Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ



JORGE LUIS BORGES


ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

                    Στη Μαργαρίτα Βούνχε

Σ’ ένα συρτάρι είναι ένα μαχαίρι. Σφυρηλατήθηκε στο Τολέδο, στα τέλη του 19ου αιώνα· ο Λουίς Μελιάν Λαφινούρ το έδωσε στον πατέρα μου, που το έφερε σπίτι μας από την Ουρουγουάη· μια φορά το εκράτησε στο χέρι του και ο Εβαρίστο Καρριέγο.
  Όποιος το δει πρέπει ανυπερθέτως να παίξει λίγο μαζί του· νιώθει ότι είναι κάτι που τό ’ψαχνε καιρό· το χέρι βιάζεται να του σφίξει τη λαβή, το μανίκι του,  που το περιμένει το σφίξιμο· η υπάκουη και παντοδύναμη λάμα ταιριάζει γάντι στη θήκη.
  Άλλο πράγμα θέλει το μαχαίρι. Είναι κάτι περισσότερο από μια κατασκευή από μέταλλα· οι άνθρωποι το επινόησαν και τού ’δωσαν σχήμα και μορφή εξυπηρετώντας κάποιον σκοπό πολύ ακριβή· αυτό είναι τρόπον τινά αιώνιο, είναι και το μαχαίρι που χτες το βράδυ σκότωσε έναν άντρα στο Τακουαρεμπό και τα μαχαίρια που σκότωσαν τον Καίσαρα. Θέλει να σκοτώνει, του αρέσει να χύνει άγριο αίμα.
  Σ’ ένα συρτάρι του γραφείου, ανάμεσα σε πρόχειρα σημειωματάρια και επιστολές, το μαχαίρι κοιμάται και βλέπει συνέχεια το απλό του τιγρίσιο όνειρο, και ξυπνάει το χέρι που το οδηγεί, γιατί  ξυπνάει το μέταλλο, το μέταλλο που σε κάθε επαφή νιώθει κάποιου ανθρώπου τη δολοφονία, για την οποία και το έχουν φτιάξει άλλωστε οι άνθρωποι.
  Που και που με κάνει να το λυπάμαι. Τόση σκληρότητα, τόση πίστη, τόση αδιάφορη ή αθώα αλαζονεία, και τα χρόνια να περνάνε, ανώφελα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΦΙΛΙΠ ΛΑΡΚΙΝ



PHILIP LARKIN


TO FAILURE

You do not come dramatically, with dragons
That rear up with my life between their paws
And dash me butchered down beside the wagons,
The horses panicking; nor as a clause
Clearly set out to warn what can be lost,
What out-of-pocket charges must be borne
Expenses met; nor as a draughty ghost
That's seen, some mornings, running down a lawn.

It is these sunless afternoons, I find
Install you at my elbow like a bore.
The chestnut trees are caked with silence. I'm
Aware the days pass quicker than before,
Smell staler too. And once they fall behind
They look like ruin. You have been here some time.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

ΧΑΛΑΛΙ



ΧΑΛΑΛΙ

Ευγενέστατος ο κ. Χουόνγκ Ντοάν, βιετναμέζος που ζεί στη Γαλλία, μου ζήτησε να του πουλήσω το βιβλίο του Γκουνγκέν Ζού "Η κόρη με τα ξεσκισμένα σπλάχνα", μιαν όντως δυσεύρετη έκδοση του Κέδρου. Τη Δευτέρα του το ταχυδρομώ - εννοείται ότι του το χαρίζω. Σε αυτόν είναι χρήσιμο, καθώς οργανώνει μιαν έκθεση για τον συγγραφέα. Για εμένα είναι άλλο ένα βιβλίο. (Το είχα ανεβάσει εδώ, στα "Αγαπημένα βιβλία", και με κάποιον τρόπο φαίνεται ότι ήλθε η ανάρτηση εις γνώση του. Τώρα είναι "πιο αγαπημένο" από πριν, κι ας πάει στην ξενιτιά!)
 

 

ΕΛΕΓΕΙΑ



JORGE LUIS BORGES


ΕΛΕΓΕΙΑ

Ω μοίρα των Μπόρχες,
Να έχεις διασχίσει τις πιο διαφορετικές θάλασσες του κόσμου
ή τη μοναδική και μοναχική θάλασσα των πιο διαφορετικών ανθρώπων,
να έχεις υπάρξει μέρος του Εδιμβούργου, της Ζυρίχης,
και της μιας και της άλλης Κόρδοβας,
της Κολομβίας και του Τέξας,
να έχεις, στο τέλος των εναλλασσομένων γενεών, επιστρέψει
στις αρχαίες χώρες των προγόνων και της ρίζας σου,
στην Ανδαλουσία, στην Πορτογαλία και σ’ εκείνες τις κομητείες
όπου ο Σάξονας πολέμησε με τον Δανό κι ανακατέψανε τα αίματά τους,
να έχεις περιπλανηθεί στον κόκκινο και γαλήνιο του Λονδίνου λαβύρινθο,
να έχεις γεράσει μπροστά σε τόσους καθρέφτες,
να έχεις ματαίως ψάξει να βρεις των αγαλμάτων το μαρμάρινο βλέμμα,
να έχεις εντρυφήσει σε λιθογραφίες, σε εγκυκλοπαίδειες, σε άτλαντες,
να έχεις δει τα πράγματα που βλέπουν οι άνθρωποι,
τον θάνατο, το αργόστροφο ξημέρωμα, την πεδιάδα
και τα τόσο τρυφερά άστρα,
και να μην έχεις δει τίποτα ή σχεδόν τίποτα
εκτός απ’ την όψη μιας κοπέλας του Μπουένος Άιρες,
μιαν όψη που δεν θέλει να τη θυμάμαι.
Ω
μοίρα των Μπόρχες,
ίσως όχι και πιο παράξενη από τη δική σου.


Μπογκοτά, 1963



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ - ΛΑΪΚΟΝ ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ


ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ

Όπως ασκείς τη φωνή σου
Το πρόσωπό σου αθροίζεται
Από τις μορφές που οι άλλοι
Φαντάζονται όταν σ’ ακούν
Να μιλάς, να τραγουδάς.

Συνέρχονται και τα κρυφά
Πρόσωπα που δημιουργούνται
Όταν ασκείς
Τη σιωπή, τη φαντασία σου.


**********************

ΛΑΪΚΟΝ ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

Τρεις  Γιωργήδες με διαβάζουν
Και το στίχο μου εξετάζουν
Για να δουν αν είναι ωραίος
Και στο νόημα γενναίος.

ERIK


ΑΛΕΞΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


ERIK

Christine,
λατρεμένη Christine
ο άνδρας με τη μάσκα
Ο Άγγελος τής Μουσικής
σαν σκιά σάς ακολουθεί.
Λαβυρινθώδεις οι Κόσμοι του.
Υπόγειες Λίμνες τρεμουλιάζουν
στης Φωνής του τ’άκουσμα
Περιστρεφόμενά του Κάτοπτρα
(στο Ημίφως των Στοών)
το Πρόσωπο τής Φρίκης καθρεπτίζουν
Εμμονικές οι Σκέψεις
(στροβιλισμοί από Μουσική Θάνατο κι Έρωτα)
Αβύσσους τού μυαλού του πλημμυρίζουν. –
Σας Αγαπά...
με το Πάθος εκείνων που, ποτέ,
δεν αγαπήθηκαν·
ποτέ τους δεν θ' αγαπηθούν.
Christine,
αθώα Christine
"Erik! Δυστυχισμένε μου Erik"
με λυγμούς ψιθυρίζετε
και να! νεκρός
"Le Fantôme de l'Opera"
στα λευκά κείτεται πόδια σας.
Νεκρός, Αυτός που σας Αγάπησε·
με το Πάθος εκείνων που, ποτέ,
δεν αγαπήθηκαν·
ποτέ τους δεν θ' αγαπηθούν.