Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

ΓΡΑΦΩ ΕΠΑΝΩ ΣΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ




OCTAVIO PAZ


[ΓΡΑΦΩ ΕΠΑΝΩ ΣΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ]

Γράφω επάνω στο δειλινό τραπέζι πατώντας δυνατά τη γραφίδα μου στο στήθος του το σχεδόν ζωντανό, που σαν αναθυμάται το γενέθλιό του δάσος κλαίει και οδύρεται. Το μαύρο μελάνι ανοίγει τα μεγάλα φτερά του. Η λάμπα εκρήγνυται και μανδύας θρυμματισμένων κρυστάλλων καλύπτει τα λόγια μου. Κάποιο θραύσμα ακονισμένο από το φως μού κόβει το δεξί μου χέρι. Συνεχίζω να γράφω με τούτο το απομεινάρι του χεριού μου απ’ όπου εκπορεύονται ίσκιοι. Η νύχτα μπαίνει στο δωμάτιο, ο τοίχος μπροστά μου και απέναντι προτείνει το ρύγχος του, τεράστια δε αέρινα τύμπανα παρεμβάλλονται μεταξύ χαρτιού και γραφίδας. Αχ, και μια μόνο μονοσύλλαβη λέξη θα έφτανε για ν’ ανατινάξει τον κόσμο ολόκληρο. Τούτη τη νύχτα όμως δεν υπάρχει πια χώρος ούτε καν για μια λέξη παραπάνω.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

ΓΟΝΣΑΛΟ ΜΙΓΙΑΝ!




GONZALO MILLÁN


LA GRAN EMIGRACIÓN

En las fotografías de antaño
figuraban aún aves en vuelo,
arboledas, animales salvajes
y domésticos en nuestros brazos.

Hoy hasta las ratas se van
y nos estamos quedando solos,
los únicos sobrevivientes
al borde de mares estériles,
bajo un cielo luminoso y vacío,
lonvegos, grises, demasiados.

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

ΑΛΒΕΡΤΟ ΛΟΥΙΣ ΠΟΝΣΟ!




ALBERTO LUIS PONZO



ME ACOSTUMBRO A SER VIENTO


Desde las manos salgo.
Mis palabras son uñas
sobre la tierra, dedos
torpes y fatigados.

Desde ellas
siento lo que sucede
y me sostengo para mirar,
cavar secretamente el horizonte,
empezar a creer en lo que digo.

Desde las manos hablo
y alimento la piel,
aprendo en su corteza,
tomo el aire y me digo;
con las palabras voy a la existencia,
describo mi esperanza, grito
o reniego del nombre que me imponen
y lentamente
desde este umbral cercano y movedizo
me acostumbro a ser viento,
ligera decisión de la memoria.

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

ΔΑΝΤΗΣ


ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ


ΔΑΝΤΗΣ

Περίμενε η δάδα του αναμμένη
τιάρες και στέμματα να ζεματίσει.
Περίμενε της πένας του η βρύση
ν’ ανοίξει, να χυθούν κύματα οι αίνοι.


Περίμεναν συμπάθειες και μίση
τέχνη να γίνουν. «Μα γιατί σωπαίνει;»
σκέφτονταν οι αγαθοί, κι οι εκφυλισμένοι:
«Ποτέ του ας μη σώσει να μιλήσει.»

Περίμενε ο Μεσαίωνας την ώρα
που ένα του τέκνο θα έσπαγε τα σκότη.
Περίμενε η αγάπη του η πρώτη

το σμίξιμο˙ τη γλώσσα της μια χώρα.
Κι ενώ όλα τούτα του φωνάζαν: «Όρμα!»,
τον ήλεγχε της terza rima η φόρμα.

ΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ





ROBERTO JUARROZ


ΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ

Το να σωπαίνεις ίσως είναι μουσική,
μια μελωδία αλλιώτικη,
με νήματα κεντημένη απουσίας
στην ανάποδη κάποιου ξένου εργόχειρου.

Η φαντασία είναι του κόσμου η αληθινή ιστορία.
Φως πατημένο, φως από κάτω.
Η δε ζωή πετιέται μεμιάς απροσδόκητη
μέσ’ από μια κλωστή λασκαρισμένη.

Το να σωπαίνεις ίσως είναι μουσική,
ίσως όμως είναι και το κενό ακόμα,
αφού το γεγονός ότι μιλάμε
έρχεται και το γεμίζει ίσαμε πάνω,
το ξεχειλίζει.

Το να σωπαίνεις όμως είναι ίσως πότε-πότε
και του ίδιου εκείνου του κενού η μουσική.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.