Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΧΩΡΑ

 


PABLO NERUDA

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΧΩΡΑ

 

Οἱ Ἀμερικὲς ἑνώνουν τὶς μέσες τους

ἀνάμεσα στοὺς δύο γαμήλιους ὠκεανούς:

ἀπ’ τὸν Ἀτλαντικὸ παίρνουν ἀφρούς,

ἀπ’ τὸν Εἰρηνικὸ καταρρακτώδη ἀστέρια·

ἔρχονται καὶ δένουν τὰ πλοῖα τῶν λευκῶν πόλων

φορτωμένα πετρέλαιο καὶ πορτοκαλάνθια·

οἱ ναυτικὲς ἀποθῆκες ἐρούφηξαν

ὅλο τὸ μυστικὸ ὀρυκτό μας αἷμα

ποὺ ὑψώνει τοὺς πύργους τοῦ πλανήτη

σὲ πρωτεύουσες ἀπαίσιες καὶ γεμάτες ἀγκαθότοπους.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἱδρύθηκε ἐδῶ ἡ αὐτοκρατορία

τοῦ δολλάριου μὲ τὰ θλιβερά του οἱκεῖα πρόσωπα·

οἱ αἰμοσταγεῖς κανίβαλοι τῆς Καραϊβικῆς

μασκαρεύτηκαν σὲ ἡρωικοὺς στρατηγούς·

καὶ βλέπεις βασίλειο ἀνηλεῶν ἀρουραίων,

κληρονομικὸ φέουδο ὅλο στρατιωτικὲς ροχάλες,

σπηλιὰ ρυπαρῶν δυναστῶν,

κανάλι τροπικῶν βούρκων,

σκοτεινὴ ἁλυσίδα βασάνων καὶ μαρτυρίων,

κομποσκοίνι κεφαλικῶν ποινῶν —

καὶ βλέπεις τὸ δολλάριο νὰ κυβερνάει τὴν ἀναισχυντία

μ’ ἕναν κάτασπρο στόλο ριγμένον στὶς θάλασσες

νὰ ξεπουλάει τῆς μπανάνας τὸ ἄρωμα

καὶ τοὺς ἀναρίθμητους κόκκους ἀπ’ τὶς φυτεῖες τοῦ καφέ,

νὰ διαιωνἰζει στ’ ἁγνὰ χώματά μας

τοὺς διάφορους βουτηγμένους στὸ αἷμα τρουχίγιους.

Καημένη Ἀμερικὴ πνιγμένη στὸ αἷμα,

μὲ τὸ μισό σου κορμὶ χωμένο στὰ βουρκόνερα,

καρφωμένη μὲ ἀγκάθια στὸν σταυρό,

σιδηροδέσμια καὶ δαγκωμένη ἀπ’ τὰ σκυλιά,

γινωμένη ἀπ’ τοὺς εἰσβολεῖς χίλια δυὸ κομμάτια,

λαβωμένη ἀπ’ τὰ βασανιστήρια καὶ ἀπ’ τὶς χειροδικίες,

συρμένη ἀπὸ μυθικοὺς ἀνέμους,

ἀπὸ ἱερόσυλα παζαρέματα καὶ κολοσσιαῖες ληστεῖες,

Ὦ κομψὴ ἁλυσίδα τῶν μεγάλων μόχθων καὶ πόνων,

ὦ ξαναντάμωμα καὶ ἕνωση τῶν θρήνων δύο ὠκεανῶν.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

 

Για μερικά χρόνια αυτό το φρικτό φαινόμενο της κακότητας και της ηλιθιότητας, που είναι ο φασισμός, φαινόταν αδρανές και ξεπερασμένο: είχε, εν ολίγοις, γίνει θέμα νοσταλγίας, όπως λένε, θέμα ντεμοντέ, με την πατίνα του χρόνου, σαν έπιπλο Αρ Νουβώ. Και, ως τέτοιο, είναι τώρα πια ακίνδυνο, παρά την ηθική του ασχήμια. Λοιπόν: όλοι μας κάναμε λάθος. Ο φασισμός συνεχίζει να σέρνεται σαν φίδι στην Ιταλία, στην Ευρώπη και στην Αμερική. Και όπως είναι φυσικό, ο φασισμός δεν είναι παρά ένα από τα ιδεολογικά στοιχεία του καπιταλισμού. Και όσο υπάρχει ο καπιταλισμός, θα υπάρχει και ο φασισμός για να τον υπερασπίζεται, να τον συντηρεί και να τον υποστηρίζει.

 

Πηγή: "Una rapina fallita due volte" στο "Il Reporter», 8 Μαρτίου 1960. Βλ. επίσης: Pasolini. Saggi sulla letteratura e sull'arte, τ. II, με την επιμέλεια του Walter Siti και της Silvia De Laude, Milano, Mondadori, I Meridiani, 1999, σσ. 2280-2284.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 








ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΟΥ ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΟΥΖΙΛ

 



Νίκος Κάσσιος

13 ώρ. 
Ο φίλος μας Yorgos Kentrotis μερίμνησε εκ νέου για τον πνευματικό μας επισιτισμό, αυτή τη φορά δωρίζοντάς μας τις μεταφρασμένες από τον ίδιο «Ιστορίες που δεν είναι ιστορίες» του Ρόμπερτ Μούζιλ. Για συλλογή σύντομων διηγημάτων πρόκειται, της oποίας ο τίτλος δίνει την εντύπωση της αντίφασης, αλλά η αντίφαση αυτή αίρεται, εάν εννοήσουμε στο τέλος ακόμη μια λέξη, όπως «αρχετυπικές» ή «συνήθεις»· ό,τι διαβάζουμε είναι μεν ιστορίες, αλλά κάτι τους λείπει από τα άλλως απαραίτητα υλικά των ιστοριών: από άλλες ο τόπος και ο χρόνος, από άλλες η πλοκή, απ’ όλες η έκταση. Αυτά που από καμία δεν λείπουν είναι αφενός η ευαισθησία του αφηγητή -χρησιμοποιώ τη λέξη «ευαισθησία» ακριβώς με τη σημασία που της δίνουν τα συνθετικά της μέρη-, ο οποίος εντοπίζει ενδιαφέρουσες εκδοχές της conditio humana σε ανύποπτα καθημερινά στιγμιότυπα, και αφετέρου η τεχνήεσσα εκφραστική λιτότητα με την οποία τις επενδύει και η οποία μεταφέρεται με τη μεσολάβηση του μεταφραστή στη γλώσσα αφίξεως (- όχι, δεν ξέρουμε γερμανικά, αλλά ξέρουμε τον Γιώργο). Να ευχαριστήσουμε ξανά; Να ευχαριστήσουμε, με την πεποίθηση ότι κάποιες λέξεις ανθίστανται –έτσι επιβάλλεται– στη φθορά της συχνής επανάληψης.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΜΟΥ ΒΟΥΔΑ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[Η ΑΣΤΥΝΟΜΙ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΜΟΥ ΒΟΥΔΑ]

 

Ὁ Βούδας… ὁ ἐπιλεγόμενος Βούδας κοιμόταν κι ἐλόγου του ἥσυχα-ἥσυχα. Εἶχε πέσει καὶ κοιμόταν μὲ τὰ ροῦχα, γιατί ’ταν κουρασμένος, ἀφοῦ πιὸ πρὶν τὸ βράδυ τά ’χε ψιλοκοπανήσει. Φοροῦσε τὴ φόρμα του, κι ἀπ’ τὸ κεφάλι δὲν εἶχε βγάλει τὴν τραγιάσκα, ποὺ τὴ φοροῦσε μάλιστα ναπολιτάνικα, κατεβασμένη ἴσαμε τὰ φρύδια, ἐνῶ τ’ ἀκάλυπτα ἀπὸ πίσω σγουρά του μαλλιὰ εἶχαν μείνει ὄρθια. Ἔτσι κοιμόταν στὰ πόδια ἑνὸς ἡμίδιπλου κρεβατιοῦ, πεσμένος κατὰ φάρδος, μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα καὶ τὰ δυὸ παιδιά του. Στὸ ἄλλο ράντζο, ποὺ δὲν εἶχε στρῶμα, κοιμόταν ἡ μάνα του.

Ἔμενε σ’ ἕνα καλυβόσπιτο δίπλα στὶς λαϊκὲς πολυκατοικίες, ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζε ἡ ἐξοχὴ πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ Ἀνιένε, στὸ Μέσι ντ’ ὄρο. Ὅλο τὸ δάπεδο ἦταν ἄστρωτο, δίχως τοῦβλα· τὰ εἶχε πουλήσει ὅλα. Στὸ μεγάλο δωμάτιο ὑπῆρχαν μόνο ἐκεῖνα τὰ δύο κρεβάτια, τὸ ἕνα κολλητὰ στὸν ἕναν τοῖχο καὶ τὸ ἄλλο κολλητὰ στὸν ἄλλον, καὶ δυὸ καρέκλες γιὰ ν’ ἀκουμπᾶνε πάνω τους τὰ ροῦχα, τίποτ’ ἄλλο. Ὅλα τὰ καλώδια τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἦταν ξηλωμένα· ὑπῆρχαν καὶ δυὸ χοντρὲς σταξιὲς ἀπὸ κερὶ στὶς καρέκλες μπροστὰ ἀπὸ τὰ κρεβάτια, ἀφοῦ μὲς στὸ δωμάτιο ἔβλεπαν κρατώντας κερί.

Στὸ σπίτι τοῦ Βούδα μπούκαραν μὲ τὴ μία — βρῆκαν ἀνοιχτὴ τὴν πόρτα. Ἔριξαν φῶς μέσα κρατώντας καὶ τ’ αὐτόματα. Μετὰ ρώτησαν: «Ἐδῶ μένει ὁ Ποστιλιόνε Βιρτζίνιο;» Ὁ Βούδας ξύπνησε, ἔτριψε τὰ μάτια του, ἀνεβοκατέβασε δυὸ-τρεῖς φορὲς τὴν τραγιάσκα του ἀλλάζοντάς της συνέχεια θέση στὴ γκλάβα του, ὥσπου τὴν ξανακατέβασε τόσο πολὺ μέχρι τὰ βλέφαρα, ποὺ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βλέπει ἔπρεπε νὰ κρατάει τὸ σαγόνι του σηκωμένο ἀρκετὰ ψηλά. «Ὄχι, κοιτάξτε νὰ δεῖτε», εἶπε, «ἐδῶ δὲν μένει κανένας Ποστιλιόνε, ἐδῶ μένει ὁ Ντὶ Σάλβο Τζοβάνι…» «Ἡ κυρία σας πῶς λέγεται;» ρώτησαν μετὰ στρέφοντας τὰ ὅπλα πρὸς τὴ σύζυγό του.

«Σπιτσικίνι Τερέζα», εἶπε ὁ Βούδας· «αὐτὸς ποὺ ζητᾶτε δὲν εἶναι ἐδῶ… ὄχι, δὲν εἶναι ἐδῶ! «Πῶς; Πῶς εἴπατε ὅτι λέγεσθε;» τὸν ρώτησε τότε ἕνας δεκανέας. «Ντὶ Σάλβο Τζοβάνι», ἐπανέλαβε ὁ Βούδας. Ὁ δεκανέας τὸν κοίταξε καλά-καλά. «Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε κι ἐσεῖς!» εἶπε. «Πῶς; Τί;» εἶπε ὁ Βούδας γεμάτος ἔκπληξη καὶ ἀθωότητα. Τὸν ἔπιασαν, ὅμως, δύο ἀστυνομικοί, ὁ ἕνας ἀπὸ δῶ κι ὁ ἄλλος ἀπὸ κεῖ, κι ἔτσι ἀναγκαστικὰ ὁ Βούδας συμμορφώθηκε. Γύρισε στὴ γυναίκα του, ποὺ καθόταν καὶ κοίταζε μὲ τὰ δυὸ ἀγοράκια τους, πού ’χανε στὸ μεταξὺ ξυπνήσει καὶ κοίταζαν κι ἐκεῖνα τὸν πατέρα τους, καὶ εἶπε: «Καληνύχτα, καλή μου!»

 

Μετάφραση : Γιῶργος Κεντρωτής.

 

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ

 


JORGE LUIS BORGES

 

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ

 

Τὴ νύχτα, ποὺ εἶναι εὐνοϊκὴ πολὺ γιὰ τοὺς λεμούριους

καὶ τὶς προνύμφες ποὺ τοὺς πεθαμένους βασανίζουν,

ματαίως οἱ οἰωνοὶ βγαίνουν καὶ τετραγωνίζουν

βασίλεια τῶν ἄστρων ἀνοιχτὰ καὶ ἀνέμους οὔριους.

Ὁ ταῦρος σφάχτηκε στῆς χαραυγῆς τὸ μετερίζι·

στὰ σωθικά του μάταια ψάχνει ὁ ἱερέας γιὰ νὰ μάθει

τὸ μέλλον· μάταια ὁ ἥλιος σήμερα μὲ φῶς ραντίζει

τὸν ἔνοπλο πραιτωριανὸ καὶ τὴν πιστή του σπάθη.

Στ’ ἀνάκτορά σου τὸ κορμί σου τρέμει· περιμένει

νὰ φτάσει τὸ μαχαίρι. Καὶ στὴν αὐτοκρατορία

ποὺ κυβερνοῦν οἱ σάλπιγγές σου γράφεται ἱστορία

προοιωνιζόμενη ἱκεσίες καὶ πυρὲς ἐν γένει.

Ἀπ’ τὰ βουνά σου ὁ ἱερὸς τρόμος ἔχει πιὰ φουντώσει·

τὸν τίγρη τὸν χρυσὸ καὶ σκοτεινὸ ἔχει βεβηλώσει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΕΝΩ ΖΟΥΣΕ Η ΛΑΟΥΡΑ

 




ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ

 

ΣΟΝΕΤΟ 22 : ΕΝΩ ΖΟΥΣΕ Η ΛΑΟΥΡΑ

 

Μονάχος καὶ σκεφτικὸς μετρῶ τὰ πιὸ ἔρημα λιβάδια μὲ ἀργὰ βἠματα. Προσεχτικὰ κοιτάζω ποῦ ἀνθρώπινο πόδι ἄφησε τ’ ἀχνάρια του γιὰ νὰ φύγω. Ἔτσι μόνο θὰ μποροῦσα νὰ κρυφτῶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί στὸ ἐξωτερικό μου τὸ μελαγχολικό, διαβάζεται ἀμέσως ἡ φλόγα καὶ καίει τὰ σωθικά μου. Τόσο ποὺ πιστεύω πιὰ πὼς τὰ βουνά, οἱ ἀχτές, τὰ ποτάμια καὶ τὰ δάση ξέρουν ποιά εἶναι ἡ ζωή μου ποὺ στοὺς ἄλλους εἶναι ἄγνωστη. Μὰ μ’ ἢ αὐτὰ δὲν ξέρω νὰ βρῶ τόσο ἀπάτητους κι ἄγριους δρόμους, ὥστε νὰ μὴ μὲ βρίσκει ὁ Ἔρωτας γιὰ νὰ κουβεντιάζουμε μαζί.

 

Μετάφραση: Ἑπτανησία (= Μαριέττα Γιαννοπούλου Μινώτου) .

 

Πηγή: Ἰόνιος Ἀνθολογία, Ἔτος Αον, Ζάκυνθος, Ἀριθ. 1, Ἀπρίλιος 1927, σ. 23.


ΙΛΑΡΙΩΝ ΑΣΚΑΣΟΥΒΙ (1807-1875)

 




JORGE LUIS BORGES

 

ΙΛΑΡΙΩΝ ΑΣΚΑΣΟΥΒΙ (1807-1875)

 

Ὑπῆρχε κάποτε εὐτυχία. Ὁ ἄνθρωπος δεχόταν

τὸν ἔρωτα μὰ καὶ τὸν πόλεμο κανονικῶς,

μὲ πλησμονὴ χαρᾶς. Ὁ μέγας αἰσθηματικὸς

τῶν καθαρμάτων ὄχλος δὲν σφετεριζόταν

τοῦ λαοῦ μας τὸ ὄνομα. Ἐκεῖνο τὸ σημαδιακὸ

πρωινὸ ἐζοῦσε ὁ Ἀσκασούβι καὶ μαχόταν ὄντας

ἀνάμεσα στοὺς γκάουτσος, ποὺ τραγουδώντας

πολέμαγαν γιὰ κάποιον πατριωτικὸ σκοπό.

Ἦταν πολλοὶ ἄντρες. Ἦταν ὁ ἐκλεκτὸς τῆς μοίρας

ὡς ἀοιδός, καὶ στοῦ χρόνου τὴ ροὴ ὡς Πρωτέας.

Πιστὸς στρατιώτης στὸ Μοντεβιδέο ἕως κεραίας

ἐφάνη, καὶ στὴν Καλιφόρνια ὡς χρυσοθήρας

ὑπῆρξε. Τότε τοῦ ’δινε ἡδονὴ ἡ σπάθη.

Τώρα εἴμαστε στοῦ σκοταδιοῦ τὸ κατακάθι.

 

1975

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΣΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΙΒ΄

 



JORGE LUIS BORGES

 

ΣΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΙΒ΄

 

Ὦ Βίκινγκ τῶν στεπῶν, Κάρολε γιώτα βήτα

τῆς Σουηδίας, ποὺ διέσχισες τὸ μονοπάτι

ἀπ’ τὸν Βορρᾶ ὣς τὸν Νότο τοῦ θεϊκοῦ προστάτη

Ὀντίν, προγόνου σου, ἡ χαρὰ ἡ δική σου ἤτα-

νε τὰ ἔργα, οἱ κόποι ποὺ ὑποκινοῦν τὴ μνήμη

τοῦ ἀνθρώπου στὸ τραγούδι, στὴ θνητὴ τὴ μάχη,

στὴ φρίκη τῶν θραυσμάτων, στὸ σκληρὸ νταμάχι,

στὸ ἀκράδαντο σπαθὶ καὶ στοῦ αἵματος τὴ φήμη.

Ἐγνώριζες πὼς νικητὴς ἢ νικημένος

εἶναι ὄψεις τῆς ἀδιάφοιρής μας τύχης ἕως

ἐκεῖ, ὅπου μένει μία ἀρετή: νά ’σαι γενναῖος·

κάτω ἀπ’ τὸ μάρμαρο ἐσαεὶ εἶσαι ξεχασμένος.

Πιὸ μόνος κι ἀπ’ τὴν ἔρημο καὶς ὅλως παγερός·

εἶν’ ἄφταστη ἡ ψυχή σου· ἐντούτοις εἶσαι πιὰ νεκρός.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.



ΔΥΟ ΤΟΜΟΙ ΜΕ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΩΝ ΣΕΦΕΡΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑΝΑΠΑ

 




23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1951

 


CÉSAR CANTONI

 

23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1951

 

Ήταν 6:45 μ.μ., όταν η μητέρα μου,

ξαπλωμένη σε ένα σιδερένιο κρεβάτι

στο Ισπανικό Νοσοκομείο της Λα Πλάτα,

γέννησε ένα ξανθό αγόρι

που εμφάνισε—το πρώτο σημάδι

της δυσφορίας του για τον κόσμο—

ένα ψυχαναγκαστικό τικ στην όψη.

 

Σήμερα το ίδιο αυτό αγόρι,

τόσο άβολο όσο και την ημέρα που γεννήθηκε,

σέρνει τούτες τις γραμμές με χέρια γέρου.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΛΑΦΙΝΟΥΡ

 


JORGE LUIS BORGES

 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΛΑΦΙΝΟΥΡ (1797-1824)

 

Τοῦ Λόκιου τόμος, ὅλες οἱ βιβλιοθῆκες,

τὸ φῶς στῆς γλιστερῆς τῆς μεσαυλῆς τὸν τοῖχο,

τὸ χέρι ποὺ ἀργοσέρνει στὸ χαρτὶ τὸν στίχο:

Τὸ κρίνο τὸ χλομὸ στὶς δάφνες, στὶς ἐρεῖκες.

Τὸ σούρουπο, ὅταν ὀνειρεύομαι μεγάλη

τυχαία λιτανεία τῶν ἴσκιων μου, γυμνὰ τὰ

σπαθιὰ θωρῶ, καὶ διαλυμένα τὰ φουσάτα·

μαζί σου, Λαφινούρ, ἡ εἰκόνα γίνεται ἄλλη.

Σὲ βλέπω ἐδῶ νὰ συζητᾶς στὰ χάη τοῦ κενοῦ

μὲ τὸν πατέρα μου γιὰ τὴ φιλοσοφία,

κι ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἐσφαλμένη θεωρία

νὰ ἐπινοεῖτε γιὰ τὶς αἰώνιες μορφὲς τοῦ νοῦ.

Σὲ βλέπω νὰ διορθώνεις σχέδια σὲ ὅ,τι πέφτει

στὴν πίσω τὴν πλευρὰ τοῦ ἀβέβαιου καθρέφτη.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.