Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΣΤΟ ΣΟΤΣΙ


 

PABLO NERUDA

 

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΣΤΟ ΣΟΤΣΙ

 

Τῆς θάλασσας ἄνεμος γύρω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι μου, πάνω

στὰ μάτια μου σάμπως παγωμένα χέρια,

ἄχ, κι ἀπὸ τὸν ταραγμένο ἀέρα ἔρχεται

κι ἄλλος ἄνεμος, κι ἄλλη θάλασσα, ἀπὸ τὸν ἀκίνητο

οὐρανὸ κι ἄλλος οὐρανὸς γαλάζιος,

κι ἕνα ἄλλο ἐγώ λαμβάνω ἀπὸ μακριά,

ἀπὸ τὰ χρόνια μου τὰ παλιά, ἀπὸ τὴν ἀπόμερη θάλασσα,

ἕναν παλμὸ τῆς καρδιᾶς λαμβάνω σὰν τυφώνα,

καὶ μ᾽ ἕνα ψιθυριστὸ χιλιάνικο κύμα μοῦ ᾽ρχεται

ἕνα χτύπημα πράσινου νεροῦ καὶ γαλανοῦ ἀνέμου.

 

Δὲν εἶναι οὔτε τὸ νερὸ οὔτε ὁ ἄνεμος,

οὔτε ἡ ἁλμυρὴ ἄμμος ὅπως τὴ δέρνουν τὰ νερά,

οὔτε ὁ γεμάτος ἥλιος τοῦ φωτεινοῦ ἀέρα

ὅ,τι στὴν πραγματικότητα βλέπω,

ἀλλὰ τὰ μαῦρα φύκια, οἱ ἀπειλὲς

ἐκείνων τῶν μεγάλων πύργων τοῦ ὠκεανοῦ,

τὸ κύμα ποὺ τρέχει καὶ ἀσταμάτητα ἀνεβαίνει,

ὁ μεγάλος, ὁ ἀκατανίκητος θαλασσινὸς κεραυνός,

κι ἐγὼ πάνω στὴν ἐρημικὴ ἀκτή,

ποὺ σὲ βγάζει στὸ Τολτέν, βαδίζω ἤ, μᾶλλον, ἐβάδιζα.

 

Ὁ νεαρὸς μονάρχης ἤμουν

ἐκείνων ἐκεῖ τῶν ἐρημότοπων,

μονάρχης σκοτεινὸς ποὺ τὸ βασίλειό του ἦταν

ἄμμος, δάση, θάλασσα καὶ ἄνεμος σκληρός·

δὲν εἶχα ὄνειρα, περπατοῦσα

στὸ διάστημα, μὲ τὰ ἁγνὰ

φιλιὰ τοῦ ἁλατιοῦ, ἀνοιχτός,

καὶ παρ᾽ ὅλα τὰ χτυπήματα τοῦ ὑγροῦ καὶ πικροῦ ἀέρα

τὸν δρόμο ἀκολουθοῦσα πρὸς τὸ ἄπειρο.

 

Τί ἄλλο νά ᾽θελα; Τί ἄλλο νὰ μοῦ δινόταν ἐμένα,

ὅταν ἤμουν ἤδη ὅλα ὅσα δὲν ἤμουν,

ὅταν ὅλα τὰ ὄντα ἦσαν ἀέρας,

ὁ κόσμος ἀμμοθύελλα,

ἕνα ἁπλὸ χνάρι χτυπημένο

ἀπὸ τὸ πηγαινέλα τοῦ πανίσχυρου οὐρανοῦ

καὶ ἀπὸ τοῦ ὠκεανοῦ τ᾽ ἀνήμερα δόντια;

Τί ἄλλο, ὅταν οἱ στιγμὲς

ἅπλωναν τὸ κέντημά τους γιὰ νὰ γίνουνε μέρες,

οἱ δὲ μέρες βδομάδες, καὶ τὰ χρόνια

κυλοῦσαν ἴσαμε τώρα

μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ πολὺ μακριὰ καὶ ὕστερα

ἐκείνη ἡ πικροθάλασσα μὲ φίλαγε στὸ στόμα;

 

Θάλασσα τὴ θάλασσα ἡ ζωὴ

συνέχισε νὰ γεμίζει

τὴ μοναξιά μου, καὶ ἔκανε σιτοβολώνα

τὴν ἄδεια μου συνείδηση,

κι ἔτσι ὅλα ἐβλάστησαν μαζί μου,

ὁ δὲ χῶρος ἀνάμεσα σὲ διάφορες θάλασσες

καὶ ἡ ἡλικία μου ἀνάμεσα σὲ δυὸ μακρινότατα κύματα

κατοικήθηκε, σὰν βασίλειο,

ἀπὸ κουδουνάκια καὶ βάσανα,

ἐγέμισε σημαῖες,

ἀπόκτησα σοδειές, ἐρείπια,

πληγὲς καὶ μάχες πλῆθος.

 

Τώρα φαντάζομαι τὸν ἄνεμο στὶς βλεφαρίδες μου

νὰ μαζεύει ἐκεῖ ὅλες τὶς μομφές, ὅλους τοὺς ψόγους

σὰν νὰ θέλει νὰ ξεπλύνει μὲ δύναμη καὶ ψύχος

τὴν πατρίδα ποὺ ἐγὼ κουβαλάω ἐντός μου,

σὰν νὰ μπήγει μέσα μου ὁ σκληρὸς ὁ ἄνεμος

τὶς αἰχμὲς τῶν διάφανων κονταριῶν του

καὶ νὰ μοῦ ἀφήνει μόνο τὸ βάρος του

ὅλο μὲ κρυστάλλινους ρόμβους

ὑποχρεώνοντας ἔτσι τὸν νοῦ μου

παλμὸς τῆς διαύγειας νὰ εἶναι.

 

Ἀλλὰ ἀπὸ τὴ μιὰ θάλασσα στὴν ἄλλη — αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή.

 

Φυσάει ὁ φρέσκος ὁ ἄνεμος

μέχρι νὰ χαθεῖ τὸ ἁλάτι ἀπ᾽ τὶς βελόνες του,

καὶ θὰ πέσει σὰν ἥρωας γυμνὸς

σὲ κανὰν γκρεμὸ καὶ ὁλόγυρά του θά ᾽χει μόνο φύλλα.

 

Τὸν ξελογιάζει ἡ ὥρα τὸν ἄνεμο

καὶ τρέχει πίσω ἀπὸ τὰ πόδια της,

βγαίνουν ξανὰ ὁ ἥλιος καὶ τὸ φεγγάρι,

οἱ ἀετοὶ ξαναγυρίζουν στὰ ὕψη τους

καὶ εἶναι τόσο ἀσάλευτη ἡ φύση,

ποὺ μόνο μέσα μου ἐμένα κυλάει

κύμα τὸ κύμα ὁ διάφανος χρόνος.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου