Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 













ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ


 

JORGE LUIS BORGES

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

Διὰ γενεῶν τε καὶ γενεῶν ἀνέδειξαν,

καθόρισαν οἱ ἄνθρωποι τὴ νύχτα.

Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ τύφλωσις καὶ ὁ ὄνειρος ὕπνος

καὶ ἀγκάθια ποὺ πληγῶναν τὸ γυμνὸ τὸ πόδι

καὶ τῶν λύκων ὁ τρόμος.

Οὐδέποτε θὰ μάθουμε τὴ λέξη ποιός ἐχάλκεψε,

τὸ σκοτεινὸ νὰ ὀνομάσει διάλειμμα

ποὺ τὸ λυκόφως ἀπ᾽ τὸ λυκαυγὲς χωρίζει·

καὶ οὐδἐποτε θὰ μάθουμε πότε ἔγινε ἀριθμὸς

τοῦ ἔναστρου διαστήματος.

Τὸν μύθο της ἄλλοι τὸν ἐγέννησαν.

Τὴν ἔκαναν μητέρα τῶν ἤρεμων Μοιρῶν

ποὺ κλώθουνε τὰ ριζικά, τὰ πεπρωμένα,

καὶ τῆς ἐσφάζαν μαῦρα πρόβατα θυσία

καὶ τὸν ἀλέκτορα που τὸ δικό της τέλος προαγγέλλει.

Οἴκους τῆς προσέφεραν οἱ Χαλδαῖοι δώδεκα·

καὶ οἱ Στωικοὶ κόσμους ἀπείρους.

Λατινικοὶ ἑξάμετροι τῆς δῶσαν σχῆμα καὶ μορφή,

ὅπως καὶ τοῦ Πασκὰλ ὁ τρόμος.

Ὁ Λουὶς δὲ Λεὸν τὴν εἶδε λίκνο

τῆς ταραγμένης του ψυχῆς.

Ἐμεῖς τώρα πάλι τὴ νιώθουμε ἀστείρευτη

σὰν παλιὸ κρασί,

καὶ ὅποιος τὴ σκεφτεῖ τὸν πιάνει ἴλιγγος,

καὶ ὁ χρόνος τῆς ἔχει τὴν αἰωνιότητα φορτώσει.

 

Καὶ νὰ σκεφτεῖς πὼς κὰν δὲν θὰ ὑπῆρχε

δίχως τοῦτα τὰ λεπταίσθητά μας ὄργανα: τὰ μάτια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

ΣΚΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΔΡΑΜΑΤΑ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΣΚΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΔΡΑΜΑΤΑ

(παλιομοδίτικα…)

 

Στο πάγκο σου, μπακάλισσα,

τα νιάτα μου εχαλάλισα.

 

Για χάρη σου, χασάπισσα,

στις φυλακές εσάπισα.

 

Για σένα παγοπώλισσα,

τ’ ιδανικά μου τ’  απεμπόλησα

 

Στο βενζινάδικο, πρατηριούχα,

ξανάρχισα τ’ αλκοολούχα.

 

Μαγκιώρα πεθαμενατζού,

μου δίδαξες και το σουντζού.

 

Αρχόντισσα και μορφονιά,

παράτα το φραγκοφονιά.

 

Άλλος πια σ’  έχει στο χέρι,

κι εγώ τη βγάζω με Σεφέρη.

 

Μ’  άλλον σ’  έπιασα στο σπίτι

και του εδιάβαζες Ελύτη.

 

Έπαθα χοντρό στραπάτσο,

με προδίνεις για έναν Γκάτσο.

 

Σαμιώτισσα, Σαμιώτισσα,

τον κήπο μου δεν πότισα.

 

Δεσπότης είμαι, Πειραιώτισσα,

γίνε κι εσύ δεσπότισσα.

 

Για σένα, παλιοχίπισσα,

δυο τατουάζ εχτύπησα.

 

Τεμπέλη μ’ έκανες, τεμπέλισσα –

στα κάλλη σου παρέλυσα.

 

Με κέρασες φιλιά, γειτόνισσα –

το σπίτι μου σημαιοστόλισα.

 


ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ;

 


ANTONIN ARTAUD

 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ;

 

Ποιός είμαι;

Κι από πού έρχομαι;

Είμαι ο Αντονέν Αρτό

και αν το πω

όπως ξέρω να το λέω

εν τω άμα

θα δείτε το τωρινό μου σώμα

να γίνεται κομμάτια και θρύψαλα

κι έπειτα να συγκεντρώνεται

σε δέκα χιλιάδες διαβόητες μορφές

ένα νέο σώμα

όπου δεν θα μπορέσετε ποτέ

ξανά να με ξεχάσετε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ

 


ANTONIN ARTAUD

 

ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ

 

Στα λόγια των ποιημάτων τώρα πια δεν πιστεύω,

γιατί δεν προκαλούν τίποτα

και δεν κάνουνε τίποτα.

 

Κάποτε, παλιά, υπήρχαν ποιήματα που έστελναν κάποιον πολεμιστή

να του ξεσκίσουνε στον πόλεμο τη μούρη,

αλλά με τη μούρη του τρύπια,

ο πολεμιστής ήταν νεκρός –

οπότε τί απέμενε απ’ τη δόξα του;

Εννοώ, απ’ την αποστολή του κι απ’ τον ζήλο του;

Τίποτα.

 

Ήταν νεκρός,

πράγμα που χρησίμευε για να εκπαιδεύονται στα σχολεία οι μαλάκες και οι γιοί τους που θα ακολουθούσαν το παράδειγμά του και θα πήγαιναν σε νέους πολέμους ρυθμισμένους κατά το ήθος της πυρηνικής φυσικής,

 

πιστεύω ότι υπάρχει μια κατάσταση όπου ο πολεμιστής,

με τη μούρη του τρύπια

και όντας νεκρός, παραμένει εκεί,

συνεχίζει τον πόλεμο,

προελαύνει,

δεν είναι νεκρός,

προελαύνει προς την αιωνιότητα.

 

Αλλά ποιός άλλος θα τον ήθελε

εκτός από εμένα;

 

Και εγώ… εγώ…, ας έρθει αυτός που θα μου τρυπήσει τη μούρη,

τον περιμένω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

 


ALBERTO LAISECA

 

ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Έρχεται στιγμή που η ψευδαίσθηση είναι πιο νεκρή

κι από ό,τι πετυχαίνουμε απελπισμένοι στα όνειρά μας.

Όχι πολύ αργότερα,

αλλά τη στιγμή ακριβώς που ξυπνάω.

Ανοίγω τα μάτια μου μετά από ύπνο τριών χρόνων.

 

Τσο Τανγκ. Δυναστεία Τσιν.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΣΙΝ ΚΑΙΕΙ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΧΤΙΖΕΙ ΤΕΙΧΗ


 

ALBERTO LAISECA

 

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΣΙΝ ΚΑΙΕΙ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΧΤΙΖΕΙ ΤΕΙΧΗ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Ο βασιλιάς Τσιν καίει βιβλία και χτίζει τείχη·

το χιόνι των τεσσάρων βουνών δεν έχει όμως λιώσει ακόμα,

κι ας είναι καλοκαίρι.

Ο βασιλιάς Τσιν κουβαλάει ένα κομμάτι αχάτη από τη γέννησή του·

στους καλαμιώνες όμως μια γυναίκα γέννησε.

Ο βασιλιάς Τσιν έγραψε Ιστορία, με ωραία γράμματα,

επάνω σε ριζόχαρτο·

ο Κομφούκιος όμως είπε: «Μισώ το μωβ,

γιατί μπερδεύεται με το κόκκινο».

Οι αυτοκράτορες Γιάο και Σουν χαμογελάνε.

 

Γιέν Τσανγκλάνγκ. Δυναστεία Τσί.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ

 


ALBERTO LAISECA

 

ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Όργανο μουσικό με πλήθος μπαμπού κατασκεύασα.

Είναι σαν νερό που επιπλέει στο χώμα.

Αέρινο έχει ιδεόγραμμα, παρόμοιο με όργανο,

όταν θερμαίνεται απ’ την πλευρά του την πύρινη.

 

Νου Πινγκ. Δυναστεία Τσεν.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΟΣ

 


ALBERTO LAISECA

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΟΣ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

 Έντεκα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έφυγες.

Μπορεί κανένας να μην παίζει πια εκείνο το κόκκινο λαούτο,

εγώ όμως ακόμα ακούω τον αιωρούμενο αποχαιρετισμό του.

Τ’ άλογα επέρασαν χτες απ’ το σπίτι που μένω,

μα το κοράλλι ακόμα ντιντινίζει στο τραπέζι μου.

Το απόγευμα δεν έχει τελειώσει,

και ο αγρότης έχει ακόμα δουλειές στον ορυζώνα.

Ούτε η πιο αυστηρή πειθαρχία δεν κατάφερε

να διαλύσει την πρωινή ομίχλη

που κρατάω στου χεριού μου τη χούφτα.

 

Γιανγκ Τσενγκ, Δυναστεία Τανγκ.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

ΤΟ ΡΥΖΙ ΠΟΥ ΤΡΩΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΙΑΤΟ

 


ALBERTO LAISECA

 

ΤΟ ΡΥΖΙ ΠΟΥ ΤΡΩΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΙΑΤΟ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Στο Βασίλειο του Τσου υπάρχει ένα δέντρο·

πεντακόσια χρόνια κρατάει η άνοιξή του.

Στον κήπο μας, όμως,

η λάμψη των ανθών της δαμασκηνιάς θα κρατήσει λίγο.

Βόρεια της Ουράνιας Λίμνης ζει ένα ψάρι·

κάθε του μάτι έχει πεντακόσια λι

και κάθε λέπι του είναι τόσο μεγάλο,

όσο και η ασπίδα που κρατούν τα τζίνια.

Εσύ, όμως, τη μεσαυλή ποτίζεις του σπιτιού μας.

Στ’ ανατολικά, πιο πέρα ​​απ’ την ψηλότερη οροσειρά,

ζει ένα πουλί μονάχο·

όποτε ξύνει το χώμα για να πιεί απ’ τη δροσιά του,

την επαρχία Κουάν Τανγκ τη χτυπάει σεισμός.

Σχεδόν ποτέ του δεν πετάει·

κι όταν πετάει, αλλάζουνε τα δέντρα τόπο,

το καλοκαίρι ανακατεύεται με τον χειμώνα.

Εσύ, όμως, σκούπισες την είσοδο να με καλωσορίσεις.

Στα δυτικά ζει ένας εξαιρετικά λιτοδίαιτος γίγαντας·

κάθε φορά που ξεκινάει

να διασχίσει την έρημο των εκατό χιλιάδων λι,

βάνει φαΐ στο δισάκι του μόνο για τρεις ημέρες·

κι όμως η επαρχία Κούμι στενάζει από την πείνα.

Εσύ, αγάπη μου, έχεις καρυκεύσει

το ρύζι που τρώμε από το ίδιο πιάτο.

Το δέντρο, το ψάρι, το πουλί και ο γίγαντας

παρακολουθούν την ευτυχία μας

και χαμογελούν,

μα τον λόγο είναι αδύνατον να τον εξιχνιάσουν.

 

Χο Γιουάν Τσεν. Θρυλική Δυναστεία.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Η ΦΥΣΗ

 


LUIS CERNUDA

 

Η ΦΥΣΗ

 

Του αγοριού πολύ του άρεσε να παρακολουθεί υπομονετικά, μέρα τη μέρα, το αφώτιστο μπουμπούκιασμα των φυτών και των ανθέων τους. Η εμφάνιση ενός φύλλου, αξετύλιχτου ακόμα και μόλις ορατού, το μισοδιάφανο πράσινό του πλάι σ’ εκείνο το στέλεχος που δεν υπήρχε χτες, το εγέμιζαν έκπληξη, και με μάτια εντατικώς προσεκτικά, και επί πολλή ώρα, ζητούσε να κατανοήσει την κίνησή του, την αόρατη ανάπτυξή του, όπως ακριβώς άλλοι θέλουν να δουν πώς κουνάει το πουλί εν πτήσει τα φτερά του.

 

Του άρεσε να παίρνει ένα τρυφερό βλαστάρι απ’  το φυτό το γινωμένο και να το φυτεύει αλλού, χωριστά, με το χέρι του, που θαν το λαχταρούσε μαλακό και απαλό, να του χαρίζει την απαραίτητη τότε φροντίδα, να το διατηρεί τις πρώτες μέρες σε μέρος σκιερό, να του ποτίζει την άπειρη δίψα του πρωί και βράδυ όποτε έκανε ζέστη – όλο τούτα το μπόλιαζαν το αγόρι εκείνο με ελπίδα εξόχως ανιδιοτελή.

 

Και τί χαρά, σαν είδε τα φύλλα επιτέλους ν’ ανοίγουν —το απαλό τους χρώμα χάρη στη διαύγειά του φαινόταν σχεδόν φωτεινό, καθώς αναδείκνυε ανάγλυφες τις φλέβες του—, μα άρχισαν κάποια στιγμή να σκουραίνουνε σταδιακά απ’ τον χυμό που κυλούσε δυνατότερός τους από μέσα τους. Ένιωσε σαν να είχε επιτελέσει ο ίδιος το θαύμα να δώσει ζωή, να ξυπνήσει κάτω, στα θεμέλια των χωμάτων, σαν άλλος θεός, τη μορφή που προηγουμένως κοιμόταν της ανυπαρξίας τον ύπνο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΕΝΑΝ ΑΝΤΡΑ ΘΥΜΑΜΑΙ

 



PABLO NERUDA

 

ΕΝΑΝ ΑΝΤΡΑ ΘΥΜΑΜΑΙ

 

Μιλώντας εγώ για τις ξαναμμένες φοινικιές

που τις φιλάει η θάλασσα η Καραϊβική ριγώντας

έρχομαι να πω ότι ανάμεσα στα τόσα μαύρα μάτια

τα πιο παλικαρίσια ήτανε τα μάτια του Μαρτί.

Ο άντρας εκείνος είδε μακριά και είδε κοντά

και τώρα που μιλάω εδώ η ματιά του ακόμα λάμπει —

λάμπει λες κι ο χρόνος δεν την έχει κατευνάσει:

η ματιά του είναι της Κούβας τα μάτια που ανθίζουν.

Τότε ήταν πολύ σκληρό και το σκοτάδι σ’  έχαυε μεμιάς,

της ανεξαρτησίας εάν ετόλμαγες τη δάφνη να υψώσεις·

και ήταν ρίσκο αφάνταστο τη λευτεριά να ονειρεύεσαι,

ήταν σαν ν’ άλλαζες τη ζωή σου με τον θάνατο.

Με πυροβολισμούς και με όνειρα όμως ο Μαρτί

και τον υπναρά εξύπνησε και τον χωριάτη

κι έστησε με αίμα και με λογισμό βαθύ

το αρχιτεκτόνημα του φωτός που μόλις γεννιόταν.

 

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

ΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΟΝ ΝΟΤΟ


 

PABLO NERUDA

 

ΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΟΝ ΝΟΤΟ

 

Έτσι αιμορραγούσε μες στα μπουντρούμια

το γενικό των δημοκρατιών γαρύφαλλο·

εσφίχτηκε της Κούβας η καρδιά, μαγκώθηκε

απ’  τους βασανιστές του Βατίστα,

ενώ είχε ήδη προλάβει ο Ουβίκο να τραβήξει στη Γουατεμάλα

του νταμαχιού τον τραγικό τον σύρτη.

Στα πιο πλατιά χώματα του πλανήτη,

σε όρη, σε κίτρινες παταγονίες,

σε ηφαίστια διαστιγμένα με νιφάδες χιονιού,

σε ποτάμια ισημερινά που πάλλονται

στον αμαζονικό αμερικάνικο Νότο,

οι ουλές της τυραννίας

μαρκάρουν τους ρημαγμένους της Παραγουάης τοίχους

και τις πέτρες τις πικρές της Βολιβίας.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 


ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ

 

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 

Θυμός λέγομαι.

Είμαι πάντα

μια ερώτηση που εκκρεμεί.

 

Δανείζω τον ήχο μου

στην αντίρρηση.

Στη διαμαρτυρία.

Στον κρότο των βημάτων στην άσφαλτο.

 

Στον ήχο του πολέμου.

Στο συριγμό της Χίμαιρας

και στη στεγνή ανάσα

των νεκρών.

 

Χτες με σας.

Σήμερα μαζί τους.

 

Φοράω το εγκόλπιο

των ωρών.

 

Μετράω τη σιωπή

με σιωπή.

 

Μιλάω της απόγνωσης

τα ρήματα.

 

Μείναμε μόνοι

η ερώτηση κι εμείς.

 

Όσοι περσέψανε.

 

Από μακριά

δηλώνω σας θυμάμαι.

 

Εγώ είμαι

που ξεχάσατε.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΧΩΡΑ

 


PABLO NERUDA

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΧΩΡΑ

 

Οἱ Ἀμερικὲς ἑνώνουν τὶς μέσες τους

ἀνάμεσα στοὺς δύο γαμήλιους ὠκεανούς:

ἀπ’ τὸν Ἀτλαντικὸ παίρνουν ἀφρούς,

ἀπ’ τὸν Εἰρηνικὸ καταρρακτώδη ἀστέρια·

ἔρχονται καὶ δένουν τὰ πλοῖα τῶν λευκῶν πόλων

φορτωμένα πετρέλαιο καὶ πορτοκαλάνθια·

οἱ ναυτικὲς ἀποθῆκες ἐρούφηξαν

ὅλο τὸ μυστικὸ ὀρυκτό μας αἷμα

ποὺ ὑψώνει τοὺς πύργους τοῦ πλανήτη

σὲ πρωτεύουσες ἀπαίσιες καὶ γεμάτες ἀγκαθότοπους.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἱδρύθηκε ἐδῶ ἡ αὐτοκρατορία

τοῦ δολλάριου μὲ τὰ θλιβερά του οἱκεῖα πρόσωπα·

οἱ αἰμοσταγεῖς κανίβαλοι τῆς Καραϊβικῆς

μασκαρεύτηκαν σὲ ἡρωικοὺς στρατηγούς·

καὶ βλέπεις βασίλειο ἀνηλεῶν ἀρουραίων,

κληρονομικὸ φέουδο ὅλο στρατιωτικὲς ροχάλες,

σπηλιὰ ρυπαρῶν δυναστῶν,

κανάλι τροπικῶν βούρκων,

σκοτεινὴ ἁλυσίδα βασάνων καὶ μαρτυρίων,

κομποσκοίνι κεφαλικῶν ποινῶν —

καὶ βλέπεις τὸ δολλάριο νὰ κυβερνάει τὴν ἀναισχυντία

μ’ ἕναν κάτασπρο στόλο ριγμένον στὶς θάλασσες

νὰ ξεπουλάει τῆς μπανάνας τὸ ἄρωμα

καὶ τοὺς ἀναρίθμητους κόκκους ἀπ’ τὶς φυτεῖες τοῦ καφέ,

νὰ διαιωνἰζει στ’ ἁγνὰ χώματά μας

τοὺς διάφορους βουτηγμένους στὸ αἷμα τρουχίγιους.

Καημένη Ἀμερικὴ πνιγμένη στὸ αἷμα,

μὲ τὸ μισό σου κορμὶ χωμένο στὰ βουρκόνερα,

καρφωμένη μὲ ἀγκάθια στὸν σταυρό,

σιδηροδέσμια καὶ δαγκωμένη ἀπ’ τὰ σκυλιά,

γινωμένη ἀπ’ τοὺς εἰσβολεῖς χίλια δυὸ κομμάτια,

λαβωμένη ἀπ’ τὰ βασανιστήρια καὶ ἀπ’ τὶς χειροδικίες,

συρμένη ἀπὸ μυθικοὺς ἀνέμους,

ἀπὸ ἱερόσυλα παζαρέματα καὶ κολοσσιαῖες ληστεῖες,

Ὦ κομψὴ ἁλυσίδα τῶν μεγάλων μόχθων καὶ πόνων,

ὦ ξαναντάμωμα καὶ ἕνωση τῶν θρήνων δύο ὠκεανῶν.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.