Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2023

ΕΡΩΤΕΣ: ΡΟΣΑΟΥΡΑ (Ι) & (II)

 


PABLO NERUDA

 

ΕΡΩΤΕΣ: ΡΟΣΑΟΥΡΑ (Ι)

 

Ροσάουρα τοῦ ρόδου, τῆς ὥρας

τῆς καθημερινῆς, ὁλόρθη

στοῦ φτωχοῦ λυκόφωτος

τὴ γλιστερὴ τὴν ὥρα, στὴν πόλη,

ὅταν λαμποκοποῦν τὰ καταστήματα

καὶ πνίγεται ἡ καρδιὰ

στὴν ἴδια της τὴν ἀνεξερεύνητη χώρα

σὰν χαμένος ταξιδιώτης,

ἀργά, στὴ μοναξιὰ μέσα τῶν βάλτων.

 

Βάλτος εἶναι ὁ ἔρωτας·

ἀνάμεσα στὸν ἕναν καὶ στὸν ἄλλον ἀριθμὸ

τοῦ δρόμου,

ἐκεῖ βουλιάζουμε,

ἡ βαθιὰ μᾶς πνίγει ἡδονή,

τό ᾽να κορμὶ κολλάει στ᾽ ἄλλο,

ἡ κόμη στὴν κόμη,

στὸ φιλὶ τὸ στόμα,

καὶ στὸν σπασμὸ

χορταίνει τὸ πεινασμένο κύμα

καὶ ζαρώνουν

τῆς λάσπης οἱ πλάκες.

 

Ἂχ ἔρωτα τοῦ κορμιοῦ μὲ τὸ κορμί,

χωρὶς λόγια,

καὶ μὲ τὸ νοτισμένο ἀλεύρι ποὺ συνδέει

τὴ φρενίτιδα τῶν δονήσεων,

τὸ βραχνὸ χτὲς τοῦ ἄντρα καὶ τῆς γυναίκας,

μιὰ ἔκρηξη στὸν ροδώνα,

ἕνας σκοτεινὸς τιναγμένος κάλυκας

συνταράζει τὰ φτερὰ τοῦ σκότους,

ἕνα δίχτυ φωσφορικό,

σὲ ἀγκαλιάζω,

σὲ καταδικάζω,

πεθαίνω ἀπὸ σένα γιὰ σένα,

καὶ ἀλαργεύει τὸ ἕνα πλοῖο ἀπὸ τὸ ἄλλο,

κάνοντας τὰ τελευταῖα τους σινιάλα

στὸ ὄνειρο τῆς θάλασσας,

τῆς παλίρροιας

ποὺ ἐπιστρέφει στὸν ἀδιάλλακτο πλανήτη της,

στὶς ἔγνοιες της, στὴν ἁγνότητά της·

ἀπομένει μόνο ἡ κλίνη

στὴ μέση

τῆς ἄπιστης ὥρας,

λυκόφως, κρίνος δειλινός·

καὶ οἱ ναυαγοὶ νὰ φύγουν ἤδη ἐκίνησαν·

ἐδῶ μείνανε τὰ σκισμένα σεντόνια,

τὸ λαβωμένο

πλεούμενο·

πᾶμε νὰ δοῦμε τὸν ποταμὸ Μαπότσο·

ἡ ζωή ἡ δική μου μαζί του κυλάει.

 

Τῆς ἀγκαλιᾶς μου Ροσάουρα,

στὸ νερὸ ἡ ζωή σου κυλάει,

στὸν χρόνο,

στ᾽ ἀναχώματα τὰ φτιαγμένα μὲ χαλίκια,

στὶς γέφυρες ὅπου σπεύδουν νὰ πᾶνε

ὅλα τὰ κατάκοπα πόδια·

μὲ τὸ νερὸ μαζὶ κυλάει ἡ πόλη,

μὲ τὸ ρεῦμα κυλάει τὸ φῶς,

ἡ λασπωμένη καρδιὰ

κυλάει κυλάει

ἔρωτας κυλάει μαζὶ μὲ τὸν χρόνο,

μὲ τὸ ἔτος 1923, ἕνα

ἐννέα

δύο τρία,

εἶναι ἀριθμοί,

κι ὁ καθένας τους εἶναι μὲς στὸ νερὸ

ποὺ κυλάει

τὴ νύχτα

μὲς στοῦ ποταμοῦ τὸ αἷμα,

μὲς στὴ νυχτερινὴ τὴ λάσπη,

μὲς στὶς βδομάδες

ποὺ πέφτουν

μὲς στὸ ποτάμι

τῆς πόλης, ἀπ᾽ ὅταν ἦρθα κι ἀκούμπησα

τὰ χλομά σου ἐσένα τὰ χέρια·

Ροσάουρα,

τά ᾽χες ξεχάσει

ἀπ᾽ τὸ τόσο πολὺ ποὺ πετοῦσαν

μὲς στὸν καπνό·

κι ἐκεῖνα σὲ ξέχασαν ἐκεῖ

στὴ γωνία

τῆς ὁδοῦ Σασιέ, ἢ στὴν μικρὴ πλατεία

Παδούρα, μὲ τὸ τσουχτερὸ ρόδο

στὴ γειτονιὰ ποὺ μᾶς δεχότανε.

Ἡ μικροσκοπικὴ μεσαυλὴ

μάζευε τὰ περιττώματα

τῶν ἀλητόβιων γάτων

καὶ ἀνάμεσα σ᾽ ἐμᾶς, τοὺς δυὸ γυμνούς,

γεννιότανε

μιὰ μπρούντζινη γαλήνη:

τῶν προαστίων ἡ σκληρὴ ἠρεμία·

στὰ βλέφαρά μας ἀνάμεσα

ἔπεφτε ἡ σιωπή,

κάτι σὰν ποτὸ σκοτεινό·

δὲν κοιμόμασταν·

τοῦ ἔρωτα κάναμε τὶς προετοιμασίες·

εἴχαμε καταφάει

τὸ πάτωμα,

τὴν ἐξάντληση,

τὸν πόθο,

καὶ ἐκεῖ, στὸ τέλος, ἤμασταν

ἀδέσμευτοι, χωρὶς ροῦχα, χωρὶς πηγαινέλα,

καὶ ἀποστολή μας

ἦταν

νὰ ξεχειλίσουμε

σὰν νά ᾽χαμε γεμίσει ἴσαμ᾽ ἐπάνω

ἀπὸ κάποιο ὑγρὸ ἀμίλητο,

ἀπὸ κάποιο βαρὺ

ὀξύ

ποὺ μᾶς ἔτρωγε,

ἀπὸ μιὰν οὐσία

ποὺ γέμιζε τῶν γοφῶν σου τὸ σχῆμα,

τὴν ἄψογη τοῦ στόματός σου καθαρότητα.

 

Ροσάουρα,

διαβατική,

χρῶμα τοῦ νεροῦ,

κόρη τοῦ Κουρικό, ὅπου σβήνει ἡ μέρα

ἀπ᾽ τὸ βάρος καὶ τὰ χιόνια

συγκλονισμένη

τῆς μεγάλης κορδιγιέρας·

ἐσὺ εἶσαι θυγατέρα

τοῦ ψύχους

καὶ πρὶν λειώσεις

ἀνάμεσα στίς πλίθρες

τῶν ἀμείλικτων τοίχων,

ἦρθες σ᾽ ἐμένα, νὰ κλάψεις ἢ νὰ γεννηθεῖς,

νὰ καεῖς στὴ θλιμμένη μου κυριότητα,

ἴσως δὲ νὰ μὴν ὑπῆρχε

ἄλλη φωτιὰ στὴ ζωή σου,

ἴσως ἐσὺ ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ὑπῆρχες

τὴ στιγμὴ ἐκείνη τότε.

 

Πυρπολήσαμε τὸν κόσμο καὶ σβήσαμε τὴ φωτιά του

κι ἐσὺ ἔμεινες πίσω στὸ σκοτάδι·

ἐγὼ συνέχισα νὰ παίρνω τοὺς δρόμους

σπάζοντας τὰ χέρια καὶ τὰ μάτια μου,

ἄφησα πίσω μου τὸ λυκόφως,

τὶς ἑσπερινὲς ἔδρεψα παπαροῦνες·

πέρασε μιὰ μέρα ποὺ μαζὶ μὲ τὴ νύχτα της γένησαν

μιὰ καινούργια βδομάδα

καὶ μιὰ χρονιὰ ἐκοιμήθηκε μαζὶ μὲ μιὰν ἄλλη χρονιά·

στάλα τὴ στάλα

μεγάλωσε ὁ χρόνος

ὅπως καὶ τὸ διάφανο δέντρο

φύλλο τὸ φύλλο·

ἡ κατασκονισμένη πόλη

ἔκανε τὸ νερὸ χρυσάφι,

ὁ πόλεμος ἔκαψε πουλιὰ καὶ παιδιά

στὴ βασανισμένη Εὐρώπη,

ἀπὸ τὴν Ἀτακάμα προχώρησε

ἡ ἔρημος μὲ ἄμμο,

φωτιὰ καὶ ἁλάτι,

σκοτώνοντας τὶς ρίζες,

γυρόφερναν τὰ γαλάζια τους ὀξέα

οἱ χλομοὶ πλανῆτες,

κάποιος ἄνθρωπος ἔπιασε τὸ φεγγάρι,

ἄλλαξε ὁ ζωγράφος

καὶ πιὰ δὲν ζωγράφιζε πρόσωπα,

μὰ τὰ σημάδια καὶ τὶς πληγὲς μονάχα,

κι ἐσύ;... τί ἔκανες ἐσὺ

χωρὶς τὴν τρύπα

τοῦ πόνου καὶ τοῦ ἔρωτα;

Κι ἐγώ,... τί ἔκανα ἐγὼ

ἀνάμεσα στὰ φύλλα πού ᾽χαν πέσει στὸ χῶμα;

 

Ροσάουρα, φθινόπωρο, μακριά,

μελένια λυγερὴ σελήνη,

καμπάνα ἀμίλητη·

ἀνάμεσα σ᾽ ἐμᾶς τοὺς δύο τὸ ἴδιο κυλάει ποτάμι,

ὁ Μαπότσο, καὶ κυλάει

τοὺς τοίχους καὶ τὰ σπίτια ροκανίζοντας,

καὶ προσκαλεῖ τὴ σιωπὴ νὰ ἔρθει —

τὸ ἴδιο ἄλλωστε κάνει καὶ ὁ χρόνος.

 

 

******************

 

ΕΡΩΤΕΣ: ΡΟΣΑΟΥΡΑ (ΙΙ)

 

Σ᾽ ἐμᾶς ἔδωσε ὀ ἔρωτας τὴ μοναδική μας σπουδαιότητα.

Ἡ ρώμη ἡ σωματική, τῆς καρδιᾶς ὁ παλμὸς

ποὺ γεννιέται καὶ γεννάει,

τοῦ κορμιοῦ

ἡ συνέχεια

στὴν εὐτυχία,

κι ἐκεῖνο τὸ θραῦσμα θανάτου

ποὺ μᾶς ἐφώτιζε μέχρι νὰ σβήσουμε.

 

Γιὰ μένα, γιὰ σένα

ἄνοιξε ἐκείνη ἡ ἡδονὴ

σὰν τὸ ρόδο

τὸ μοναδικὸ

στὰ κουφὰ προάστια,

μὲ τῆς ἀσυγκράτητης νιότης μας τὸ ἅπαν,

ὅταν ὅλα συνομωτοῦσαν

ν᾽ ἀρχίσουνε νὰ μᾶς σκοτώνουνε σιγὰ-σιγά,

διότι ἀνάμεσα σὲ θεσμοὺς κατουρημένους

ἀπ᾽ τὴν πορνεία καὶ τὶς ἀπάτες

ἰδέα δὲν εἶχες τί ἔπρεπε νὰ κάνεις·

ὁ ἐπιπόλαιος ἔρωτας ἤμασταν,

καὶ τῆς ἀθωότητας ἡ ἀδυναμία·

ὅλα τά ᾽χε καταφάει ὁ καπνός,

τὸ μαῦρο γκάζι,

ἡ ἐχθρότητα

μεταξὺ ἀνακτόρων καὶ τράμ.

 

Ἕνας ὁλόκληρος αἰώνας ξεφύλλιζε

τὴν πεθαμένη του αἴγλη,

τὸ φύλλωμά του

ὅλο κεφάλια κομμένα,

μεγάλες στάλες αἷμα

ἔσταζαν ἀπ᾽ τὰ γεισώματα,

ὄχι, δὲν ἦταν βροχή, δὲν χρειαζόσουν

όμπρέλα,

πέθαινε ὁ χρόνος,

καὶ κανεὶς μὲ καμία

δὲν συναντιότανε,

ὅταν πιὰ οἱ αὐθέντες, ἀπ᾽ τὸν θρόνο τους πάνω,

εἶχαν ἐκδώσει

τὰ φονικὰ διατάγματα τῆς πείνας

ποὺ σὲ ἀνάγκαζαν νὰ πεθάνεις —

ἦταν ὑποχρεωτικό,

εἶχε συμφωνηθεῖ,

ὑπῆρχε καὶ γραμμένο·

τότε βρήκαμε

στὸ ρόδο τῶν κορμιῶν

τὸ παλλόμενο πῦρ

καὶ τὸ χρησιμοποιούσαμε

ἀκόμα καὶ γιὰ νὰ πονᾶμε·

πληγώνοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον

ζούσαμε, ζήσαμε·

κι ἐκεῖ ἀντάμωσε ἡ ζωὴ

τὴ συμπαγή της οὐσία:

τὸν ἄντρα, τὴ γυναίκα

καὶ τῆς φωτιᾶς τὴν ἀνακάλυψη.

 

Γλιτώσαμε ἀπ᾽ τὴν κατάρα

ποὺ κρεμόταν

πάνω ἀπ᾽ τὸ κενό, πάνω ἀπὸ τὴν πόλη —

ἔρωτας ἐνάντια στὸν ἀφανισμὸ,

μὲ τὴν κλεμένη

ἀλήθεια

ν᾽ ἀνθίζει καὶ πάλι,

ἐνῶ στὸν μεγάλο σταυρὸ

ἐκάρφωναν τὸν ἔρωτα,

τὸν ἀπαγόρευαν —

ἕνα τίποτα ἐγώ, ἕνα τίποτα ἐσύ,

ἕνα τίποτα ἐμεῖς

καὶ ἀντιστεκόμασταν, φωτιὰ μὲ φωτιά,

φιλὶ μὲ φιλί.

 

Καινούργια πετάγονται φύλλα,

γαλάζιες ζωγραφίζουν τὶς πόρτες,

ὑπάρχει ἕνα σύννεφο ἴδια ναϊάδα,

κάποιο βιολὶ σολάρει κάτω ἀπ᾽ τὸ νερό·

ἔτσι εἶναι παντοῦ, τὸ ἴδιο:

ὁ ἔρωτας εἶναι, ὁ νικητής, ὁ τροπαιοῦχος.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου