Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

ΙΣΠΑΧΑΝ




 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΙΣΠΑΧΑΝ

Καταιγίς οξυτάτης μορφής εσκέπασε την χώρα. Βράχοι ωρυόμενοι επέπεσαν κατά των πλατυγύρων λιμνών και το πονεμένο ψάρι σύρθηκε ώς το σταθμό των αναχωρητών. Εκεί δε βρέθηκε καμιά βοήθεια γιατί το βέλασμα των μεγαλοσαύρων εσκόρπισε τα φτερουγίσματά του κι’ από ’δώ κι από ’κεί και τα μανιτάρια παρεσιώπησαν τα πραγματικά γεγονότα στην περιιπτάμενη γαμήλιο πομπή των στεναγμών ενός νέου πλανήτου. Κατόπι δεν είχε τίποτε την ίδια σημασία. Η ησυχία δεν υπήρχε ως οντότης πραγματική. Ο όλεθρος εχαλιναγωγείτο από καμήλους. Οι κρόταφοι των νεκρών ανθούσαν. Τα λίγα περιστέρια εκοπίαζαν γιατί ο πολτός της λίμνης είχε σχηματίσει διώρυγα στο στενώτατο σημείο του περάσματός τους από χιλιόστομες ύβρεις καταπατημένες με γδούπο αλλοφροσύνης μανάδων και μικρών παιδιών ισχνοτέρων και από τα κόκαλα μιας νυχτερίδος.


Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Υψικάμινος», Άγρα, Αθήνα 1980, σελ. 41.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

ΧΑΟΣ




ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΛΙΑΚΟΥ (1976)


ΧΑΟΣ

Όχι, δεν είναι θηλυκό.
Δεν είν’ η Αταξία.

Ούτε αρσενικό.
Δεν είν’ ο Όλεθρος.

Το Χάος είναι ουδέτερο.
Μέσα μας βλάστησε,
μαύρο λουλούδι που ποτίζει ο Χρόνος.



Από το βιβλίο: Μαριάννα Πλιάκου, «Σιωπή», Πολύτροπον, Αθήνα 2015, σελ. 11.

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΚΙΛΕ ΤΟΛΙΑΝΙ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ACHILLE TOGLIANI


COME PIOVEVA

C'eravamo tanto amati
per un anno e forse più,
c'eravamo poi lasciati
non ricordo come fu.

Ma una sera c'incontrammo
per fatal combinazion,
perchè insieme riparammo,
per la pioggia, in un porton.

Elegante nel suo velo,
con un bianco cappellin,
dolci gli occhi suoi di cielo,
sempre mesto il suo visin.

Ed io pensavo
ad un sogno lontano,
a una stanzetta
d'un ultimo piano,
quando d'inverno
al mio cuor si stringeva.
Come pioveva, come pioveva!

"Come stai?" le chiesi a un tratto.
"Bene, grazie", disse, "e tu?".
"Non c'e' male" e poi distratto:
"Guarda che acqua viene giù!".

"Che m'importa se mi bagno,
tanto a casa debbo andar".
"Ho l'ombrello, t'accompagno".
"Grazie, non ti disturbar".

Passa a tempo una vettura,
io la chiamo, lei fa: "no",
dico: "Via, senza paura,su montiamo",
e lei montò.

Così pian piano
io le presi la mano
mentre il pensiero
vagava lontano,
quando d'inverno
al mio cuor si stringeva.
Come pioveva, come pioveva!

Ma il ricordo del passato
fu per lei il più gran dolor,
perchè al mondo aveva dato
la bellezza ed il candor.

Così quando al suo portone
un sorriso mi abbozzò,
nei begli occhi di passione
una lagrima spuntò.

Io non l'ho più riveduta,
se è felice chi lo sa!
Ma se è ricca, o se è perduta,
ella ognor rimpiangerà:

Quando una sera
in un sogno lontano
nella vettura io le presi la mano,
quando salvarla ancor si poteva!
Come pioveva...
così piangeva!

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ

Κάτι τρελλάρες
παλιοί εξαρχειώτες
φρηκιά και μπήτνικ
κιθαρίστες και ντράμερ
ανάρχες και τρότσκες
λοξοί γραφιάδες
καννίβαλοι των πανεπιστημίων
κ.ά. τέτοιοι μόρτες –
εγώ αυτούς νιώθω αυτούς λέω πατριώτες.


~
στον Μπίλυ τον Καμπούρη, αφιερωμένο εξαιρετικώς

---
(ποίημα απαγγελθέν εις την υπέροχον βραδυάν αντεργκράουντ ποιήσεως, που οργάνωσε ο Βασίλης στης Τζένης το ουζερί, Μαλακάση 4 και Αχαρνών, Ι.Ν. Αγίου Ελευθερίου, αν θυμάμαι καλά, διότι...)

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

ΠΗΓΑΔΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΠΗΓΑΔΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Είχαμε τα πηγάδια μας μέσα στα σπίτια μας.
Πίναμε το νερό της βροχής, λουζόμασταν,
κρατάγαμε μια τάξη και μια πάστρα. Μια νύχτα
κάποιος σηκώθηκε, άδειασε μες στο πηγάδι
την κούπα του με το φαρμάκι. Οι άλλοι κάναν
πως κοιμόνταν βαθιά. Μετά, ένας-ένας
σηκώνονταν με τη σειρά τους, άδειαζαν
την κούπα τους με το φαρμάκι. Σαν ξημέρωσε
κανένας δεν έπινε νερό, Ώσπου, τέλος,
βούλιαξε η σκάλα μέσα στο πηγάδι. Οι ένοικοι
ανέβηκαν στη στέγη, ανοίξανε το στόμα
ασάλευτοι εκεί πάνω ώρες ολάκερες μην πέσει
μια σταγόνα βροχής. Ο πλανόδιος φωτογράφος
πέρασε κάτω στο δρόμο. Δεν τους είδε. Κοιτούσε
τα πένθιμα αγγελτήρια κολλημένα στους στύλους
και στις μεγάλες πόρτες των κλειστών μαγαζιών


            Αθήνα, 31.IΙΙ.71


Από την ποιητική συλλογή «Θυρωρείο» (1971).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 337.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

ΟΣΚΑΡ ΤΙΒΕΡΙΟ!




OSCAR TIBERIO


[QUIÉN ES ESA MUJER DESCONOCIDA]

¿Quién es esa mujer desconocida
Que en medio de la turba he tropezado,
Y que así como yo la he contemplado
Me ha visto ella también, estremecida?

¿Quién es esa mujer que me ha mirado
Desde el fondo insondable de su vida,
Y que luego, sonámbula y perdida,
Detrás del compañero se ha marchado?

¡Ya sé quién es! ¡Esa mujer pasea
Por lo inmenso del mundo su idealismo,
Como un dolor, como una cruel presea!

¡Y al presentir mi trágico lirismo,
Habrá entrevisto el alma que desea,
Y habrá retrocedido ante el abismo...!