Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ Τ.

 



CESARE PAVESE

 

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ Τ.

 

[ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΤΑ ΦΥΤΑ]

 

Της λίμνης τα φυτά

ένα πρωί σε είδανε.

Οι πέτρες τα κατσίκια ο ιδρώτας

είναι έξω από τις μέρες

σαν τα νερά της λίμνης.

Ο πόνος και η ταραχή των ημερών

ούτε που γραντζουνάνε καν τη λίμνη.

Θα περάσουνε τα πρωινά,

θα περάσει η αγωνία,

και άλλες πέτρες, άλλος ιδρώτας

θα σου δαγκώνουν το αίμα –

δεν θά ’ναι πάντοτε έτσι.

Κάτι πάλι θα βρεις.

Και το πρωί, θα γυρίσει κι αυτό,

οπού, πέρ’ ​​από την ταραχή,

μόνη σου θα ’σαι στη λίμνη.

 

[μέσα ‘Ιουνίου 1946]

 

*****

 

 

[ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΣΑΙ ΚΙ ΕΣΥ]

Έρωτας είσαι κι εσύ.
Από αίμα είσαι και χώμα
όπως και οι άλλοι. Και περπατάς
σαν να μη λες ν’ αφήσεις
του σπιτιού σου την πόρτα.
Σάμπως να περιμένεις,
να μη βλέπεις. Χώμα είσαι
που πονεί και σωπαίνει.
Σκιρτάς και κουράζεσαι
και όλο μιλάς – περπατάς
και αναμένεις. Ο έρωτας
αίμα σου είναι – αυτό μόνο.

[23 Ιουνίου 1946]


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


 

  Η Τ. είναι κατά πάσα πιθανότητα η Teresa Motta, συνεργάτιδα του Παβέζε στον εκδοτικό οίκο Einaudi στη Ρώμη.

Κυριακή 25 Ιουνίου 2023

ΜΙΛΑΕΙ ΕΝΑΣ ΔΙΑΚΟΠΤΗΣ

 


PEDRO GARCÍA CABRERA

 

ΜΙΛΑΕΙ ΕΝΑΣ ΔΙΑΚΟΠΤΗΣ

 

Μη με ρωτάτε πόσες σκέψεις

χωράνε σ’ ολόκληρο το κεφάλι μου

γιατί θα σας πω τόσες όσες

υπάρχουν και στου στρειδιού τις γκρεμίλες.

Όποτε όμως ουρώ κατά την ώρα της νοσταλγίας

δεν θυμάμαι τί διάβασα για το αν τα βιβλία είναι πράσινα.

Και ξέρετε καλά ότι ένα πορτοφόλι καστόρινο

μπορεί να με μαγνητίσει ενώ εγώ έχω τα χέρια μου σβηστά.

Και ότι το πιο όμορφο όνειρό μου είναι αυτό

όπου μένει μια γυναίκα γυμνή

και διάφανη σαν φανάρι που αντάμωσε την αθεΐα.

Και ότι θα συρρικνωνόταν σε γάμο

μόνο με πυξίδα

και υπό τον όρο να έχει τέσσερα τυφλά παιδιά.

Και αν το γέλιο μου είναι καταρράκτης που πάει να στεγνώσει

συμβαίνει επειδή η μουσική των πουλιών

μου υποδεικνύει μια μπάλα που την υποστηρίζουν λασπωμένες κλοτσιές

και επειδή των αυτοκινήτων οι κόρνες

μυρίζουν σαν ουράνια τόξα.

Τα παράθυρα που βλέπουν στο αίθριο με τις αναποδιές

έχουν την ίδια απόχρωση με το μέτωπό μου

και από αυτά προτιμώ, κάθε απόγευμα, το γράμμα μι, αν έχει κόκκινη κόμη,

κάθε ξημέρωμα, κάτι μεταξύ μεταξύ γάμμα και χι,

και τα μεσημέρια, το ίδιο εκείνο που ραμφίζουν τα τιρμπουσόν του όρθρου.

Καθώς οι αισθήσεις μου γεννήθηκαν σ’ ένα πορτοκάλι γεμάτο κεραυνούς,

ώρες-ώρες,

όταν δεν φυλάσσεται η νύχτα,

η βροχή αποσαφηνίζει κάποιου φρουρού την καμπούρα.

Παρ’  όλ’ αυτά ωστόσο

ποτέ μου εγώ δεν θα χαϊδέψω τις ηλιαχτίδες

γιατί η μοναξιά μου πάντοτε απελευθερώνει

σύρτες και μάνταλα στων ανθρώπων το μέγεθος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


 



ΓΙΑ ΤΟ "ΠΟΔΗΛΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΔΗΛΑΤΕΣ"



 Αναφορά του Παναγιώτη Νούτσου στο βιβλίο μου "Ποδήλατα και ποδηλάτες, περί μεταφράσεως ο λόγος" στη σημερινή ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ.





ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 



ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

ΡΙΤΣΟΣ

 


ΡΙΤΣΟΣ 



 

ΠΑΡΑ ΘΙΝ' ΑΛΟΣ

ΠΑΡΑ ΘΙΝ' ΑΛΟΣ 



 

Σάββατο 24 Ιουνίου 2023

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ

 

Η ΔΙΕΛΕΥΣΗ

 

Σ’ αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπούνε πληγώνονται από τα βέλη της αχαριστίας, από τα μαστιγώματα της προδοσίας,

από τα καρφιά της λύπης.

Κι έτσι κακοφορμισμένοι προχωρούνε με γάζες

λουλουδιών στα πλευρά τους, με τσιρότα

υποσχέσεων στο μέτωπό τους, με τα αιμάτινα

δάκρυα της καρδιάς τους ν’ αναβλύζουν

ασταμάτητα.

 

Τα κοκκινισμένα τους μάτια κοιτούν χαμηλά

σηκώνοντας απ’ το πάτωμα των διαψεύσεων

τη χαμένη τους αξιοπρέπεια.

Τη τσαλακωμένη αξιοπρέπεια αυτών, που αγάπησαν

αληθινά μέσα στις κερασιές και τους αμπελώνες

της ψυχής, τη βρίσκουν τώρα σε στοιχειωμένους κήπους

και σάπια φρούτα – σε σκοτεινές δαγκωματιές

σκουληκιών.

 

***

 

ΤΟΠΙΟ ΒΟΥΒΟ

 

Πώς στέρεψε η θάλασσα

με το απότομο τίναγμα των βλεφάρων σου;

Πάγωσε το λιγοστό νερό που απόμεινε

εκεί απεγνωσμένο να σε κοιτάζει μ’ απορία.

Τα ψάρια χύθηκαν σε άλλους δρόμους,

τα βότσαλα πελιδνά, δρόμος κακοτράχαλος.

 

Σίγησε ο παφλασμός των κυμάτων.

Ενόχληση καμιά.

Τοπίο βουβό,

απρόσιτο, αλλότριο, αφιλόξενο.

 

***

 

Η ΑΝΗΣΥΧΙΑ

 

Ούτε που θα σκεφτόμουν ν' ανοίξω

την πόρτα του εαυτού μου,

αν αναγνώριζα τον απρόσκλητο επισκέπτη

αλλά αυτός κάθε φορά αλλάζει όψη.

 

Πού να το φανταστώ ότι θα χτυπούσε την πόρτα

τόσο ήρεμα η πεισιθάνατη γυρολόγος ανησυχία.

 

Μπήκε χαμογελαστή στο φτωχό μου ενδιαίτημα.

Φορούσε μια καρό φούστα και κρατούσε

στο ένα χέρι μια ξύλινη μαγκούρα και στο άλλο

τις γνωστές της τσιριμόνιες.

 

Δε θα καθόταν πολύ, είπε. Είχε να πάει κι αλλού

πριν μεσημεριάσει. Πέρασε μονάχα για ένα γλυκό του κουταλιού,

ίσα να μάθει τα νέα μου, ίσα να συνδαυλίσει τον αμέρωτο καημό μου

και επί τη ευκαιρία να μου δειγματίσει καινούργια

μελίχροα κιλίμια ευτυχίας και μπακίρια γαλήνης.

 

Ο σελαγισμός στο διάστικτο πρόσωπό της, καθώς με χαιρετούσε, επισφράγισε την επόμενη αιφνίδια εισβολή της.

 

ΜΙΛΑΕΙ Η ΑΡΟΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 


PEDRO GARCÍA CABRERA

 

ΜΙΛΑΕΙ Η ΑΡΟΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 

Σχεδόν τίποτα δεν αγνοώ

απ’ τη γλώσσα εκείνη που πυρπολεί τις ρίζες μου.

Το σημαντικότερο πάντως είναι ότι ο σκαντζόχοιρος

θα σκαρφαλώσει στα κλαδιά μου όταν

βρεθεί σαλιγκάρι να του δανείσει τη σκάλα του.

Ή ότι θα ταΐζω του λόγου μου ένα γυάλινο σκυλί

με τις στάχτες του νερού της λήθης.

Ή ότι οι διαστάσεις των κατάκοπων ρημάτων

μετριούνται με την απόσταση μεταξύ δύο γυναικείων μαστών.

Ή ότι τα μαλλιά μου είχαν μια ψύχρα όλο ήλιους

μέχρι που όρισε ο έρωτας την ώρα του

πάνω στο χέρι μου που μεταμορφώθηκε σε νησί.

Ή ότι ο άνεμος που σήκωσε τα τραπεζομάντηλα

στις παιδικές τραπεζαρίες

εδώ και τέσσερα σκοτάδια και είκοσι πέντε δευτερόλεπτα

ήταν αυτός που αναγνωρίζοντας το πράσινο αίμα μου

ενδύθηκε στολή ιατρού χειρουργού.

Ή ότι το αγαπημένο αντικείμενο εκείνου

για τον οποίον προπίνω εγείροντας τα κηροπήγιά μου

είναι το Σινικό Τείχος της Κίνας.

Είδα πώς μοίρασαν οι κλέφτες τις πέτρες και τους πυργίσκους του

όσο οι δικοί μου ώμοι ανασήκωναν τους ώμους τους

με στίλ του 2000 πριν πέσουνε τα δειλινά και τα λυκόφωτα.

Αλλά ποιός ξέρει αν ό,τι πιο περιπαθές και λαγνικό

είναι το ότι κανένας δεν λέει ότι δεν έχει γιατρικό η κουφαμάρα μου

γιατί είναι κάτι που το βλέπει οποιοσδήποτε έχει

ξυπνητήρι στο βλέμμα του.

Ή ότι είπα καλημέρα στα λελέκια

γιατί τα είδα ν’ αντικατοπτρίζονται στον ψαρίσιο σκελετό μου.

Ή ότι κατηφορίζοντας στα φαράγγια

σκεφτόμουν ότι λόγω των ουράνιων τόξων

οι αϋπνίες την κοπανάνε απ’ τα φρεάτια των υπονόμων.

Θα ήθελα απλώς να γλυτώσω από την αγκαλιά μου

για να μη σημαδεύουν τ’ αεροπλάνα βωμούς και εστίες

και τώρα τούτη τη στιγμή θαν τ’ άλλαζα όλα

για μια σούπα καυτών πολυβόλων.

Τούτα δω τα χέρια φταίνε

που ξυπνάω τόσες και τόσες φορές μες τη νύχτα

σαν απολίθωμα τριτογενές

που δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα.

Τα χέρια μου μού λένε επίσης

ότι το λουλούδι που προτιμάει το μαύρο βελούδο

είν’ ένα που διατηρεί μιαν απόχρωση ανάμεσα

σε φωλιές γωνιακές και σε γωνιές με φλόγες της φωτιάς.

Δεν χρειάζεται νομίζω να σας υπενθυμίσω

ότι το μόνο που είμαι εγώ

—φτερό, ακίδα, αλυσοδεμένη καρδερίνα—

είναι συνάρτηση του ύψους μου επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.