Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗ ΡΩΜΗ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗ ΡΩΜΗ]

 

Οἱ φωνὲς ποὺ ἀκούγονταν ἔρχονταν ἀπὸ μιὰν αὐλίτσα πίσω  ἀπτὸ ξύλινο σπίτι τοῦ παπᾶ, ἀπέναντι ἀπτὸν σκαμμένο λάκκο. Ἦταν κάτι παιδιὰ ποὺ ἔπαιζαν κάτω ἀπόνα ὑπόστεγο στὴν ἄκρη τῆς μικρῆς αὐλῆς τοῦ πρεσβυτέριου. Τὸ τελευταῖο φῶς τοῦ ἥλιου, κόκκινο καὶ μὲ δροσεράδα τώρα πιά, ἔπιανε μὲ τὶς ἀχτίδες του ὅλο τοῦτο τὸ μέρος. Τέσσερα παιδάκια, τὰ πιὸ μικρά, ἔπαιζαν ποδοσφαιράκι, κι ἄλλα δύο πίνγκ-πόνγκ. Ἄλλα παρακολουθοῦσαν ὄρθια, κι ἄλλα καθιστά, ἀπὸ κάτι κασόνια.

Ὁ Τομάζο τό ’ξερε ὅτι στὰ κτίρια τῆς ΙΝΑ-Κατασκευαὶ Οἰκειῶν κατοικοῦσαν δύο κατηγορίες ἀνθρώπων: ἀπ’ τὴ μιὰ μεριὰ ἦταν κρατικοὶ ὑπάλληλοι, σιδηροδρομικοί, τραμβαγιέρηδες, πού ’χαν πάρει σπίτια μὲ τὴ μεσολάβηση τῶν συνδικάτων τους, καὶ ἀνάμεσά τους ἔβρισκες καὶ λογιστές, ἐργολάβους καὶ καλοβαλμένο κόσμο τοῦ ἰδίου φυράματος, κι ἀπ’ τὴν ἄλλη τὴ μεριὰ ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἴσαμε τότε ἔμεναν σὲ τρῶγλες καὶ σὲ παλιοκάλυβα, στοὺς ὁποίους ἐρχόταν ὁ δῆμος κάθε τόσο καὶ τοὺς παραχωροῦσε κανὰ σπίτι… μιλᾶμε τώρα γι’ ἀνθρώπους ἢ ψωμολυσσασμένους ἢ τοῦ ὑπόκοσμου.

Τ’ ἀγόρια πού ’παιζαν στὸ προαυλιάκι τῆς ἐκκλησίας πρέπει νά ’ταν ὅλα τους σπουδαστές καὶ παιδιὰ τοῦ μπαμπᾶ καὶ τῆς μαμᾶς, κι ἄλλος λίγο ἄλλος πολὺ ἦταν οἱ νέοι γείτονες στὸ σπίτι τοῦ Τομάζο.

Ἔπαιζαν ἀλλοπαρμένοι ποδοσφαιράκι καὶ πίνγκ-πόνγκ. Ἦταν κι αὐτοί, ὅλοι τους, ντυμένοι μόρτικα, μὲ ἀμερικάνικα παντελόνια γεμάτα γυαλιστερὰ κουμπάκια, μὲ τὶς ζῶνες δεμένες ψηλά, καὶ φοροῦσαν φανέλες. Ἦταν, ὅμως, ὅλοι τους φρέσκοι-φρέσκοι κι ἔλαμπαν ἀπὸ καθαριότητα, λερωμένοι λίγο πίσω καὶ μπροστά, ὄχι ἀπ’ τὴ δουλειά, ὄχι, ἀλλὰ ἐπειδὴ    παίζοντας κάθονταν ἐδῶ κι ἐκεῖ ἢ ξύνονταν μὲ βρόμικα χέρια.

Ἕνας χλεμπονιάρης ἐκεῖ, χλομός-χλομός, μὲ δυὸ κατάμαυρα μάτια ποὺ τὸν ἔκαναν νὰ μοιάζει πριγκιποπούλο τῆς Ἀραβίας, κοίταζε εἰρωνικὰ ἕναν φίλο του πού ’παιζε πίνγκ-πόνγκ. «Ρὲ Γιακομπάτσι», ἔλεγε, «σπίτι ρὲ δὲν ἔχεις; Τράβα σπίτι σου, ρέ!» Γέλασε λίγο, μόνος του, μασώντας τὴν ἀμερικάνικη τσίχλα του, καὶ πρόσθεσε: «Ἄντε ρὲ νὰ πλυθεῖς, παλιοβρομιάρη!»

Ὁ Γιακομπάτσι ἦταν πάρα πολὺ ἀπασχολημένος μὲ τὸ παιχνίδι του γιὰ νὰ κάτσει νὰ τοῦ ἀπαντήσει. Ὅταν, ὅμως, τὸ μπαλάκι ἔπεσε κάτω καὶ πῆγε μὲ πηδηματάκια ὣς τὸ βάθος-βάθος τοῦ ὑπόστεγου, σκύβοντας νὰ τὸ πιάσει τοῦ ’πε: «Ρὲ Ντὶ Φά —τί λές;—, θὰ μοῦ τὰ σπάσεις κι ἄλλο τ’ ἀρχίδια;»

«Δὲν τὸ κόβεις λέω ’γώ, ρέ!» εἶπε τ’ ἄλλο ἀγόρι. Καὶ συνέχισε νὰ μασάει μ’ ὅλη του τὴν ἡσυχία τὴν τσίχλα του. Ὕστερ’ ἀπὸ λίγο σηκώθηκε, πλησίασε τὸ φίλο του καὶ τοῦ ’πε: «Σειρά μου τώρα!» «Μὰ τί, οὔτε πέντε λεφτὰ δὲν ἔπαιξα!» εἶπε αὐτὸς σμίγοντας τὰ φρύδια του καὶ σφίγγοντας τοὺς ἀγκῶνες του πάνω στὸ στῆθος του καὶ μὲ τὴ ρακέτα στὸ χέρι. «Τί πέντε λεφτά, ρέ!» τοῦ ’πε ὁ Ντὶ Φάτσιο, μουτρωμένος, καὶ γύρισε ἀπότομα καί, μὲ χωμένα τὰ χέρια του στὶς τσέπες, πῆγε κι ἔκατσε ξανὰ στὴ θέση του. «Να τελειώσει ρὲ αὐτὴ ἡ παρτίδα καὶ μετὰ σειρά σου νὰ παίξεις, ’ντάξει;… ἔγινε;» εἶπε ὁ Γιακομπάτσι συμφιλιωτικά, καὶ σέρβιρε τὸ μπαλάκι ξαφνικὰ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ ἀντίπαλός του εἶχε ἀρχίσει νὰ τσαντίζεται.

Ὁ Τομάζο, ἔξω ἀπ’ τὸ μεταλλικὸ συρματόπλεγμα στεκόταν καὶ κοίταζε.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου