Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

ΕΡΩΤΕΣ: ΤΖΟΣΙ ΜΠΛΙΣ Ι & ΙΙ

 


PABLO NERUDA

 

ΕΡΩΤΕΣ: ΤΖΟΣΙ ΜΠΛΙΣ (Ι)

 

Τί νά ᾽χει μείνει ἀπὸ κείνη τὴν παράφορη γυναίκα;

Ἦρθε ὁ πόλεμος

ποὺ ἔκαιγε

τὴ χρυσὴ πόλη,

γιὰ νὰ τὴν ἀφήσει στὸν βυθὸ καὶ

νὰ μὴ μποροῦν ν᾽ ἀνεβοῦν ποτὲ στὴν ἐπιφάνεια

καὶ νὰ μὲ βροῦν

οὔτε οἱ γραπτὲς ἀπειλέ της

οὔτε οἱ ἠλεκτρικὲς βλασφημίες της,

νὰ μὲ βροῦν καὶ νὰ μὲ καταδιώξουν

ὅπως γινόταν παλιὰ τόσες καὶ τόσες μέρες

ἐκεῖ, στὸν μακρινὸ τὸν τόπο.

Ὅπως πέρασαν τόσες καὶ τόσες ὧρες

ποὺ καθεμιά τους καὶ ὅλες μαζὶ

ἀποτέλεσαν τὸν χρόνο καὶ τὴ λήθη,

ὥσπου ἴσως στὸ τέλος νὰ κάλεσαν καὶ τὸν θάνατο —

θάνατος, λέξη κακή, χῶμα μαῦρο

ὅπου ἡ Τζόσι Μπλὶς

ἀναπαύεται ὀργισμένη.

 

Θὰ ἔπρεπε νὰ προσθέσω

στὰ ἀπόντα μου χρόνια

μία-μία ὅλες τὶς ρυτίδες τοῦ προσώπου της

ποὺ ἴσως νὰ τῆς τὶς ἔσκαψε ὁ πόνος της γιὰ μένα:

διότι μὲ περίμενε ἀπ᾽ ὁπουδήποτε στὸν κόσμο

νὰ γυρίσω.

Ἐγὼ μπορεῖ ποτὲ νὰ μὴ ἐγύρισα, ἀλλὰ

στ᾽ ἄδεια ποτήρια,

στὴ νεκρὴ τραπεζαρία

ἴσως νά ᾽πινε τὴ σιωπή μου,

νὰ τρεφόταν μὲ τὰ βήματά μου στὶς ἄκρες τοῦ κόσμου,

καὶ ἴσως μέχρι νὰ πεθάνει νὰ μ᾽ ἔβλεπε

σάμπως νά ᾽μουν πίσω ἀπ᾽ τὸ νερό,

σὰν νά ᾽μουν γτιαγμένος ἀπὸ γυαλὶ καὶ νὰ κολυμποῦσα,

μὲ ἀδέξιες κινήσεις,

κι αὐτὴ νὰ μὴ μποροῦσε νὰ μὲ κρατήσει

καὶ μ᾽ ἔχανε

κάθε μέρα, στὴ χλομὴ λίμνη μέσα

ὅπου ἔμενε φυλακισμένο τὸ βλέμμα της.

Μέχρι ποὺ ἔκλεισε τὰ μάτια της —

πότε;

Μέχρι ποὺ τὴ σκεπάσανε ὁ χρόνος καὶ ὁ θάνατος —

πότε;

Μέχρι ποῦ τὴν πήρανε τὸ μίσος καὶ ὁ ἔρωτας —

καὶ γιὰ ποῦ;

Μέχρι τὸ σημεῖο ἐκεῖνο, ποὺ μὲ ἀγαποῦσε μὲ παράφορο πάθος,

μὲ αἷμα, μὲ ἐκδίκηση,

μὲ γιασεμιά,

καὶ δὲν μποροῦσε νὰ μοῦ μιλάει ἄλλο μόνη της

κοιτάζοντας τῆς ἀπουσίας μου τὸν νερόλακο.

 

Τώρα μπορεῖ

νὰ ἀναπαύεται ἢ καὶ νὰ μὴν ἀναπαύεται

στὸ μεγάλο κοιμητήριο τῆς Ρανγκούν.

Ἠ μπορεῖ καὶ νὰ ἔκαψαν στὶς ὄχθες

τοῦ Ἰραβάντι τὸ σῶμα της

κάποιο δείλι, τὴν ὥρα

ποὺ τὸ ποτάμι ἐψιθύριζε

λόγια ποὺ θὰν τῆς τὰ εἶχα πεῖ ἐγὼ κλαίγοντας.

 

 

******************
ΕΡΩΤΕΣ: ΤΖΟΣΙ ΜΠΛΙΣ (ΙΙ)

 

Ναί, γιὰ τὶς μέρες ἐκεῖνες

μάταιο εἶναι τὸ ρόδο. Τίποτα

δὲν βλάσταινε

παρὰ μόνο μιὰ κόκκινη γλώσσα:

ἡ φωτιὰ ποὺ ἔπεφτε

ἀπ᾽ τὸ ἄθαφτο καλοκαίρι,

ὁ ἥλιος ὁ αἰώνιος, ὁ παντοτινός.

 

Τὴν κοπάνησα ἀπὸ τὴν παρατημένη.

 

Τῆς τό ᾽σκασα σὰν ἄπιαστος ναυτικός,

ἀνέβηκα ἀπ᾽ τὸν Κόλπο τῆς Βεγγάλης

ἴσαμε τὰ βρομοκάλυβα τῆς ἀκτῆς

καὶ χάθηκα,

ἐχάθηκε καρδιά μου, ὁ ἴσκιος μου.

 

Δὲν ἀρκοῦσε ὅμως ἡ ἀναπόφευκτη θάλασσα.

 

Ἡ Τζόσι Μπλὶς μὲ ξαναβρῆκε γιὰ νὰ ξαναγίνει

ὁ ἔρωτας καὶ τὸ μαρτύριό μου.

 

Ἀιχμὲς τοῦ χτές, σπαθιὰ τοῦ παρελθόντος!

 

— Φταίω, εἶπα τότε

σ᾽ ἐκείνη τὴν πυγολαμπίδα.

 

Καὶ ἡ νύχτα μὲ τύλιξε.

 

Ἤθελα νὰ τῆς πῶ

ὅτι κι ἐγὼ ὑπέφερα·

μὰ δὲν φτάνει, δὲν ἀρκεῖ·

Ὅποιος πληγώνει πληγώνεται μέχρι νὰ πεθάνει.

 

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία, καὶ γράφτηκε στὴν ἄμμο,

στοῦ σκοταδιοῦ τὸ ἅπλωμα γράφτηκε.

 

Δὲν εἶναι ἀλήθεια! Ὄχι, δὲν εἶναι ἀλήθεια!

 

Ἀλλὰ ἦταν καὶ ἡ ὥρα

τῶν θεῶν

ἀπὸ πικραμύγδαλο, ἀπὸ φεγγάρια,

ἀπὸ σίδεροι, ἀπὸ δροσιά,

θεῶν ματοβαμμένων, ποὺ ἡ μανία τους,

σκόρπια στοὺς ἀνθρώπους,

γέμιζε ἴδιος καπνὸς

τοὺς θόλους τοῦ βασιλείου,

ναί,

ὑπῆρχε ἀέρας,

ἀέρας πυκνός, ὑπῆρχε ἡ λαμπυρίδα

τῆς γύμνιας,

ἄχ,

ἡ μυρουδιὰ τοῦ νάρδου ποὺ ἔφραζε τὴ λογική μου

μὲ τὸ βάρος τοῦ ἀρώματος

σὰν νὰ μ᾽ εἶχαν κλείσει σὲ πηγάδι

ἀπ᾽ ὅπου δὲν βγῆκα γιὰ νὰ φωνάξω,

μὰ γιὰ νὰ βουλιάξω κι ἄλλο.

 

Ὀιμέ, ἐκεῖνοι οἱ τοῖχοι

ποὺ τοὺς εἶχαν καταφάει

ἡ ὑγρασία καὶ ἡ κάψα, μέχρι πού ᾽πεσαν

σὰν τὸ ἄδειο δέρμα τῆς σαύρας,

ναί,

ναί,

αὐτὸ καὶ τίποτ᾽ ἄλλο: χωρισμένο τὸ πλῆθος

ἀπ᾽ τῶν τουρμπανιῶν τὴ βία, ἀπὸ ἐκείνους

τοὺς τιρκουὰζ παροξυσμοὺς

τῶν γυναικῶν ποὺ σκορπίζονταν, ξαναμμένες,

φορώντας φουστάνες ἀπὸ κρόκο.

 

Ἄλλοτε πάλι ἡ βροχὴ

ἔπεφτε πάνω στὴ ντροπαλὴ ἐπαρχία:

ἔπεφτε ἀργὰ σὰν τὶς μέδουσες,

ἔπεφτε πάνω στὰ παιδιά, στὰ παζάρια, στὶς παγόδες·

ἦταν ἄλλη βροχή

—ὁ οὐρανὸς ἀκίνητος,

σὰν βαρὺ θολὸ γυαλὶ καρφωμένος

σὲ πεθαμένο παράθυρο—

κι ἐμεῖς περιμέναμε,

πλούσιοι καὶ φτωχοί,

τοὺς θεούς,

τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς τοκογλύφους,

τοὺς κυνηγοὺς ποὺ κυνηγοῦσαν ἰγουάνες,

τὶς τίγρεις ποὺ κατέβαιναν

ἀπ᾽ τὸ Ἀσάμ,

πεινασμένες καὶ πιωμένες

αἷμα.

Ὅλοι μας

περιμέναμε·

ἵδρωνε ὁ οὐρανὸς τῆς Ἀνατολῆς,

ἡ γῆ εἶχε φραχτεῖ ὁλόγυρα τελείως,

δὲν συνέβαινε τίποτα·

ἀλλὰ μπορεῖ μέσα

σ᾽ ἐκείνους τοὺς θεοὺς

νὰ σπάρθηκε καὶ νὰ γεννήθηκε

γι᾽ ἄλλη μιὰ φορὰ

ὁ χρόνος·

τὸ παράγγελμα ἐδῶ τὸ ἔδινε ἡ μοίρα·

γεννήθηκαν οἱ πλανῆτες.

Ἀλλὰ ἡ σιωπὴ μάζεψε μόνο

νοτισμένες φτεροῦγες,

οὐράνιο ἱδρώτα ἀργόρευστο,

καὶ ἀπὸ τὴν τόσο πολλὴ ἀναμονὴ ἔκλαιγε ὁ κόσμος

μέχρι ποὺ μιὰ βροντὴ

ἐξύπνησε τὴ βροχὴ,

τὴ βροχὴ τὴν ἀληθινή,

γιὰ νὰ ξεντυθεῖ τότε τὸ νερὸ

καὶ νὰ βρεθοῦν ἐπάνω στὴ γῆ

ὁ χορὸς τῶν κρυστάλλων, τὰ πόδια τ᾽ οὐρανοῦ,

οἱ τελετὲς τοῦ ἀνέμου.

 

Ἔβρεχε ὅπως βρέχει ὁ Θεὸς,

ὅπως γκρεμίζεται ὁ ὠκεανός,

ἔβρεχε σὰν τὸ ταμποῦρλο στὴ μάχη,

ἔβρεχε ὁ πράσινος μουσώνας

μὲ μάτια καὶ μὲ χέρια,

μὲ ἀβύσσους,

μὲ νέους καταρράκτες

ποὺ ἀνοίγονταν πάνω ἀπὸ τὰ φοινικόδεντρα καὶ τοὺς θόλους

κι ἔπεφταν στὸ κεφάλι σου, στὸ δέρμα σου, στὶς ἀναμνήσεις σου,

ἔβρεχε λὲς κι ἔβγαινε πρώτη της φορὰ ἡ βροχὴ

ἀπ᾽ τὸ κλουβί της,

ἔβγαινε καὶ χτύπαγε τὶς πόρτες

τοῦ κόσμου: Ἀνοῖξτε! Ἀνοῖξτε μου!

Καὶ ἄνοιγε

ὄχι μόνο ὁ κόσμος, ἀλλὰ

καὶ τὸ διάστημα,

τὸ μυστήριο,

ἡ ἀλήθεια,

τὰ πάντα διαλύονταν καὶ γίνονταν

οὐράνιο ἀλεύρι

καὶ ἡ γονιμότητα χυνόταν

καὶ κατάκλυζε τὴν πυκνὴ ἐρημιά.

 

Ἔτσι ἦταν ὁ κόσμος, κι ἐκείνη συνέχισε νά ᾽ναι μόνη.

 

Χτές, χτές!

 

Τὰ πολεμοχαρῆ σου μάτια,

τὰ γυμνά σου πόδια

σκιτσάρουν ἀστραπές,

τὸ μαχαίρι τῆς μνησικακίας σου, τὸ σκληρό σου φιλί,

σὰν τοὺς καρποὺς ποὺ βγαίνουν σὲ φαράγγι,

χτές, χτές,

ζεῖς

στὸν ὀρυμαγδὸ τῆς φωτιᾶς,

παράφορή μου ἐσύ,

τῆς πυρκαγιᾶς περιστέρι μου ἐσύ,

καὶ σήμερα ἀκόμα χωρὶς τὴν ἀπουσία μου, χωρὶς μνῆμα,

ἴσως, παρατημένη ἀκόμα κι ἀπ᾽ τὸν θάνατο,

παρατημένη ἀπὸ τὸν ἔρωτά μου, ἐκεῖ

ὅπου ὁ μουσώνας καὶ τὰ τύμπανά του

δονοῦνται ὑπόκωφα, καὶ οἱ ἐξαντλημένοι γοφοί σου

δὲν μποροῦν ἄλλο πιὰ νὰ ψάχνουν νὰ μὲ βροῦνε.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου