Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2023

ΤΟ ΕΣΧΑΤΟ ΜΕΣΟ

 


GABRIEL CELAYA

 

ΤΟ ΕΣΧΑΤΟ ΜΕΣΟ

 

Στην κακιά την ώρα μην αρχίζετε τις κλάψες,

γιατί θα σας βουλώσουνε το στόμα

κάτι ψίχουλα που θα σας πετάξουνε ως ελεημοσύνη.

 

Στην κακιά την ώρα να λέτε πως δεν καταλαβαίνετε.

Και αφού ακούσετε τι λένε οι άλλοι, να τους πείτε

(αφού αυτή είναι η αλήθεια) πως εξακολουθείτε να μην καταλαβαίνετε.

 

Όταν σας λένε: «Έλεος», εσείς να λέτε: «Δικαιοσύνη»,

γιατί διεκδικείτε το μερτικό σας,

χωρίς ν’ απασχολούν τη συνείδησή σας όσοι κοιμούνται.

 

Όταν σας λένε πως το πρόβλημα πρόκειται να μελετηθεί,

να βγαίνετε στους δρόμους και να φωνάζετε

τους λόγους που οι δίκαιοι θα τους ονομάσουν παράλογους.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2023

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΘΕΤΙΚΟ


 

GABRIEL CELAYA

 

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΘΕΤΙΚΟ

 

Σήμερα, επί παραδείγματι, είμαι μάλλον ευδιάθετος.

Τους λόγους δεν τους πολυξέρω, αλλά μπορώ να σημειώσω τους εξής:

Το στομάχι μου λειτουργεί,

τα πνευμόνια μου αναπνέουν,

το αίμα μου ορμάει και με ωθεί να φτιάξω ποιήματα.

(Μόνο –τί κρίμα!– δεν ξέρω να μετράω τους στίχους μου.)

 

Το ίδιο πρόκειται ωστόσο – για παραλήρημα: Περιστρεφόμενο ρόδο

που ανοίγεις μέσα μου έναν απόλυτο χώρο,

νύχτα με δύο κεφάλια

από κρύσταλλο απαστράπτον,

καθαρές ταχύτητες της ίριδας και του χρυσού.

(Μόνο –τί κρίμα! – είμαι λιγάκι τρελός.)

 

Αλλά είναι πραγματικό, σας λέω, το παρθενικό μου συναίσθημα,

πραγματικά είναι τα παράλογα λόγια που γράφω εδώ,

πραγματικό το γερό μου σώμα,

πραγματικός ο κόκκινος και γεμάτος σφυγμός μου,

πραγματική και η γη που με μεγαλώνει

και πραγματικός ο αέρας μέσα στον οποίο εγώ μεγαλώνω.

(Μόνο –τι κρίμα! – αν ζήσω θα πεθάνω.)

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΕΚΛΕΙΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 


EMILIO PRADOS

 

ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΕΚΛΕΙΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 

Την πόρτα μου την έκλεισα στον κόσμο.

Απ’ τον ύπνο έχασα βάρος...

Έμεινα εσωστρεφής, μαγικός, αόρατος,

σαν τους τυφλούς θεόγυμνος.

 

Γεμάτος ίσαμε την άκρη των ματιών μου

φωτίστηκα από μέσα μου.

 

Διάφανος και να τρέμω,

έμεινα στον άνεμο,

σαν καθαρό ποτήρι

με καθαρό νερό,

σαν γυάλινος άγγελος

σε καθρέφτη μέσα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΥ

 


JUAN SIERRA

 

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΥ

 

Τη νύχτα της προτεραίας των μεγάλων εορτών

οι ουρανοί με διάφορες λογικές αλχημείες φεύγουν απ’ τις κορυφές τους

και πάνε στην υγρασία που εξαφανίζει τα σπιρούνια των σιδηροδρόμων

μέσα στης σκιάς την αύρα

 

Τρέμει ο γοτθικός

ο κόσμος σαν υπόλοιπο ατελούς διαίρεσης

Υπήρξε δε και μι’ αμυγδαλωτή στιγμή εξαιρετικά εύγλωττη

Όταν θέλησε να ενώσει ο κόσμος  εκείνος όλες τις πόλεις με τα γράμματα κάποιου ονόματος

αλλά χωρίς να ληφθεί υπόψη

ότι οι μαγνήτες πάνω απ’ τα ποτάμια σηκώθηκαν στα πισινά τους πόδια

μόνο και μόνο για να βρεθούν να χάνουνε τα μάτια των παρθένων

το φυτικό τους θαύμα

 

Έτσι πάμε τραβώντας

τη μνήμη σιδερωμένη κάτω από αφίσες κινηματογραφικών ταινιών

που κάθε μέρα ανανεώνονται στον ήλιο

σ’ εκείνον τον ήλιο που εκπληρώνει την υποχρέωση των δακτυλογράφων

την υποχρέωση εκεί που θέλουν να πάνε να εκπληρώσουν οι γυναίκες αυτές

Η ψυχή σου είναι λοταρία με όργανα βασανιστηρίων

Θα ήταν ριψοκίνδυνο να υποθέσουμε ότι τα δέντρα έχουν πια κοπεί στο τοπίο

ενώ η επικαιρότητα δεν καταπολεμάει τούτη τη σιωπή που τρυπάει το γυαλί της αυγής

όταν το πατρικό πορτρέτο ελέγχει την πυκνότητα δύο αναπνοών

όταν το χιόνι δίνει συνέχεια μεταξένιες μάχες

και δύο πρόσωπα γυρισμένα ανάποδα

κοιτάζουνε (χωρίς να ξέρουνε τον λόγο) τον τοίχο απ’ όπου αναβλύζει κεφαλάρι ολόκληρο

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΝΟΤΟΣ ΟΤΑΝ ΚΑΙ ΟΠΟΤΕ ΘΕΛΩ

 


JUAN SIERRA

 

ΝΟΤΟΣ ΟΤΑΝ ΚΑΙ ΟΠΟΤΕ ΘΕΛΩ

 

           Στον Χοσέ Μαρία δελ Ρέι

 

Ούτ’ ένας δεν ξέρει το βλέμμα του πουλιού που την ώρα αυτή

που σκαλίζει στο χώμα κάποιο οχυρό απαστράπτον

σα ροχάλα φτυσμένη σ’ ενός καφαλαριού τους σπόνδυλους

 

Ο ασβέστης αμαυρώνει την εφηβεία μες  στον οίκτο κάποιου κλαδιού

Ο νότος ανοίγει

σαν άνθος βυθισμένο στα μύρα ειδημόνων αγκώνων

στου εγωισμού του τον ορίζοντα

 

Η Σεβίλλη δεν έχει πλέον τη δύναμη ν’ αναπνέει απάτες

όταν θρηνούμε τη λεπτότητα με την οποία ο τοίχος δεν όρέγεται

τίποτ’ άλλο απ’ την ταυτοσημία της σκιάς του

ενώ τα χαρακτηριστικά της συμμορφίας ολοένα βαραίνουνε

σ’ εξώστες ανάλογους

 

Σκάβει γούβες η μνήμη και φυτεύει κρίνα στα όνειρα μιας καλλονής

που εδίπλωσε τις φτερούγες της χωρίς να πάψει να χαμογελάει

τώρα που το σκοτάδι του δωματίου μου τινάζει γλυκά-γλυκά

όση σιωπή κουβαλάει

σε χρώμα δαμασκηνό φορτωμένο κουδούνια

και ο αέρας μάς νουθετεί να δρέψουμε της δόξας σπάρτα

Επιστρέφουμε όμως στους ύμνους της σκιάς

που μας προσφέρουν στην παλάμη του χεριού μας

μια ξύλινη κορδέλα όλο λουλούδια

με τη χρονική σειρά

που πίνει στους γιαλούς βελόνια ο χρόνος

ή πολύ πιο ελαφριές προμήθειες

απ’ ό,τι μένει πια από κείνη  την πρώτη-πρώτη του φωνή

 

Ποτέ η ζωή δεν αργεί να ’ρθει σε μάτια όμορφα προστατευμένα

Κάθε μέρα που περνά σε θεωρώ όλο και πιο πολύ κορίτσι

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.