Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Ο ΠΑΖΟΛΙΝΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ

 

ΕΡΩΤΗΣΗ: Θα μπορούσατε να πείτε κάτι για τον Γκράμσι, ειδικά επειδή σας έχουν «κατηγορήσει», ας πούμε, ότι είστε γκραμσιανός; Πότε διαβάσατε για πρώτη φορά Γκράμσι; Έχει ασκήσει πάνω σας έντονη επιρροή;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όταν μίλησα πιο πριν για τις αναγνώσεις μου μαρξιστών συγγραφέων, ο πιο σημαντικός από όλους, ακόμη και σε σύγκριση με τον ίδιο τον Μαρξ, ήταν ο Γκράμσι. Για μένα ο Μαρξ ήταν, φυσικά, αρκετά δύσκολος στο διάβασμά του, και πέρα ​​από αυτό, τον έβρισκα αρκετά απόμακρο ως προς εμένα για διάφορους λόγους. Οι ιδέες του Γκράμσι, από την άλλη πλευρά, συνέπιπταν με τις δικές μου: με κέρδισαν αμέσως, και η επιρροή του πάνω μου με διαμόρφωσε, ήταν οι βάσεις μου. Τον πρωτοδιάβασα το 1948-49.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Θα μπορούσατε να αποκαλέσετε τον Γκράμσι ποπουλιστή; Θα είχε αυτό κάποιο νόημα για εσάς;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όχι, δεν νομίζω, δεν θα το έκανα. Θα ήθελα όμως να πω, πριν από οτιδήποτε άλλο, ότι δεν προσδίδω καμία υποτιμητική χροιά στη λέξη «ποπουλιστής», «λαϊκιστής». Οι μαρξιστές ηθικολόγοι τη χρησιμοποιούν, μαζί με τον όρο «ανθρωπισμός», για να καταδικάσουν τύπους μαρξισμού διαφορετικούς από τους δικούς τους. Δεν συμφωνώ απόλυτα. Για μένα ο λαϊκισμός και ο ανθρωπισμός είναι δύο πραγματικά ιστορικά γεγονότα: και όλοι οι μαρξιστές διανοούμενοι έχουν αστικές ρίζες. Η παρόρμηση να γίνει κανείς μαρξιστής μπορεί να είναι μόνο λαϊκιστική ή ανθρωπιστική, επομένως αυτός ο παράγοντας είναι αναπόφευκτα παρών σε όλους τους αστούς μαρξιστές, του Γκράμσι συμπεριλαμβανομένου. Δεν τον θεωρώ παράγοντα αρνητικό: είναι απλώς μέρος της αναπόφευκτης μετάβασης από την αστική τάξη, στην οποία γεννήθηκε και διαμορφώθηκε κανείς, στην υιοθέτηση μιας διαφορετικής ιδεολογίας, της ιδεολογίας μιας διαφορετικής κοινωνικής τάξης.

Πηγή: Il background pasoliniano, Pasolini on Pasolini: interviews with Oswald Stack. Bloomington: Indiana University Press, 1969.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

ΔΕΝ ΣΕ ΠΟΘΩ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΓΩ ΠΟΛΥ ΣΕ ΠΟΘΩ

 


PABLO NERUDA

 

ΔΕΝ ΣΕ ΠΟΘΩ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΓΩ ΠΟΛΥ ΣΕ ΠΟΘΩ

 

Δὲν σὲ ποθῶ, ἐπειδὴ ἐγὼ πολὺ σὲ ποθῶ,

καὶ ἀπ’ τὸ ποθῶ στὸ ἀντίθετό του καταλήγω,

ἀπὸ τὸ περιμένω στὸ δὲν θὰ σὲ δῶ,

στὸ δὲ ψυχρὸ τὸν φλογερό μου πόθο πνίγω.

 

Καὶ σὲ ποθῶ, ἐπειδὴ ἀγαπῶ μονάχα ἐσένα·

κι ἂν σὲ μισῶ, μισώντας σε εἶμαι ἐρωτευμένος·

στὴν ταξιδιάρα ἀγάπη μου εἶναι μετρημένα

τὰ πάντα· σὰν τυφλὸς σοῦ ’μαι ἀφοσιωμένος.

 

Κι ἂν ὅποτε συμβεῖ τὰ φῶτα τοῦ Γενάρη

μὲ ἀχτίδες ἄγριες νὰ μοῦ ἀνοίξουν τὴν καρδιά μου

καὶ μὲ κλειδιὰ κλεμμένα, ἐγὼ ἔχω τὴ δικιά μου

 

γραμμή. Στὴν ἱστορία μας θά ’χω ἐγὼ τὴ χάρη

μόνος μου νὰ πεθάνω, ἀφοῦ πολὺ σὲ θέλω,

καὶ τῆς ἀγάπης μου τὸ πῦρ καὶ τὸ αἷμα ἀγγέλλω.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.



Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

 

Για μερικά χρόνια ο φασισμός, αυτό το φρικτό φαινόμενο του κακού και της ηλιθιότητας, φαινόταν αδρανής και ξεπερασμένος: με λίγα λόγια, είχε γίνει θέμα νοσταλγίας, όπως λέγεται, ήταν ντεμοντέ, είχε την πατίνα του χρόνου, έμοιαζε έπιπλο αντίκα· αλλά κι έτσι ήταν επικίνδυνος, με όλη του την ηθική ασχήμια. Όλοι κάναμε λάθος: ο φασισμός συνεχίζει να σέρνεται σαν το φίδι στην Ιταλία, στην Ευρώπη και στην Αμερική. Και είναι φυσικό, επειδή ο φασισμός είναι ένα από τα ιδεολογικά στοιχεία του καπιταλισμού. Και όσο υπάρχει ο καπιταλισμός, θα υπάρχει και ο φασισμός για να τον υπερασπίζεται, να τον συντηρεί και να τον υποστηρίζει.

 

Πηγή: «Il Reporter», 8 Μαρτίου 1960

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΨΗΦΙΖΩ ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ




PIER PAOLO PASOLINI

 

ΨΗΦΙΖΩ ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

 

Και φέτος, όπως πάντοτε άλλωστε, ψηφίζω τους Κομμουνιστές. Γνωρίζω, και πολύ καλά μάλιστα, ότι η ψήφος είναι εξαιρετικά ιδιωτική υπόθεση, λεπτεπίλεπτα ιδιωτική, ακόμη και παθολογικά ιδιωτική. Λοιπόν, η ιδιωτική μου ζωή βασανίζεται από το αντίθετό της: από τη γραφειοκρατική επισημότητα, η οποία αρνείται κυριολεκτικώς να αναγνωρίσει την ύπαρξή μου. Και με καταδικάζει σε μια κατάσταση διαρκών διώξεων — κατάσταση, η οποία έχει καταντήσει γελοία. Γι’ αυτό πρέπει να ομολογήσω ότι ακόμη και το όποιο «επίσημο» στοιχείο στο Κομμουνιστικό Κόμμα εμένα δεν μου αρέσει. Δική μου υπόθεση, φυσικά.  Ένα Κόμμα, που δικαίως θεωρεί τον εαυτό του ώριμο να αναλάβει την εξουσία και να κυβερνήσει, δεν μπορεί παρά να είναι, κατά κάποιο τρόπο, «επίσημο». Για εμένα η γραφειοκρατική επισημότητα είναι το ακριβώς αντίθετο της ορθολογικότητας. Παραταύτα ψηφίζω το Iταλικό Kομμουνιστικὸ Kόμμα χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ή την παραμικρή εσωτερική αβεβαιότητα. Και το κάνω, επειδή ακριβώς γνωρίζω ότι η ορθολογικότητα του Μαρξισμού είναι ισχυρότερη από οποιαδήποτε, ακόμη και δυσάρεστη, ενδεχομενικότητα από οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατάσταση που διέπει τις σχέσεις μεταξύ κομμουνιστών με αστική καταγωγή ή αστικό υπόβαθρο.

Στο: «Gli uomini di cultura e le elezioni del 1963. Pasolini: voto PCI per contribuire a salvare il future» («Οι άνθρωποι του πολιτισμού και οι εκλογές του 1963. Παζολίνι: Ψηφίζω το Iταλικό Kομμουνιστικὸ Kόμμα για να συμβάλω στη διάσωση γτου μελλοντος»). Συνέντευξη στον Πάολο Σπριάνο δημοσιθευμένη στην «Ουνιτά» στις 20 Απριλίου 1963.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Η ΗΔΟΝΗ

 


LUIS CERNUDA

 

Η ΗΔΟΝΗ

 

Τις ανοιξιάτικες νύχτες, και όσο ήθελε ίσαμε να χαράξει, ερχόταν απ’  τα χωράφια, απ’ την Εριτάνια, ο ήχος μιας λατέρνας. Μες στη σιγαλιά και τη γαλήνη της νύχτας η εφήμερη μελωδία αποκτούσε φωνή και μιλούσε για όσους ετούτη την ώρα, αντί να κοιμούνται, ζούσαν κι έμεναν άγρυπνοι για την απόλαυση μιας στιγμής. Εγώ  τότε τους έβλεπα όλους, άνδρες και γυναίκες, λίγο μεθυσμένους, σοβαρούς, με το βλέμμα τους σταθερό και συνάμα αόριστο, δεμένους μεταξύ τους σαν να παρακολουθούσαν τον ρυθμό μάλλον του σπασμού παρά του χορού, και με τα χέρια τους να θωπεύουν φρενιτωδώς το όμορφο ανθρώπινο σώμα, που θριαμβεύει μια μέρα μόνο και μόνο για να βυθιστεί έπειτα στον θάνατο.

Η δε βραχνή, διαπεραστική κραυγή κάποιου παγωνιού, ξάγρυπνου στα μονοπάτια του πάρκου, διέκοπτε τον ρυθμό της μικρής μουσικής σαν να κορόιδευε την τρελή μου εμένα, τη θλιβερή μου λαχτάρα.

Παιδί ακόμα, και η επιθυμία μου δεν είχε λάβει μορφή, ενώ η λαχτάρα που την ξυπνούσε δεν μπορούσε επ’  ουδενί να τη συγκεκριμενοποιήσει. Με φθόνο σκεφτόμουν όλους εκείνους τους ανώνυμους ανθρώπους που εκείνη την ώρα διασκέδαζαν, μπορεί μάλιστα και με βάναυσο ήθος, αλλά που με ξεπερνούσαν στη γνώση της ηδονής, από την οποία εγώ είχα δική μου μόνο την επιθυμία. Και αναρωτιόμουν αν ήσαν άξιοι αυτής της γνώσης, αν θα αξιωνόμουν κι εγώ  να την αποκτήσω κάποτε, ίδια και απαράλλακτη όπως το ένα ή το άλλο τέλειο πλάσμα με τη ζωώδη του χάρη, που είχα και δεν είχα εγώ προλάβει να το μισοδώ στη στροφή κάποιου δρόμου και που η ξαφνική του θύμηση φωτιζόταν έκτοτε στη μνήμη μου.

Μέσ’ απ’ τα κλαδιά της ανθισμένης ακακίας, μέσ’ απ’ τον ζεστό αέρα της μαγιάτικης νύχτας, μέσ’ απ’ τον κήπο του πανδοχείου η μικρή μουσική επέμενε να με επισκέπτεται. Δεν ήταν η φωνή της αθάνατης μελωδίας, που μας πείθει ότι ούτε μέσα μας ούτε σε αυτήν υπάρχει κάτι που θα συμβεί σίγουρα. Αυτή, φρυγική και φευγαλέα, μιλούσε  στην αμφιβολία μας, υποκινώντας μας να ζούμε με απολαύσεις, και μιλούσε μ’ έναν τόνο φωνής που η νύχτα και η περίσταση τον έκαναν δραματικό, σαν τη φωνή που βγαίνει μέσα από μια γελοία μάσκα και μας προειδοποιεί σοβαρή, βαθιά κρυμμένη, παθιασμένη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ]

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Βίος βίαιος»)

 

Κιόσκια, καμπινέδες περίπτερα — τίποτ’ ἀνοιχτό. Καὶ ψυχὴ δὲν περνοῦσε. Τὰ φανάρια λαμπύριζαν ὁλομόναχα ἀνάμεσα ἀπ’ τὰ δέντρα. Μόνο σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς πλατείας, κάτω-κάτω, μακριά, ἀνάμεσα σὲ κάτι ψεύτικα βραχάκια, ἦταν μιὰ γατοσυμμορία ἀπ’ ὅλες τὶς ράτσες· τὰ γατιὰ μέσα σ’ ὅλη τους τὴν ἀλητεία πλακώνονταν κάθε τόσο σὲ καβγάδες κι ἔκαναν σὰ θεριὰ ἀνήμερα. Ἀμφότεροι, Τομαζίνο καὶ  Λέλο, ἦταν ἀπ’ τὸ μεθύσι νὰν τοὺς κλαῖν κι οἱ ρέγγες. Εἶχαν ξαπλώσει μὲ τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν τους πλεγμένα στὸ σβέρκο τους, μὲ τὰ κανιά τους ἀνοιχτὰ καὶ μὲ τ’ ἀπαυτὰ τους φάτσα-μόστρα στὸν οὐρανό.

Ἐκεῖ, ἔτσι γιὰ νὰ κάνουν κάτι, ἄρχισαν νὰ μιλᾶνε γιὰ τὸν παλιὸ καλὸ καιρό, τότε ποὺ ἤτανε ἀκόμα παιδάκια καὶ ὅλα στὴ ζωὴ ἤτανε ρόδινα· ἀλλὰ καὶ τώρα, στὸ τέλος-τέλος, μὴν τὰ πολυλογοῦν, καλὰ τὴ βγάζανε.

Μὰ ἐπειδὴ γρήγορα κουράστηκαν ἀπὸ τοῦτες τους τὶς κουβέντες, ἄρχισαν νὰ χασμουριοῦνται καὶ νὰ ψιλοτσακώνονται· στὸ τέλος πῆραν ἕναν ὑπνάκο.

Ἡ νύχτα σιγὰ-σιγὰ ἔφυγε. Ὅταν ξύπνησαν καὶ σηκώθηκαν ὄρθιοι καὶ πάτησαν τὸ βρεγμένο χαλίκι κόντευε πέντε ἡ ὥρα· ἄρχισαν ν’ ἀκούγονται τὰ πρῶτα τράμ.

Κεφάτος ὁ Λέλο καὶ μ’ ἕνα χαμογελάκι νὰ σκάει στὰ χείλη του, τεντώθηκε νὰ ἰσιώσει ἡ ράχη του, κοίταξε τὸν Τομάζο καὶ εἶπε: «Ρὲ σὺ Τομάζο, εἶσαι γιὰ λίγο ποδαρόδρομο ἀκόμα;» «Καλά, ρὲ γαμῶτο σου», τοῦ ’πε κεφάτος ὁ Τομάζο, «τί;… ἀκόμα δὲν τὸ βαρέθηκες τὸ περπάτημα;» «Ἐγὼ ρὲ δὲν κουράζομαι, ρέ!» τοῦ ’πε ὁ Λέλο, κι εἶχε κιόλας πιάσει νὰ κόβει δρόμο μέσ’ ἀπ’ τὴν Πιάτσα Βιτόριο.

Εἶχαν ἀρχίσει νὰ καταφτάνουν ἤδη μὲ τὰ κάρα τους οἱ πρῶτοι πραματευτάδες: ὁ ἕνας, σὰ σκλαβάκι, τραβοῦσε τὸ κάρο ἀπ’ τὰ χερούλια του, κι ἕνας ἄλλος, σκουντούφλης ἀπ’ τὴ νύστα, μὰ μὲ περιποιημένο τὸ μαλλὶ λὲς κι εἶχε βγεῖ μόλις ἀπὸ τὸν κουρέα, τό ’σπρωχνε ἀπὸ πίσω. Ἀργὰ-ἀργὰ καὶ σὰ φαντάσματα σούρνονταν πάνω στὸ βρεγμένο λιθόστρωτο, γιὰ νὰ χαθοῦν σὲ λίγο πέρα στὰ πεζοδρόμια γύρω ἀπ’ τοὺς κήπους τῆς πλατείας.

Ἀπὸ μιὰ γωνιὰ ἀκούγονταν βουητὰ νὰ σοῦ παίρνουνε τ’ ἀφτιά. Ἤτανε οἱ σκουπιδιάρηδες, κάτω ἀπ’ τὶς καμάρες, καὶ τσούλαγαν τὰ σκουπιδοβάρελα νὰν τ’ ἀδειάσουν στὸ σκουπιδιάρικο.

Ὁ Λέλο δὲν ἐνύσταζε ἄλλο τώρα κι ἔνιωθε ἀνάλαφρος-ἀνάλαφρος σὰν ὅπως βγαίνουμε ξημερώματα μετὰ ἀπὸ χορὸ καὶ λιγάκι πιωμένοι. Προχωροῦσε κάτω ἀπ’ τὶς καμάρες, μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες, μὲ τὸ στῆθος φουσκωμένο καὶ μὲ φάτσα μόρτικη πού ’λεγε ἐγώ ’μαι τῆς πουτάνας γιός.

Πετώντας ἀπ’ τὴ χαρά του ὁ Τομαζίνο γιὰ τὴν καλὴ διάθεση τοῡ φίλου του, ἀλλὰ καὶ μὲς στὴν τρελή χαρὰ καὶ γιὰ δικό του λογαριασμό, τὸν ἀκολουθοῦσε καταπόδι, δείχνοντας ὅμως κομμάτι μουτρωμένος γιὰ νὰ μὴν παίρνει ὁ ἄλλος καὶ πολὺ ἀέρα.  

«Φτοὺ γαμῶτο σου, ρὲ Λέλο!» τοῦ ’πε. «Νέφτι ρὲ σοῦ’χουνε βάλει καὶ πᾶς ἔτσι;»

Ὁ Λέλο δὲν τοῦ ἀπαντοῦσε. Πῆγε μόνο νὰ τοῦ ξεφύγει ἕνα γελάκι, μὰ περπατοῦσε δίχως κὰν νὰ κοιτάει πίσω του.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

ΑΠΟΡΗ ΟΝΤΑΣ




CLAIRE GOLL

 

ΑΠΟΡΗ ΟΝΤΑΣ

 

Γιατί δεν εφύλαξα

τα πολύτιμα χαμόγελά σου

και διατήρησα τη σκιά

που έστρωσες στους δρόμους μας;

 

Γιατί δεν έβαλα στην άκρη

τα χρυσά και τα κεχριμπαρένια σου βλέμματα,

περιουσία μυθική γι’ αργότερα

όταν θα πάσχω από τρυφερότητας ἔλλειψη;

 

Σπατάλησα τα χάδια σου

τα βήματά σου δεν τα έχω καταγράψει

η καταιγίδα εσκόρπισε τις αγκαλιές σου

και κατέστρεψε τα σιλό που ήταν γεμάτα φιλιά.

Της φωνής σου ο έσχατος ήχος

χάνεται στην άμμο

και μάταια σχεδιάζω εγώ το προφίλ σου

στην παγωμένη άχνα του παραθύρου μου.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


 

PIER PAOLO PASOLINI

 

ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Επηρεάζεστε συνήθως από την κακία των ανθρώπων;

ΠΑΖΟΛΙΝΙ: Υπάρχουν κάποιες κακίες που πολύ λίγο με επηρεάζουν. Πρέπει, ωστόσο, να ομολογήσω ότι, κάθε φορά που διαβάζω κάτι ανόητα εναντίον μου σε κάποια εφημερίδα, παραδείγματος χάρη, ναι, υποφέρω. Οι πληγές αυτές περνούν όμως αμέσως. Είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που παραμένουν, αυτές που αφήνουν σημάδι. Οι πιο σοβαρές πληγές μου εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες και συγκεκριμένες συνθήκες χρόνου, τόπου ή προσώπου. Δεν με νοιάζει, δηλαδή, τί είδους κατηγορία ή κακία μου εκτοξεύεται. Ίσως επειδή εδώ και πολύ καιρό έχω καταλάβει τούτο: ότι κατηγορούμαι πάντα για τα ίδια πράγματα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ

 


PABLO NERUDA

 

ΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ

 

Ἂν σταματήσει κάποτε στὰ ξαφνικὰ ἡ καρδιά σου,

ἂν κάτι πάψει νὰ κυλᾶ στὶς φλέβες σου σὰν φλόγα,

ἂν ἡ φωνὴ στὸ στόμα σου δὲν γίνεται πιὰ λέξη,

τὰ χέρια σου ἂν ξεχάσουν νὰ πετοῦν καὶ κοιμηθοῦνε.

 

Ματίλδε ἀγάπη μου, τὰ χείλη σου μισάνοιχτα ἄσε,

γιατὶ αὐτὸ τὸ στερνὸ φιλὶ ν’ ἀντέξει αἰώνια πρέπει·

γιὰ πάντα ἀκίνητο τὸ στόμα σου ποθῶ νὰ μείνει

καὶ στὸν δικό μου θάνατο γιὰ νὰ μ’ ἀκολουθήσει.

 

Φιλώντας τὸ τρελὸ γλυκό σου στόμα θὰ πεθάνω —

σφιχταγκαλιάζοντας τὸν ἀμπελώνα τοῦ κορμιοῦ σου,

τῶν σφαλισμένων σου ματιῶν γυρεύοντας τὴ λάμψη.

 

Εὐθὺς μόλις τὸ χῶμα θὰ δεχτεῖ τ’ ἀγκάλιασμά μας,

κι οἱ δυό μας θὰ ἑνωθοῦμε στὸν κοινό τὸν θάνατό μας,

νὰ ζήσουμε γιὰ πάντα στὸ ἕνα καὶ αἰώνϊο φιλί μας.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 


LUIS CERNUDA

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Ο Αλβάνιο πρέπει να ήταν ακόμα πολύ μικρός, όταν πρωτοδιάβασε Βέκερ. Ήσαν κάτι δεμένοι τόμοι με μπλε χρώμα και χρυσά αραβουργήματα, και ανάμεσα στις κιτρινισμένες τους σελίδες είχε κάποιος φυλάξει φωτογραφίες από παλιούς καθεδρικούς ναούς και ερειπωμένα κάστρα. Τους είχαν δώσει δανεικούς στις αδελφές του Αλβάνιο οι εξαδέλφες τους, επειδή τις μέρες εκείνες ο κόσμος μιλούσε πολύ και εξόχως αόριστα για τον Βέκερ, καθώς η μετακομιδή των λειψάνων του από τη Μαδρίτη είχε συντελεσθεί με μια πομπώδη ταφή στο παρεκκλήσιο του πανεπιστημίου.

 

Καθώς ξεφύλλιζε τα βιβλία αυτά, ανάμεσα στις πυκνογραμμένες σελίδες με τα πεζά κείμενα έπεσε και πάνω σε άλλες πιο αραιογραμμένες και καθαρές, με σύντομες αράδες πανάπαλου ρυθμού. Δεν αντιλήφθηκε τότε (αν και όχι επειδή ήταν μικρό παιδί, αφού ούτε και οι περισσότεροι ενήλικες το αντιλαμβάνονται αυτό) τη δυστυχή ανθρώπινη ιστορία που διασώζουν τα αγνά λόγια ενός ποιητή. Αλλά καθώς εδιάβαζε χωρίς να καταλαβαίνει, —όπως το παιδί και όπως πολλοί άνθρωποι—, μολύνθηκε από κάτι διαφορετικό και μυστηριώδες, κάτι που αργότερα, ξαναδιαβάζοντας επανειλημμένως τον ποιητή, αφυπνίστηκε εντός του σαν ασαφής και επίμονη ανάμνηση μιας προηγούμενης ζωής, πνιγμένης στην εγκατάλειψη και στη νοσταλγία.

 

Χρόνια αργότερα, αναμφίβολα ικανότερος πιά ο Αλβάνιο, αλλά προς μεγάλη του ατυχία, από θαυμασμό και έρωτα για την ποίηση έμπαινε συχνά στο παρεκκλήσιο του πανεπιστημίου και σταματούσε σε μια γωνιά, όπου ένας άγγελος κρατούσε, κάτω από πέτρινο κουβούκλιο, ένα βιβλίο στο ένα του χέρι, ενώ το άλλο το είχε φέρει στα χείλη του επιβάλλοντας με το δάχτυλο υψωμένο σιωπή. Μολονότι γνώριζε ότι ο Βέκερ δεν ήταν εκεί, αλλά κάτω, στην κρύπτη του παρεκκλησίου, μόνος, όπως είναι πάντα και οι ζωντανοί και οι νεκροί, ο Αλβάνιο ατένιζε αυτή την εικόνα για ώρα πολλή, σαν να μην του έφτανε η σιωπηλή της ευγλωττία και να χρειαζόταν ν’ ακούσει, φανερωμένο και σε ήχο, το μήνυμα των πέτρινων εκείνων χειλιών. Η απάντηση που έλαβαν τα ερωτήματά του ήταν οι νεανικές φωνές και τα ζωηρά γέλια των φοιτητών, που τρυπούσαν τους χοντρούς τοίχους και έφταναν μέσα ώς αυτόν απ΄ την ηλιόλουστη μεσαυλή και τον συναντούσαν. Τα πάντα εκεί μέσα ήταν ήδη αδιαφορία και λήθη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΣΤΑΥΡΕ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ, ΕΥΩΔΙΑΣΤΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ ΜΕ ΦΩΣΦΟΡΟ

 


PABLO NERUDA

 

ΣΤΑΥΡΕ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ, ΕΥΩΔΙΑΣΤΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ ΜΕ ΦΩΣΦΟΡΟ

 

Σταυρὲ τοῦ Νότου, εὐωδιαστὸ τριφύλλι μὲ φωσφόρο,

μὲ τέσσερα φιλιὰ ὅλη ἡ ὀμορφιά σου ἐντός μου μπῆκε

τρυπώντας τὸ σομπρέρο μου, τρυπώντας τὴ σκϊά μου·

μαζί σου τὸ φεγγάρι ἐρχόταν στρογγυλὸ ἀπ’ τὸ ψύχος.

 

Τότε γιὰ τὴ δικιά σου ἀγάπη ἐσύ, ὤ μὲ τὶ διαμάντια

γαλάζιας πάχνης καὶ γαλήνης ἐπουράνϊας καὶ σὰν

καθρέφτης φανερώθηκες, γιὰ νὰ γεμίσει ἡ νύχτα

μὲ τὸ καλὸ κρασὶ ἀπ’ τὰ τέσσερα κρασοπουλειά σου.

 

Ὦ ἐσὺ παλλόμενη πλατίνα σὰν τὸ φρέσκο ψάρι,

σταυρέ μου πράσινε καὶ μαϊντανὲ μὲ ἀχτινοβόλες

σκϊές, πυγολαμπίδα τ’ οὐρανοῦ ἁλυσοδέσμια,

 

ἁπλώσου μέσα μου κι ἂς κλείσουμε κι οἱ δυὸ τὰ μάτια.

Γιὰ μιὰ στιγμὴ κοιμήσου μὲ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.

Καὶ μέσα μου ἄναψε τοὺς τέσσερις ἀστερισμούς σου.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Η ΜΑΝΟΛΙΑ

 


LUIS CERNUDA

 

Η ΜΑΝΟΛΙΑ

 

Στο δρόμο έμπαινες από μιαν αψίδα. Ήταν μάλιστα τόσο στενή, που όποιος περπατούσε στη μέση της και άνοιγε στο πλάι τα χέρια του, θ’  άγγιξε και τους δύο της τοίχους.  Έπειτα, πίσω ​​από μια καγκελόπορτα, αν λοξοδρομούσες, χανόσουν στον λαβύρινθο των άλλων στενορυμιών και των μικρών πλατειών που αποτελούσαν εκείνη την παλιά συνοικία. Στο βάθος του δρόμου υπήρχε μόνο μια μικρή πορτούλα, μονίμως κλειστή, και σού ’δινε την εντύπωση ότι η μοναδική διέξοδος ήταν από πάνω από τα σπίτια, με πορεία προς τον φλογισμένο γαλάζιο ουρανό.

Σε μια στροφή του δρόμου βρισκόταν το μπαλκόνι, όπου μπορούσες να σκαρφαλώσεις από το έδαφος σχεδόν άκοπα. Και δίπλα του, πάνω στους τοίχους του κήπου, υψωνόταν η ​​τεράστια μανόλια που εσκέπαζε με τα κλαδιά της τα πάντα. Ανάμεσα στα λαμπερά και αιχμηρά της φύλλα της έπαιρναν πόζα κάθε άνοιξη οι χιονισμένες νιφάδες των ανθών της καθιστώντας φανερό το λεπτό μυστήριο του παρθένου και ανέγγιχτου όντος.

Τούτ’ η μανόλια ήταν για μένα πάντα κάτι περισσότερο από όμορφο θέαμα: σ’ αυτήν ενσαρκωνόταν η ίδια η εικόνα της ζωής. Μπορεί κατά καιρούς να λαχταρούσα να ήταν αλλιώς, πιο ελεύθερη, πιο κοντά στο ρεύμα των όντων και των πραγμάτων, πλην όμως ήξερα ότι η απομονωμένη ύπαρξη του δέντρου, η άνθησή του χωρίς και την παραμικρή μαρτυρία, ήταν η υψηλή ποιότητα του κάλλους του. Το κατέτρωγε η ίδια του η ζέση, και πέταγε στη μοναξιά άνθη αγνά ωσάν νά ’ταν θυσία αναπόδεκτη στο βωμό κάποιου θεού.

 

 Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΚΡΥΦΙΟ ΚΑΛΛΟΣ

 


LUIS CERNUDA

 

ΚΡΥΦΙΟ ΚΑΛΛΟΣ

 

Ο Αλβάνιο είχε ήδη πατήσει το κατώφλι της εφηβείας και επρόκειτο να φύγει απ’ το σπίτι, όπου είχε γεννηθεί και ζήσει μέχρι τότε, για να πάει σ’ ένα άλλο στα περίχωρα της πόλης. Ήταν ένα σχεδόν ζεστό και φωτεινό μαρτιάτικο απόγευμα· την άνοιξη την έβλεπες στο άρωμά της, στον φωτοστέφανο της, στην έμπνευσή της, στον αέρα εκείνης της τότε σχεδόν μοναχικής υπαίθρου.

Ο νέος βρισκότανε στο άδειο ακόμα δωμάτιο που θα ήταν το δικό του δωμάτιο στο καινούργιο σπίτι, και οι ριπές της αύρας του έφερναν μέσ’ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο τη νεανική και καθαρή ευωδιά της φύσης, εξοπλίζοντας με φλόγες το πράσινο και χρυσό φως και δυναμώνοντας έτσι τη ρύμη του απογεύματος.

Ακουμπισμένος στο περβάζι του παράθυρου, σε κατάσταση νοσταλγίας χωρίς να ξέρει τον λόγο, εκοίταζε την εξοχή για ώρα, πολλή ώρα.

Σαν από διαίσθηση, περισσότερο παρά από αντίληψη, για πρώτη φορά στη ζωή του εμάντεψε την ομορφιά όλων όσων ατένιζαν τα μάτια του. Και με το όραμα αυτού του κρύφιου κάλλους, ένα αίσθημα μοναξιάς, άγνωστό του μέχρι τότε, σύρθηκε απότομα μες στην ψυχή του και την ελάβωσε.

Το βάρος του θησαυρού που του εμπιστεύτηκε η φύση ήταν υπερβολικό για το παιδικό του ακόμα πνεύμα, καθώς όλος αυτός ο πλούτος φαινόταν να σταλάζει εντός του μιαν ευθύνη και ένα καθήκον, οπότε και τον άλωσε η επιθυμία να λάβει την ανακούφιση στις συντροφιές των άλλων. Πιο έπειτα όμως μια παράξενη αιδώς τον συγκρατούσε και του εσφράγιζε τα χείλη, ωσάν το τίμημα του δώρου εκείνου να ήταν η μελαγχολία και η απομόνωση που το συνόδευαν, καταδικάζοντάς τον αυτόν τον ίδιο  ν’ απολαμβάνει και να υποφέρει σιωπηλά την πικρή και θεϊκή μέθη, μια μέθη άρρητη και άφατη, που τού ’πνιγε το στήθος και του εθόλωνε με δάκρυα τα μάτια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ΣΑΝ ΕΙΠΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ, ΑΙΣΤΑΝΘΗΚΑ ΒΑΘΙΑ ΤΟ ΨΥΧΟΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΣΑΝ ΕΙΠΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ, ΑΙΣΤΑΝΘΗΚΑ ΒΑΘΙΑ ΤΟ ΨΥΧΟΣ

 

Σὰν εἶπα νὰ πεθάνω, αἰσθάνθηκα βαθιὰ τὸ ψύχος,

κι ἀπ’ ὅσα εἶχα ζήσει σοῦ ἄφηνα τὸν ἑαυτό σου·

τὸ στόμα σου ἤτανε τὰ γήινα μερόνυχτά μου,

τὸ δέρμα σου ἕνα κράτος ἱδρυμένο ἀπ’ τὰ φιλιά μου.

 

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς τελειῶσαν τὰ βιβλία,

φιλίες, θησαυροὶ πολλοὶ χωρὶς ἐκεχειρία,

τὸ διάφανό μας σπίτι ποὺ μαζὶ τό ’χουμε στήσει —

τὰ πάντα τέλος βρήκανε, ἀλλ’ ὄχι τὰ δυό σου μάτια.

 

Γιατὶ ὁ ἔρωτας ἀπ’ ὅταν ἡ ζωὴ μᾶς κυνηγάει

κύμα εἶναι ποὺ καλπάζει σ’ ἄλλο κύμα ἀπὸ πάνω·

ὁ θάνατος σὰν ἔρχεται ὅμως καὶ χτυπάει τὴν πόρτα,

 

στὸ ἀπέραντο κενὸ τὸ βλέμμα σου μονάχα μένει·

ἡ λάμψη σου μονάχα ποὺ θὲ νὰ τὸν καταργήσει·

ἡ ἀγάπη σου μονάχα τὸ σκοτάδι θὰ σφαλίσει.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 


PIER PAOLO PASOLINI

Η επανάσταση έρχεται, όταν ο λαός είναι έτοιμος : όταν γίνεται κάτι αυθόρμητο που ως γεγονός δεν ανακόπτεται.

Συνέντευξη στον Χοακίν Σοκόλοβιτς, 1968.