ἄλογα, τραβᾶνε κορδωμένοι·

τοὺς ἔχουν βάλει στὴ σειρὰ οἱ καταφερτζῆδες... πᾶνε

μὲ τοὺς λοιποὺς ὁπλίτες σιωπηλοὶ νὰ κοιμηθοῦνε.

 

Πρὶν ἦσαν βέβαιοι ὅτι ὅλοι οἱ νεκροὶ νεκροὶ ὄντως εἶναι·

τὴ νεκρικὴ πομπὴ τρισάθλιο πανηγύρι κάνουν

μὲ κούρκους καὶ γουρούνια: ρήτορες διακεκριμένους.

 

Τὸν θάνατό τους κοντοζύγωσαν νὰ τὸν προσβάλλουν:

ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ ἔχουν στόμα σφαλισμένο,

ἀδυνατοῦν ν᾽ ἀρθρώσουν καὶ ποιήματα καὶ στίχους.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 






















ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ

 





Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

ΕΣΥ, ΑΣΚΗΜΟΥΛΑ ΜΟΥ, ΞΕΧΤΕΝΙΣΤΟ ΕΝΑ ΚΑΣΤΑΝΟ ΕΙΣΑΙ

 


PABLO NERUDA

 

ΕΣΥ, ΑΣΚΗΜΟΥΛΑ ΜΟΥ, ΞΕΧΤΕΝΙΣΤΟ ΕΝΑ ΚΑΣΤΑΝΟ ΕΙΣΑΙ

 

Ἐσύ, ἀσκημούλα μου, ξεχτένιστο ἕνα κάστανο εἶσαι·

ἐσύ, ὀμορφούλα μου, εἶσαι ὡραία σὰν καλὸς ἀγέρας·

ἐσύ, ἀσκημούλα μου, δυὸ στόματα βαστᾶς στὸ στόμα·

ἐσύ, ὀμορφούλα μου, γλυκὰ ἔχεις χείλη σὰν καρπούζια.

 

Ἐσύ, ἄσκημή μου, ποῦ ’χεις κρύψει, πές, τὰ ἁβρά σου στήθη;

Εἶναι μικρὰ-μικρὰ σὰν κοῦπες γεμισμένες στάρι.

Πῶς θά ’θελα νὰ δῶ τὸ στῆθος σου μὲ δυὸ φεγγάρια —

κυρίαρχη νά ’σαι μὲ αὐτὰ στοὺς πύργους τῶν γιγάντων!

 

Ἡ θάλασσα δὲν ἔχει νύχια σὰν καὶ τὰ δικά σου —

εἶσαι ὀμορφάσχημη, κι ἐγὼ ἄστρο τὸ ἄστρο, ἄνθος τὸ ἄνθος,

κύμα τὸ κύμα, ἀγάπη μου, ἐμέτρησα τὸ κορμί σου.

 

Καὶ σ’ ἀγαπῶ, ἀσκημούλα μου, γιὰ τὴ χρυσή σου μέση,

καὶ γιὰ τὴ ζάρα σου, ὀμορφούλα μου, στὸ μέτωπό σου:

λαμπρὴ καὶ κατασκότεινή μου ἀγἀπη, σ’ ἀγαπάω.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΕΝΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ

 


PABLO NERUDA

 

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΕΝΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ

 

Τὶς νύχτες ἡ καρδιά σου ἑνώνεται μὲ τὴ δικιά μου·

στὸν ὕπνο, ἀγάπη μου, ἂς νικήσουνε μαζὶ τὸ σκότος

σὰν νά ’ν’ διπλὸ πολεμικὸ ταμποῦρλο μὲς στὰ δάση

ποὺ μάχεται τὸν τοῖχο τὸν παχὺ τῶν φυλλωμάτων.

 

Νυχτερινὸ ταξίδι, ἡ χόβολη τοῦ ὀνείρου ἡ μαύρη

τῶν σταφυλιῶν τῆς γῆς τὸ νοτισμένο νῆμα κόβει

μὲ τὴν ἀκρίβεια τρένου πού ’χει ἀνάκατη τὴν κόμη

καὶ κουβαλᾶ ἀσταμάτητα σκϊὲς καὶ κρύες πέτρες.

 

Γι’ αὐτὸ γιά δέσε με στὸ καθαρὸ τὸ πηγαινέλα,

ἀγάπη μου, στὸ πεῖσμα ποὺ στὸ στῆθος σου χτυπάει

μὲ τὶς φτεροῦγες ἑνὸς κύκνου τώρα βουλιαγμένου·

 

ὁπότε καὶ στῶν οὐρανίων ἐρωτήσεων τ’ ἄστρα

θὲ ν’ ἀπαντάει ὁ ὕπνος μας μ’ ἕνα κλειδὶ μονάχα,

μὲ μιὰ καὶ μόνο πόρτα ἀπ’ τὸ σκοτάδι σφαλισμένη.


Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ ΕΝΑ ΨΩΜΙ ΖΥΜΩΝΟΥΝ


 

PABLO NERUDA

 

ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ ΕΝΑ ΨΩΜΙ ΖΥΜΩΝΟΥΝ

 

Δυὸ ἐραστὲς εὐτυχισμένοι ἕνα ψωμὶ ζυμώνουν

μοναχά· μιὰ σταγόνα φεγγαριοῦ στὰ χόρτα ἐπάνω

ἀφήνουν· οἱ ἴσκιοι περπατοῦν καὶ γίνονται ἴσκιος ἕνας·

κι ἀφήνουν μοναχὰ ἕναν ἄδειον ἥλιο στὸ κρεβάτι.

 

Ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἀλήθειες διάλεξαν ἁπλῶς τὴ μέρα·

δὲν δέθηκαν μὲ νήματα, μὰ μ᾽ εὐωδιὲς καὶ μόσχους·

δὲν κομματιάσαν τὴ γαλήνη οὔτ᾽ ἔσπασαν τὶς λέξεις.

Καὶ διάφανος, καθάριος πύργος εἶναι ἡ εὐτυχία.

 

Μὲ τοὺς δύο ἐραστὲς ταιριάζουν τὸ κρασὶ καὶ ὁ ἀέρας,

καὶ ἠ νύχτα τὰ χρυσὰ τ᾽ ἀνθόφυλλά της τοὺς χαρίζει —

μὰ δικαιοῦνται καὶ ἀνθοὺς ἀπ᾽ ὅλα τὰ λουλούδια.

 

Δυὸ ἐραστὲς εὐτυχισμένοι δὲν φοβοῦνται χάρο·

πολλὲς φορὲς γεννιοῦνται καὶ πεθαίνουν στὴ ζωή τους,

καὶ κουβαλᾶν καὶ τὴν αἰωνιότητα τῆς φύσης.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

29/5/2024

 


ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ
29/5/2024
Πῆρε ὁ οὐρανὸς μιὰν ἐθελούσια κλίση, νά ’βρει
μὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Πειραιᾶ μιὰν ἐπαφή –
σ’ ἕνα συμπαντικὸ κιτάπι εἶχε γραφεῖ
νὰ ξανασμίξουν μὲ τοὺς πάνω οἱ κάτω Γαῦροι.
Προτοῦ ἀπ’ τὴ δάφνη τὸ λιμάνι ὅλο φλομώσει,
εἶχε φροντίσει ὁ Βάσκος γιὰ ὅλα: τὴν μπαλιά,
τὴν προβολή, τὴν ἄμυνα… Καὶ τώρα μ’ ὅση
στὴ μέθη του κρατοῦσε ἀκόμη διαύγεια ὁ νοῦς
νὰ μὲ πλησιάζεις σ’ εἶδα μέσα ἀπ’ τοὺς καπνούς,
καὶ τί ἀγκαλιὰ ποὺ ἦταν ἐκείνη!… Τί αγκαλιά!

PIER PAOLO PASOLINI, «ΒΙΟΣ ΒΙΑΙΟΣ»

 


PIER PAOLO PASOLINI, «ΒΙΟΣ ΒΙΑΙΟΣ»

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ δεύτερο κεφάλαιο)

 

«Ρὲ σὺ Ἄλ, μπὰς κι εἶδες πουθενὰ κεῖνο τὸ Λέλο;» ρώτησε ὁ Τομαζίνο κάποιον Ἄλντο ποὺ πέρναγε ἀπὸ πλάι του. «Γιατί;… μπὰς καὶ τὸν εἶδε καὶ κανὰς ἄλλος;» τοῦ ἀπάντησ’ ἐκεῖνος μ’ ἕνα μορφασμὸ σιχαμάρας λὲς κι ἤθελε νὰ φτύσει. Μετά, ἐπειδὴ τὸ ψιλομετάνιωσε ποὺ τό ’χε παίξει πολὺ μάγκας, πρόσθεσε: «Γιὰ χορὸ θά ’χει πάει». «Φχαριστῶ, μαλάκα μου, γιὰ τὸ νέο!» τοῦ ’κανε ὁ Τομαζίνο καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του· ἦταν ὁ δρόμος τοῦ σχολείου καὶ τῆς αἴθουσας τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ὅπου κάθε Κυριακὴ εἶχε χορό. Καὶ πραγματικὰ ὅλα τὰ πεζοδρόμια —ἂν μποροῦσες νὰ πεῖς ποτὲ πεζοδρόμια κείνους τοὺς διαδρόμους ἀπὸ λάσπη καὶ κοτρόνια στὶς ἄκρες τοῦ δρόμου— ἦταν ὅλα γεμάτα νεαροὺς ντυμένους στὴν τρίχα καὶ ἐξοδούχους φαντάρους ἀπ’ τὸ στρατόπεδο. Χειμώνας, Δεκέμβριος μήνας· ἀλλ’ ἀπ’ τὴ ζέστη πού ’κανε, ἤσουν στὴν κυριολεξία λούτσα στὸν ἱδρώτα, ἐνῶ ἡ ὁμίχλη ποὺ ἐσκέπαζε τὴν Πιετραλάτα καὶ τοὺς ἀγρούς της γύρω ἀπ’ τὸν Ἀνιένε ἔμοιαζε ἀτμὸς ἀπὸ χαμάμ. Ὁ Τομαζίνο πήγαινε στὴ μέση τοῦ δρόμου μὲ τὰ χέρια στὰ τσεπάκια του πέτσινου μπουφάν του στὸ ὕψος τῶν ἀγκώνων· ἐβάδιζε προσεχτικά, πρῶτα πατοῦσε τὸ ένα πόδι κι ἔπειτα τὸ ἄλλο, σὰν νὰ τὸν πονοῦσαν οἱ πατοῦσες, σκυμμένος ἐλαφρὰ πρὸς τὰ ἐμπρός — ἔδινε τὴν ἐντύπωση τοῦ ψόφιου ἀπὸ τὴν κούραση.

«Ρὲ σὺ Τσουτσουνίτσα,[1] μπὰς κι εἶδες πουθενὰ κεῖνο τὸ Λέλο;» ρώτησε τώρα κάποιον ἄλλο ποὺ κουβέντιαζε ντυμένος λὲς κι ἦταν Αὔγουστος, ἐνῶ οἱ μπουκλίτσες τῶν σγουρῶν μαλλιῶν του τοῦ ’πεφταν, ἀπ’ τὴν ὑγρασία πού ’χε ἴσαμε τὰ ρουθούνια. «Ὄχι», τοῦ ’πε ὁ ἄλλος ἀπότομα, ἀλλὰ ὁ Τομαζίνο οὔτε ποὺ σταμάτησε κὰν ν’ ἀκούσει τὴν ἀπάντηση, ἀφοῦ τὴν ἐρώτηση τοῦ τὴν εἶχε κάνει ἔτσι μόνο γιὰ νὰ τὴν κάνει, γιὰ νὰ πεῖ μιὰ κουβέντα γνωστοποιώντας ἔτσι τὴν παρουσία του. Τὸ ’ξερε —ἐννοεῖται— ὅτι κεῖνος ὁ μουλόσπορος ὁ Λέλο ἤτανε στο χορὸ καὶ χόρευε.

Ἡ αἴθουσα βρισκόταν σ’ ἕνα μονώροφο σπιτάκι βαμμένο ρόζ, μὲ τρία παραθυράκια στὴ σειρὰ καὶ μὲ μιὰ πόρτα πού ’βγαζε σὲ μιὰν αὐλίτσα· ἡ αὐλίτσα ἔβλεπε σ’ ὅλο τὸ δρόμο. Ἦταν ἕνα σπιτάκι σὰν ὅλα τ’ ἄλλα ἐκεῖ τριγύρω, δέκα-δέκα καὶ δώδεκα-δώδεκα στὴ σειρά, πανόμοια μεταξύ τους, κι ὅλα τους εἶχαν βρόμικες αὐλὲς μπροστά τους. Ἦταν τὰ σπίτια τῶν προσφύγων· τὰ «προσφυγικά» ἦταν ὅλα τους ἀραδιασμένα ἀνάμεσα στὶς λαϊκὲς πολυκατοικίες. Δῶ καὶ κεῖ ὑπῆρχε καὶ κανὰ δεντράκι στραβόκορμο, χωρὶς οὔτ’ ἕνα φυλλαράκι ἀπάνω του, ἢ κανὰ πλίθινο δημόσιο ἀποχωρητήριο.

Ἡ πόρτα καὶ τὰ παράθυρα τῆς σάλας ἦταν ἀνοιχτά, καὶ τὸ φῶς της ἔβγαινε καὶ καθρεφτιζόταν στὴ μικρὴ αὐλή. Μέσα κι ἔξω γινόταν χαμὸς ἀπὸ πιτσιρίκια, ἀπὸ ἀμούστακα παλικαράκια, ἀπὸ ξεπεταγμένες κοπελάρες κι ἀπὸ κάτι σουρωμένους κοντοπίθαρους, κι εἶχες τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν βρισκόσουν σὲ σάλα, μὰ σὲ πλατεία.

«Ρὲ σὺ Λέλο, γαμῶ τὸ σόι σου τὸ γαμημένο ρέ!» ἔβγαλε δυνατὴ φωνὴ ὁ Τομάζο μ’ ὅλη τὴ δύναμη πού ’χε στὰ πνευμόνια του καὶ μὲ τὰ μοῦτρα του ξινισμένα, μόλις εἶδε τὸν Λέλο ἀραχτὸ σ’ ἕνα ντουβάρι γεμάτο τρύπες σὰ σουρωτήρι. (…)

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.



[1] Τσουτσουνίτσας: παρατσούκλι· Cazzitì στὸ πρωτότυπο.

 


ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥΣ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥΣ

 

Οι απλοί άνθρωποι του λαού όχι μόνο δεν μιλούν πλέον διάλεκτο, αλλά στην πραγματικότητα ντρέπονται γι' αυτό. Η τηλεόραση τού προσφέρει ένα μοντέλο διαφορετικής συμπεριφοράς, από τη γλώσσα έως και  τις χειρονομίες κατά την ώρα του φαγητού: έτσι, ο λαός και η τηλεόραση καταστρέφουν με αχρείο τρόπο ολόκληρο τον μύθο μου. Για τις απλές γυναίκες του λαού το πρόβλημα του υψηλού κόστους ζωής έχει αντικαταστήσει το πρόβλημα της μεγάλης φτώχειας, αλλά η φτώχεια ήταν καλύτερη: διότι τότε ήσαν πιο ευτυχισμένες.

 

Οι απλοί άνθρωποι του λαού τώρα πια δεν γελάνε. Στα πρόσωπα τους βλέπεις σήμερα μόνο γκριμάτσες χλευασμού, όχι χαμόγελα, και είμαστε εμείς, με το μικροαστικό μας όραμα, αυτοί που πιστεύουμε ότι οι κατώτερες τάξεις είναι πιο ικανοποιημένες από ό,τι στο παρελθόν επειδή έχουν στο σπίτι τους διάφορες συσκευές, ίσως αυτοκίνητο, ή ντύνονται και μιλούν όπως όλοι οι άλλοι.

 

Όταν έρχομαι αντιμέτωπος με αυτό το τρομακτικό, το πραγματικά φασιστικό φαινόμενο της επιπολιτισμοποίησης, γίνομαι ο πιο ένθερμος συντηρητικός: η επιπολιτισμοποίηση έχει καταστρέψει την ατομική κουλτούρα, και επομένως και τη διάλεκτο, δηλαδή την πραγματική κουλτούρα.

 

Pasolini: «Il Giorno», 29 Δεκεμβρίου 1973,

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΘΕΩΡΙΑ


 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ : ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΘΕΩΡΙΑ

24 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΖΙ


24 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΖΙ
PowerBook G4
Δεν πέθανε, αλλά μάλλον τρελάθηκε σήμερα, και άλλα του έλεγες και άλλα έγραφε.
Τα τελευταία 10 χρόνια δούλευε απλώς πληκτρολόγιο. Από σήμερα είναι cdplayer.
Ευγνώμων.

ΠΟΙΗΜΑ ΜΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑ "ΤΥΡΒΗ"





 ΠΟΙΗΜΑ ΜΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑ "ΤΥΡΒΗ"

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1961 ΕΓΡΑΦΕ Ο ΠΑΖΟΛΙΝΙ

 


PIER PASOLO PASOLINI

 

Η ΦΗΜΗ

 

Ουδέποτε πρόκειται να θυσιάσω τίποτα για τη φήμη μου. Ελπίζω ότι όσοι είναι φίλοι μου, είτε προσωπικοί, είτε ως αναγνώστες, είτε ως ταξικοί σύντροφοι (και στα μάτια των οποίων, το ξέρω, πέφτει μια σκιά κάθε φορά που διακυβεύεται η φήμη μου, και είναι σκιά που μου προκαλεί τρομερό πόνο) να είναι τόσο επικριτικοί, τόσο αυστηροί και τόσο αγνοί, που δεν θα επιτρέψουν στον εαυτό τους να μολυνθεί από το όποιο σκάνδαλο. Αν συνέβαινε αυτό, αυτοί θα ήταν οι ηττημένοι. Αν υποχωρούσαν έστω και για μια στιγμή και έδιναν την παραμικρή αξία στην καμπάνια του εχθρού, το δίχως άλλο θα έπαιζαν το παιχνίδι των εχθρών τους. Δεν πολεμάς μόνο στις πλατείες, στους δρόμους, στα εργαστήρια, ούτε μόνο με τις ομιλίες, με τα γραπτά, με τους στίχους. Η πιο σκληρή μάχη είναι αυτή που γίνεται στο βάθος των συνειδήσεων, στις πιο λεπτές ραφές των συναισθημάτων. Προσωπικώς ουδεμία σχέση έχω (ούτε από άποψη ψυχολογίας, ούτε από άποψη βιογραφίας, ούτε από άποψη ύφους) με τους ποιητές, όσο μεγάλοι κι αν είναι, όπως μου αναφέρατε. Μόνο το φασιστικό τέρας μπορεί να προτείνει τέτοιες υποθέσεις. Και θα τις προτείνει σίγουρα. Αλλά ακούγοντάς τες, απλώς και χρόνο σπαταλάς και αξιοπρέπεια χάνεις.

 

Επιθεώρηση «Νέοι Δρόμοι» («Vie Nuove», τχ. 51, 28 Δεκεμβρίου 1961.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.