Κυριακή 5 Μαρτίου 2023

ΔΑΣΟΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΔΑΣΟΣ

 

Νὰ ξαναθάψω ἐζήτησα

τοῦ θαμμένου δέντρου τὴ ρίζα·

μοῦ φάνηκε πὼς στὸν ἀέρα

ἐκείνη ἡ κόμη ἡ σκληρὴ

ἦταν ὅλος τοῦ διαβάτη ὁ πόνος·

καὶ ὅταν τὴν ἔβαλα στὸ χῶμα,

αὐτὴ σὰν χέρι ἐρίγησε,

ἀλλὰ καὶ πάλι, ἴσως, τούτη τὴ φορὰ

ἐγύρισε νὰ ζήσει μὲ τὶς ἄλλες ρίζες.

 

Εἶμαι ἀπὸ ἐκείνη τὴ χαμένη φυλὴ

ποὺ ζεῖ κάτω ἀπ᾽ τὴν καμπάνα τοῦ κόσμου·

δὲν χρειάζομαι μάτια ἐγώ,

τὴν πατρίδα μου ἐμένα τὴν ὁρίζει ἡ πείνα,

τὸ τυφλὸ νερὸ μὲ ταΐζει, μὲ τρέφει.

 

Ἀπὸ τὸ παλιωμένο δάσος

στράγγιξα ἔπειτα τὴν καλοσύνη

μὲ τὶς θύελλες ἢ μὲ τὶς ἐποχές·

ἐκοίταξα πρὸς τὰ πάνω καὶ βαθιὰ κατὰ μέσα

ὡσὰν νὰ με παραμονεύανε τὰ πάντα·

δὲν μποροῦσα νὰ νιώσω μόνος,

τὸ δάσος μὲ υπολόγιζε, μὲ ἤθελε

γιὰ τὶς ὑπόγειες ἐργασίες του ὅλες.

 

Κι ὅταν ἔσκαβα, μὲ κοιτοῦσαν

τὰ φυλλώματα τῶν κοτυληδόνων,

οἱ τουλίπες οἱ ἐπιπέταλες,

οἱ σφιχταγκαλιασμένες δρύπες,

οἱ ἀποδημητικὲς οἱ πικραλίδες,

οἱ ὀξιὲς οἱ ἀνάλγητες.

Ἐξέταζαν τὴν ἠρεμία

τῶν σιδηρούχων χεριῶν μου

ποὺ ἄνοιγαν καὶ πάλι τρύπες

γιὰ τὶς ἀναστημένες ρίζες.

 

Ἡ ἀμαρυλλίδα καὶ τὸ λούπινο

ὑψώθηκαν ἐπάνω ἀπ᾽ τὰ σβολάρια

μέχρι τὰ φύλλα καὶ τὰ μάτια

τοῦ ραουλὶ ποὺ μὲ ἤλεγχε

καὶ τοῦ ἀρχέγονου καὶ ριγηλοῦ μαϊτὲν

μὲ τὶς γιρλάντες του ἀπὸ πράσινο νερό·

κι ἐγὼ νὰ διατηρῶ μέσα στὴ ζούγκλα

ἐκείνη τὴν ἀναπάντητη σιωπὴ

σὰν ἄλλος μαγιορδόμος ἄδειος,

δίχως ἐργαλεῖα, δίχως γλώσσα.

 

Τὸ ἐπάγγελμά μου ἐμένα κανεὶς δὲν ξέρει:

ὅτι ἐγὼ φυτεύω ρίζες

ἀνάμεσα σὲ πράγματα ποὺ τρίζουν

καὶ σὲ πράγματα αἴφνης ἄλλα ποὺ σφυρίζουν·

ὅταν οἱ ὁμόγαμοι ἡλίανθοι

φτιάχνουν τοὺς γενόσημους κύβους τους,

ἡ ζούγκλα ὅλη ἡ κολπικὴ

γίνεται κρασοπουλειὸ μὲ χίλια ἀρώματα,

ὅπου πάω ἐγὼ καὶ ραντίζω τὰ πάντα

ἀστερισμοὺς σκορπώντας γύρης

ὁλόγυρα μὲς στὴ σιωπὴ τὴν πανίσχυρη.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου