LUIS CERNUDA
ΚΡΥΦΙΟ ΚΑΛΛΟΣ
Ο Αλβάνιο είχε ήδη πατήσει το κατώφλι της εφηβείας και
επρόκειτο να φύγει απ’ το σπίτι, όπου είχε γεννηθεί και ζήσει μέχρι τότε, για να
πάει σ’ ένα άλλο στα περίχωρα της πόλης. Ήταν ένα σχεδόν ζεστό και φωτεινό μαρτιάτικο
απόγευμα· την άνοιξη την έβλεπες στο άρωμά της, στον φωτοστέφανο της, στην
έμπνευσή της, στον αέρα εκείνης της τότε σχεδόν μοναχικής υπαίθρου.
Ο νέος βρισκότανε στο άδειο ακόμα δωμάτιο που θα ήταν
το δικό του δωμάτιο στο καινούργιο σπίτι, και οι ριπές της αύρας του έφερναν μέσ’
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο τη νεανική και καθαρή ευωδιά της φύσης, εξοπλίζοντας με
φλόγες το πράσινο και χρυσό φως και δυναμώνοντας έτσι τη ρύμη του απογεύματος.
Ακουμπισμένος στο περβάζι του παράθυρου, σε κατάσταση
νοσταλγίας χωρίς να ξέρει τον λόγο, εκοίταζε την εξοχή για ώρα, πολλή ώρα.
Σαν από διαίσθηση, περισσότερο παρά από αντίληψη, για
πρώτη φορά στη ζωή του εμάντεψε την ομορφιά όλων όσων ατένιζαν τα μάτια του.
Και με το όραμα αυτού του κρύφιου κάλλους, ένα αίσθημα μοναξιάς, άγνωστό του
μέχρι τότε, σύρθηκε απότομα μες στην ψυχή του και την ελάβωσε.
Το βάρος του θησαυρού που του εμπιστεύτηκε η φύση ήταν
υπερβολικό για το παιδικό του ακόμα πνεύμα, καθώς όλος αυτός ο πλούτος φαινόταν
να σταλάζει εντός του μιαν ευθύνη και ένα καθήκον, οπότε και τον άλωσε η
επιθυμία να λάβει την ανακούφιση στις συντροφιές των άλλων. Πιο έπειτα όμως μια
παράξενη αιδώς τον συγκρατούσε και του εσφράγιζε τα χείλη, ωσάν το τίμημα του
δώρου εκείνου να ήταν η μελαγχολία και η απομόνωση που το συνόδευαν,
καταδικάζοντάς τον αυτόν τον ίδιο ν’
απολαμβάνει και να υποφέρει σιωπηλά την πικρή και θεϊκή μέθη, μια μέθη άρρητη
και άφατη, που τού ’πνιγε το στήθος και του εθόλωνε με δάκρυα τα μάτια.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου