PIER PAOLO PASOLINI
[ΠΡΟΕΣΠΕΡΙΝΗ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ
ΡΩΜΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ]
Ὅταν
βγῆκαν ἀπ’ τὸ σινεμά, ὁ καιρὸς ἦταν ἀκόμα καλύτερος καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα πολὺ πιὸ
γλυκιά. Ὁ ἥλιος βρισκόταν ψηλὰ ἀκόμα καὶ ὅλη ἡ Πιάτσα Ἔξεντρα μαζὶ καὶ ὅλη ἡ
βία Νατσιονάλε ἦταν πλημμυρισμένες ἀπὸ φῶς καὶ φασαρία.
Καὶ
καθὼς ὁ Τομάζο ἔνιωθε καλύτερα ἀπὸ πρὶν κι εἶχε ξανανιώσει γερὸς καὶ δυνατός,
προτοῦ πᾶνε στὴ στάση τοῦ 11, περπάτησαν λιγάκι στὴ βία Νατσιονάλε νὰ ξεσκάσουν
κάπως στὴ δροσιά. Προχώραγαν καὶ κοιτοῦσαν τριγύρω τους: τὶς βιτρίνες, τὸν
κόσμο, ὅλη ἐκείνη τὴν πολυτέλεια καὶ τὴν ὡραία ζωή.
Πέρασαν
δίπλα ἀπὸ ἕνα μπαράκι φίσκα στοὺς Ἀμερικάνους ποὺ τρώγανε καὶ πίνανε καθισμένοι
σ’ ἐκεῖνα τὰ πανύψηλα σκαμπό, τὰ κολλητὰ στὸν πάγκο. Πέρασαν μπροστὰ ἀπό ’να
κατάστημα ἀνδρικῶν ἐνδυμάτων, ὅπου στὴ μιὰ του βιτρίνα εἶχαν μοστράρει ἕνα
βραδινὸ κουστούμι μὲ λουστρινένα σκαρπίνια, ἄσπρο σατὲν κασκόλ, μαῦρα γάντια καὶ
μπαστούνι, ἐνῶ στὴν ἄλλη ὑπῆρχε ἕνα κουστούμι ἀνοιχτόχρωμο (ἔνδυμα περιπάτου),
μὲ μαρὸν μοκασίνια στὸ πλάι καὶ μιὰ κοκκινόμαυρη γραβάτα ποὺ ἡ αἰσθητικὴ καὶ ἡ ποιότητά
της ἦταν πραγματικὰ ἀχτύπητες. Ἔπειτα, ἀφοῦ πέρασαν μπροστὰ ἀπό ’να κατάστημα ὑποδημάτων
κι ἀπὸ ἕνα ἄλλο κατάστημα, ὅπου ἔβρισκες τὰ πάντα, ἔφτασαν βῆμα τὸ βῆμα μέχρι τὴν
Ἔκθεση, μὲ τὶς τεράστιες ἄσπρες της
σκάλες νὰ φωτίζονται ἀπ’ τὸν ἥλιο.
Μὰ
νά, ἐνῶ περπατοῦσαν ἐκεῖ, ὁ Τομάζο εἶδε ξαφνικὰ μιὰ γνωστή του φάτσα: κάποιον
πεσμένον χάμω καὶ ἀκουμπισμένον στὸ πεζούλι μιᾶς σκάλας ποὺ κατέβαινε καὶ κάτω ἀπ’
τὸ ἐπίπεδο τοῦ δρόμου· κοίταξε καλύτερα καὶ ναί, ὄντως, ἦταν ὁ Λέλο.
«Μὰ
τί κάνει ἐκεῖ;» εἶπε μέσα του κι ἀμέσως κατσούφιασε· κρατήθηκε καὶ δὲν πῆγε νὰ τὸν
χαιρετήσει, ἀλλὰ γι’ αὐτὸ καὶ τσαντίστηκε ἀκόμα περισσότερο· μετὰ τράβηξε ἴσια μπροστά,
κρατώντας τὴν Ἰρένε ἀπ’ τὴ μέση, ποὺ δὲν εἶχε πάρει χαμπάρι τίποτα.
«Ὄμορφο,
ἔ;!» τῆς εἶπε, ἐννοώντας τὸ μέγαρο τῆς Ἔκθεσης, ποὺ ὄντας κάτασπρο ἔμοιαζε μὲ
Δημόσια Λουτρά.
Ὁ
Λέλο, μὲ τὴν πλάτη ἀκουμπισμένη στὸ πεζούλι, εἶχε τὸ σακάτικο πόδι του ἁπλωμένο
στὸ πεζοδρόμιο μὲ τὸ μπατζάκι τόσο τραβηγμένο, ποὺ νὰ φαίνεται τὸ μπούτι χωρὶς
τὴν κνήμη· τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸ μανίκι: τό ’χε διπλωμένο γιὰ νὰ φαίνεται τὸ κουλό
του χέρι.
Μὲ
τοῦτο κράταγε σφιχτὰ πάνω στὸ στῆθος του ἕνα ἀγοράκι, οὔτε δυὸ χρονῶ, ἐνῶ τ’ ἄλλο
του χέρι, τὸ γερό, τό ’χε ἁπλωμένο στοὺς περαστικοὺς νὰ τὸν ἐλεήσουν:
ζητιάνευε.
Οὔτε
ὁ Λέλο εἶδε τὸν Τομάζο, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπε κανέναν.
Τὸ
παιδάκι, ποὺ ἐκράταγε ἀγκαλιά, καθόταν πολὺ ἥσυχο, ἦταν ντυμένο μὲ ποδίτσα σὰν
κοριτσάκι, εἶχε μιὰ φατσούλα, ποὺ ἀπ’ τὴ χλομάδα τοῦ ’χε γίνει σχεδὸν κάτασπρη,
καὶ μάτια μαῦρα καὶ στοχαστικὰ σὰν τῶν μεγάλων. Κοίταζε κάθε τόσο μιὰ δεξιὰ καὶ
μιὰ ζερβά, σὰν κάτι νὰ τὸ παραξένευε, ἀλλὰ δὲν ἔδειχνε καὶ καμιὰ πολὺ μεγάλη
περιέργεια: περιοριζόταν στὸ νὰ κοιτάει καὶ μόνο, καὶ νὰ μένει ἀμίλητο.
Ὁ
Λέλο ἔμοιαζε σὰν νὰ μὴν ἔνιωθε κὰν τὴν παρουσία του· τό ’χε νοικιασμένο καὶ τὸ
κράταγε ἐκεῖ σὰν πράγμα, ὄχι σὰν παιδάκι. Ἐκεῖνο, πάλι, τό ’ξερε καὶ καθόταν ἥσυχο.
Πῶς
εἶχε, ἀλήθεια, ἀλλάξει ἔτσι ὁ Λέλο ἀπ’ τὰ χρόνια ποὺ κατέβαινε γιὰ περιπέτειες
στὸ κέντρο τῆς Ρώμης μαζὶ μὲ τὴν κομπανία του. Εἶχε φέξει, εἶχε ρέψει, ἀκόμα καὶ
τὰ μαλλιά του, ποὺ κάποτε τὰ φρόντιζε μἐ θρησκευτικὴ εὐλάβεια, μόνο μαλλιὰ δὲν ἦταν
τώρα. Ἀξύριστα τουλάχιστον ἕξι μέρες μιὰ βδομάδα τὰ γένια του, μὰ ἔτσι ξανθὰ καὶ
ἀραιὰ ποὺ ἤτανε, οὔτε καλὰ-καλὰ ποὺ φαίνονταν· καὶ ἦταν βρόμικος, ναί, πολὺ
βρόμικος, καὶ πάνω στὸ δέρμα του εἶχε κάτι σὰ λίγδα, κάτι ποὺ ξεπηδοῦσε ἀπὸ
μέσα του κι ἔμοιαζε ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ σβήσει, ἀκόμα κι ἂν πλενόταν μὲ χλωρίνη,
ἔτσι πού ’χε μπεῖ μέσα του καὶ τοῦ ’χε κλείσει ὅλους τοὺς πόρους, ὅπως
συμβαίνει μ’ ὅλους τοὺς ἀνάπηρους, τοὺς συναδέλφους του. Ἀπ’ τ’ ἀσυναγώνιστα
παντελόνια ποὺ φόραγε κάποτε (τότε ποὺ ἦταν στὴ μόδα οἱ σωλῆνες), ἀπ’ τὰ ριγὲ
μπλουζάκια, ἀπ’ τὰ φουλάρια τὰ δεμένα κόμπο στὸ λαιμό σὲ στὶλ σερίφικο… ἀπ’ ὅλα
τοῦτα τίποτα δὲν ὑπῆρχε πιά· τώρα φόραγε ἕνα γκρίζο παλιοπαντέλονο μὲς στὴ
λίγδα, καὶ μιὰ καρὸ ζακέτα μὲ τὶς τσέπες της φουσκωμένες, μᾶλλον ἀπ’ τὴ
χαρτοσακούλα ποὺ εἶχε μέσα ὅ,τι εἶχε γιὰ φαΐ.
Τὸ
ζητιανηλίκι του δὲν ἦταν οὔτε κλάψα οὔτε παρακαλετό, νὰ κοιτάει δηλαδὴ τὸν
κόσμο μὲ θυμὸ καὶ μὲ κακία, ὅπως κάνουν τόσοι καὶ τόσοι ἄλλοι· το ’κανε σὰν νά ’ταν
τὸ ἐπάγγελμά του, σὰν συνήθεια, χωρὶς νὰ σκέφτεται τίποτα ἡ κλεφτρονογκλάβα του,
ἀπολησμονημένος ὄντας κι ἀπ’ τὸν ἴδιο τὸ Θεὸ ἀκόμα.
«Θὲς
καφέ;» ρώτησε ὁ Τομάζο τὴν Ἰρένε διαχυτικὸς καὶ ἀνοιχτοχέρης, κύριος καὶ στὴν
ψυχὴ καὶ στὴν τσέπη.
«Ὄχι,
καλύτερα νὰ περπατήσουμε! Μ’ ἀρέσει νὰ χαζεύω!» εἶπε πολὺ σοροπιαστὰ ἡ Ἰρένε.
«Πολὺ
λοῦσο καὶ πολυτέλεια δῶ πέρα, ἔ;!» εἶπε ὁ Τομάζο ρίχνοντας μιὰ τελευταία
τσαντισμένη ματιὰ στὸ Λέλο καὶ τραβώντας μετὰ τὸ δρόμο του. «Σὲ τοῦτα τὰ μέρη
φέρνονται ἀλλιώτικα», συνέχισε· «Εἶναι πολὺ διαφορετικοὶ ἀπὸ μᾶς. Δὲς πῶς
ντύνονται… δὲς ἀκόμα καὶ πῶς φυσᾶν τὴ μύτη τους, πῶς πιάνουν τὴν καρέκλα τους νὰ
κάτσουνε — τοὺς βλέπεις, δὲν εἶναι σὰν κι ἐμᾶς… Ἔχουν ἄλλο φέρσιμο!... πῶς νὰ τὸ
κάνουμε;… ἄλλο!...»
«Ἔ,
ναί!» εἶπε ἡ Ἰρένε· «ἀφοῦ γεννήθηκαν κύριοι. Τά ’δες τὰ παιδάκια τους; Τοὺς
φωνάζουνε μπαμπά… μανούλα… Καὶ τά ’χουν πάντα περιποιημένα τὰ
μικρά τους… τίποτα δὲν τοὺς λείπει… μήτε τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα!... Καὶ τὰ
σπουδάζουν μέχρι νὰ μεγαλώσουν…»
«Κι
εἶν’ ὅλοι τους Χριστιανοδημοκράτες», εἶπε ὁ Τομάζο· «Νά γιατί!»
«Ἐσὺ
τί λές;» εἶπε ἡ Ἰρένε· «Θά ’μασταν τοῦ λόγου μας ἱκανοὶ νὰ τὰ βγάλουμε πέρα μέσα
σὲ τέτοιο περιβάλλον; Ἐμένα μοῦ φαίνεται σίγουρα ὄχι!»
«Εἶναι
πολὺ πιὸ ἀνώτεροι!» παρατήρησε ὁ Τομάζο· «Πῶς νὰ πᾶς νὰ παραβγεῖς μαζί τους;!
Παλιά, ὅποτε τοὺς ἔβλεπα, τοὺς ἔλεγα μπούφους καὶ παιδιὰ τοῦ μπαμπᾶ·
τώρα ψιλοαρχίζω νὰ καταλαβαίνω τί διαφορὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸ νὰ βρίσκεσαι μὲ τὸν
κόσμο τοῦ συνοικισμοῦ καὶ μὲ τοῦτον δῶ πέρα τὸν κόσμο! Τοῦτος δῶ ὁ κόσμος ζεῖ
τίμια, κι ὅπου πᾶνε, ὅλοι τοὺς βγάζουν τὸ καπέλο!»
Ἡ
Ἰρένε ἔμεινε γιὰ λίγο ἀμίλητη — εἶχε πέσει σὲ μικρὴ περισυλλογή. «Ποῦ ξέρεις;»
εἶπε μετά· «Μπορεῖ μιὰ μέρα κι ἐμεῖς, μακάρι νὰ δώσει, νά ’χουμε λίγο τύχη καὶ
νὰ μποροῦμε νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς τὴ φιγούρα μας!»
Νὰ
μιλάει εἶχε σταματήσει κι ὁ Τομάζο, κι αὐτὸς γιὰ λίγο, κι εἶχε πέσει σὲ παρόμοια
μικρὴ περισυλλογή. «Ξές, Ἰρένε, τί σκέφτομαι;» ἀναφώνησε μετά· «Θὰ μιλήσω στὸν
παπά… θὰ πάω νὰ γραφτῶ στὸ Χριστιανοδημοκρατικὸ Κόμμα!»
Στῆς
Ἰρένε τὸ σπίτι ἦταν ὅλοι κομμουνιστές· καὶ ἡ ἴδια· ἀπὸ πολὺ μικρούλα εἶχε αὐτὲς
τὶς ἰδέες: τῆς τὶς εἶχε μάθει ὁ πατέρας της. Τὸ καλοσκέφτηκε λιγάκι, μὲ κριτικὸ
πνεῦμα αἰσιοδοξίας, καὶ ἔπειτα τοῦ εἶπε: «Δὲν εἶναι καὶ κακὴ ἰδέα, ρὲ Τομά! Ἄσε
ποὺ ἅμα εἶσαι μ’ αὐτὸ τὸ κόμμα, μπορεῖ αὔριο… κάθε στιγμή… να ’χεις
βοήθεια… κάποια δουλειά… κάτι! Ἄσε ποὺ στὸ πλευρὸ τῆς Ἐκκλησίας παίρνεις δύναμη…
ἄλλη δύναμη!»
Μετάφραση:
Γιῶργος Κεντρωτής.
Ἀπόσπασμα
ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος» («Una vita violenta»), ποὺ θα ἐκδοθεῖ προσεχῶς
ἀπὸ τὸν Gutenberg.