ΗΡΙΝΝΑ
ΡΟΚΑ
[……………………………]
Μὲ τ’ ἀφτί μου στυλωμένο
πάντα καρτεροῦσα νά ’ρθεις
καὶ μ’ ἔλουζε ὅλη τὸ
χρυσαφένιο τῆς σελήνης φῶς.
[…] κι ἀφοῦ ἐκεῖνος ἔβαλε
τὴ Φαινίδα νὰ κόψει τὰ μαλλιά της,
τὸν νοῦ μου ἐμένα τὸν
κατάκλυσε σὰν μεθυσμένο κύμα ἡ θλίψη.
Μὲ ἀλλοπαρμένο ἔφυγα βῆμα
— βγῆκα ἀπ’ τὴ λευκὴ τὴν πόρτα.
«Ὀιμέ, ὀιμέ», ἐφώναξα· καὶ
ἡ λύρα ἡ φίλτατή μου
ἅπλωσε τότε κι ἔστρωσε τοὺς
ἤχους της ὅλους
στὸν περίβολο τῆς μεγάλης
αὐλῆς ὁλόγυρα.
Γιὰ ὅλα τοῦτα, δύστυχη
Βαυκίδα μου, ὀιμέ,
ἐγὼ τώρα θρηνῶ καὶ
βαριαναστενάζω· γιατὶ
εἶναι φρέσκα ἀκόμα μέσα
στὴν καρδιά μου
τὰ χνάρια τῆς ἀγάπης μας.
Καὶ ὅσα παιχνίδια
κάποτε κάναμε εἶναι τώρα
πλέον στάχτη, στάχτη.
Στάχτη εἶναι τώρα κι οἱ
χοροὶ ποὺ ἐχόρευαν οἱ φίλες μας,
καὶ τὰ κρεβάτια ποὺ ἐστρώναμε
στὶς νυφικὲς παστάδες
γι’ αὐτὲς καὶ τοὺς
γαμπρούς τους· στάχτη ἐγίνηκαν
καὶ τὰ τραγούδια πού
’λεγε τὰ πρωινὰ ἡ μάνα σου,
κι οἱ ἄλλες κλῶστρες τ’ ἄκουγαν
μὲ προσοχὴ μεγάλη.
Ἀπ’ ὅλα τοῦτα ἔφυγες
μακριά, Βαυκίδα μου,
γιὰ νυφικὴ ψάχνοντας κλίνη
στῆς ἀκρογιαλιᾶς τὸν φλοῖσβο.
Καμιὰ φορὰ τρομάζαμε μὲ τὴ
Μορμώ,
ποὺ εἶχε φάτσα ἀλλόκοτη, ἀδιευκρίνιστη,
καὶ περπατοῦσε λέει μὲ τὰ
τέσσερα. Μά, σὰν ξαπλώθηκες
στὸ λέκτρο τὸ συζυγικό, τὰ
πάντα ἐλησμόνησες… ἀκόμα
κι ὅσα ἀπὸ τὴν ἴδια σου τὴ
μάνα εἶχες ἀκουσμένα,
σὰν ἤσουνα παιδάκι,
Βαυκίδα μου πολυαγαπημένη.
Γιατὶ μέχρι τότε δὲν σὲ εἶχε
ἀπασχολήσει ἡ Ἀφροδίτη.
Ἔτσι τώρα ἐγὼ γιὰ ὅλ’ αὐτὰ
ποὺ σοῦ εἶπα ἴσαμ’ ἐδῶ,
σὰν σὲ κλαίω βαριά, συνάμα
γλυκὰ σὲ παινεύω·
τ’ ἄλλα ὅλα τὰ ξεχνῶ, νὰ
πᾶνε νὰ χαθοῦν τ’ ἀφήνω.
Τὰ βέβηλά μου πόδια δὲν ἤρθανε
στὸ διαλυμένο σπίτι σου·
ἡ ντροπή μου για τὸν
τσακωμό μας μὲ κράτησε μακριά —
τὸ γυμνό σου πτῶμα δὲν τὸ
εἶδα, κι οὔτε σὲ θρήνησα
μὲ τὴν κόμη ξέπλεκη καὶ ἀκάλυπτη.
Κλεισμένη μέσα κάθομαι
καὶ κόβω μὲ βαθιὲς νυχιὲς
τὰ μάγουλά μου. Ποτὲ
ἀπ’ τὴν πόρτα σου ἀπ’ ἔξω
δὲν θὰ λείψει τὸ στεφάνι.
Δεκαεννιὰ ἤμασταν χρονῶ
κι οἱ δυό μας, κι ἐσὺ
πάντα συνέτρεχες τὴ φίλη
σου τὴν Ἤριννα
τὶς δύσκολες τὶς ὧρες ποὺ
ἐγένναγε τοὺς στίχους της:
τὴ ρόκα τοῦ τοκετοῦ τῶν ποιημάτων
της
ἐσὺ μὲ θαυμαστὴ σοφία κι ἄγρυπνο
μάτι ἐπέβλεπες.
Καὶ νὰ ξέρεις […].
[……………………………]
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
























