PABLO NERUDA
Ο ΕΡΩΤΑΣ
Κανεὶς δὲν ξέρει ἀκόμα πῶς
γίνεται καὶ οἱ δύο μόνοι
(οἱ προορισμένοι, οἱ
προτελευταῖοι, αὐτοὶ ποὺ βρέθηκαν
χωρίς νὰ μοιάζουν σὲ
κανέναν παρ’ ἁπλῶς στὸν ἑαυτό τους)
κι οὔτε κανένας νὰ μπορεῖ
τὴ σκέψη του πιὸ πέρα ἀπὸ
τὶς πρωταρχὲς νὰ πάει –
πῶς γίνεται μιὰ γυναίκα κι
ἕνας ἄντρας
νὰ ἔχουν μπόρεση ἱκανὴ τὴ
γῆ νὰ ξαναχτίσουν.
Καὶ τὸ ζευγάρι αὐτό, στὴ μοναξιά
του μέσα τὴν ἀπόλυτη,
ἐδέχτηκε τῆς φύσης τὸ
μίσος καὶ ὅλες μαζὶ τὶς καταιγίδες της·
μὰ κι ἂν ὑπέφερε πολύ, συνέχισε
κάτω ἀπ’ τὶς μαῦρες φυλλωσιές,
τὴν ἄπειρη ἀπ’ ἔξω
διαύγεια νὰ ζητάει,
μέχρι ποὺ μόνο μέσα τους
καὶ μέσα στὴ φωτιά τους,
σῶμα μὲ σῶμα, καὶ μὲ κρούσεις
χεριῶν καὶ φιλιῶν,
βρῆκαν μιὰ σήραγγα μακριὰ
σὰν τὴ ζωή·
ἡ σήραγγα τοὺς σφράγισε, τοὺς
ἕνωσε σ’ ἕνα μόνο μονοπάτι,
ἀνήσυχους καὶ λαβωμένους·
τὸ δάσος, σὰν κατάσκοπος,
καραδοκοῦσε ἐκεῖ μὲ τὰ κακόβουλά
του μάτια,
τοὺς ἀκολούθαγε ὅσο αὐτοὶ
συνέχιζαν νὰ πέφτουν στὴ χαρά,
ὅλο τῆς γῆς τὸ βάρος κουβαλώντας
μὲς στὰ κόκαλά τους.
Ὁ φόβος, ἡ ἀγάπη, ὁ πόνος
τοὺς χτυποῦσαν,
καὶ ἀπὸ τὴ μία φλόγωση στὴν
ἄλλη ἐξύπνησαν·
περιπλανιόντουσαν χωρὶς νὰ
ξέρουν ποῦ πηγαῖναν,
ὥσπου ἔφτασαν στὸ τέλος νὰ
χαθοῦνε.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου