Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΜΥ

 


ALBERT CAMUS

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΣΑΡΕΣ

 

Μπήκες τυχαία σε μια ζωή, για την οποία δεν ήμουν υπερήφανος, και ύστερα από εκείνη την ημέρα κάτι άρχισε ν’ αλλάζει. Ανέπνεα καλύτερα, σιχαινόμουν λιγότερα πράγματα, θαύμαζα ελεύθερα ό,τι άξιζε να υπάρχει και να θαυμάζεται. Πριν από εσένα, έξω από εσένα, δεν ανήκα σε τίποτα. Αυτή η δύναμη, που καμιά φορά την κορόιδευες, δεν ήταν ποτέ τίποτ’ άλλο παρά μια μοναχική δύναμη, μια δύναμη άρνησης. Μαζί σου αποδέχτηκα περισσότερα. Έμαθα να ζω. Γι αυτό και χωρίς αμφιβολία η απέραντη ευγνωμοσύνη ήταν πάντα

συνυφασμένη με την αγάπη μου.

 

(14 Δεκεμβρίου 1949)

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΜΥ


 

ALBERT CAMUS

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΣΑΡΕΣ

 

Έχω αρχίσει και σου στέλνω ένα σωρό τρυφερές ευχές, και εύχομαι η ζωή να σφύζει μέσα σου όλη τη χρονιά και να σου χαρίζει την αγαπημένη όψη που τόσα χρόνια αγαπώ.

 

30 Δεκεμβρίου 1959

 

Μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ


 

ALBERT CAMUS

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΚΑΣΑΡΕΣ

1.

Αλλά ό,τι και αν συμβεί, μην ξεχνάς ότι πάντα θα υπάρχει κάποιος στον κόσμο, στον οποίο μπορείς να απευθυνθείς ή να επιστρέψεις οποιαδήποτε στιγμή. Μια μέρα σου έδωσα, από τα βάθη της καρδιάς μου, όλα όσα έχω και όλα όσα είμαι. Θα τα κρατήσεις μέχρι να φύγω απ’ αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο που αρχίζει να με κουράζει. Ελπίζω απλώς και μόνο ότι μια μέρα θα συνειδητοποιήσεις πόσο σε αγάπησα.

(Οκτώβριος 1944)

2.

Πριν από λίγο καιρό, η νύχτα ήταν γεμάτη πεφταστέρια. Μιας και μ’ έκανες να πιστεύω σε δεισιδαιμονίες, κρέμασα κι εγώ κάμποσες ευχές επάνω τους, οι οποίες όμως εξαφανίστηκαν πίσω τους. Μακάρι να πέσουν σαν βροχή στην όμορφη όψη σου, ναι, εκεί - αρκεί, βέβαια, να σηκώσεις απόψε τα μάτια σου να κοιτάξεις τον ουρανό. Μακάρι να σου μιλήσουν ψιθυριστά για φωτιά, για κρύο, για βέλη, γι’  αγάπη, κι εσύ να παραμείνεις εντελώς ακίνητη, ασάλευτη, παγωμένη μέχρι να γυρίσω… και να κοιμάσαι ολόκληρη εκτός απ’ την καρδιά σου, να ’ρθω να σε ξυπνήσω γι’ άλλη μια φορά...

(31 Ιουλίου 1948)

 

3.

Ω, τι χαρά η χθεσινή! Πήρα το γράμμα σου το βράδυ, όταν γύρισα σπίτι. (...) Και ιδού, γραφή καθαρή και σφιχτή, που εκτεινόταν από τη μία άκρη της εσώκλειστης σελίδας στην άλλη, γεμάτη αποφασιστικότητα. Η καρδιά μου εσκίρτησε. Μόνος μου σ’ εκείνο το μικρό, σιωπηλό γραφείο, με όλους τους ήχους της νύχτας να μπαίνουνε απ’ το παράθυρο, καταβρόχθισα όλες αυτές τις σελίδες. Μερικές φορές η καρδιά μου σταματούσε. Άλλες φορές, πάλι, έτρεχε μαζί με τη δική σου καρδιά, χτυπώντας με το ίδιο αίμα, με την ίδια ζέση, με την ίδια μυχιότατη χαρά.

(12 Αυγούστου 1948)

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 



























ΕΚΡΗΞΗ ΤΟΥ «LA COUBRE» ΤΟ 1960



PABLO NERUDA


ΕΚΡΗΞΗ ΤΟΥ «LA COUBRE» ΤΟ 1960


Θέμα μου εδώ είναι το καράβι εκείνο που ερχόταν
γεμάτο πολεμοφόδια και απέραντη ευθυμία·
το φορτίο του εξερράγη στην Αβάνα,
στης θάλασσας τη φωτιά παρέδωσε το πνεύμα.
Δύο διαφορετικοί Αϊζενχάουερ
έδρασαν σ’ αυτή την επιχείρηση:
ο ένας τους αρμένιζε κάτω απ’ το νερό
κι ο άλλος χαμογελούσε στην Αργεντινή·
ο ένας τους έβαζε τον δυναμίτη του
κι ο άλλος παρασημοφορούσε εκείνον που ερχότανε·
ο ένας τους πατούσε της τορπίλης το κουμπί
κι ο άλλος έλεγε σ’ όλη την Αμερική μόνο ψέματα·
κολυμπούσε ο ένας τους σαν πράσινο χταπόδι
κι ο άλλος ήτανε πιο τρυφερός κι απ’ την καλή τη θεία.
Τούτα τα δυο παράλληλα προσωπεία
έμαθαν ότι τη γεωγραφία μας
τη χειρίζονται κυβερνήσεις άριζες
που έχουν την κρατική κυριαρχία ξεπουλήσει·
γι’ αυτούς τους κυβερνήτες η Βόρεια Αμερική
είναι ένα κασόνι όχι πάντοτε άδειο·
και της παραδίδουν ό,τι έχουν και δεν έχουν:
τις ελπίδες και την αστυνομία,
κι ο Πρόεδρος Αϊζενχάουερ κάνει τον περίπατό του
στ’ ανάκτορα και στις λεωφόρους
και δεν βλέπει ούτε ένα πρόσωπο αληθινό·
μόνο άγριες τίγρεις γραφείου συναντά
που θέλουν να του πουλήσουν τις σημαίες μας.
Στις ΗΠΑ όμως είναι σ’ όλους γνωστό
ότι ο λαός με τον Φιδέλ αλλιώς μιλάει,
γιατί, όταν στην Κούβα πρωτόδαν οι αγρότες
την αλφαβήτα του φωτός, με την ίδια αξιοπρέπεια
πήραν στα χέρια τους και το βιβλίο και τη γη.
Γι’ αυτό και ο Αϊζενχάουερ εκ των πραγμάτων
επέταξε τη μάσκα του καλού ανθρώπου,
έγινε βατραχάνθρωπος, και να τος κολυμπάει
σαν τον καρχαρία κυνηγώντας τη λεία του.
Δολοφονημένο το «La Coubre»
σφαδάζει ανάμεσα σε τραυματίες και σ’ αποκαΐδια:
δολοφονούν Γάλλους και Κουβανούς
για να μην αφήσουνε την Κούβα να αμυνθεί.
Οι υποβρύχιοι πιστολάδες ωστόσο
δεν εχάρηκαν ετούτη τη φορά το πάρτι τους —
δεν μπόρεσαν την Κούβα να σκοτώσουν.
Θα ζήσει —τ’ ορκιζόμαστε— το αστέρι τούτο!
Και για την επανάστασή της θ’ ἀγωνιζόμαστε
μέχρι να κοπεί και το τελευταίο-τελευταίο χέρι
που θα υπερασπίζεται την τιμή της
ίσαμε και το πιο μικρό της λιθαράκι.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ - ΜΑΡΙΑ ΚΑΣΑΡΕΣ


ALBERT CAMUS

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΣΑΡΕΣ

7 ΙΟΥΛΙΟΥ 1944

 

Απόψε θέλω να σ’  επισκεφθώ, γιατί η καρδιά μου είναι βαριά και όλα μου φαίνονται τόσο δύσκολα, που δεν αντέχονται άλλο.

Δούλεψα λίγο σήμερα το πρωί, αλλά καθόλου το απόγευμα. Είναι σαν να έχω ξεχάσει την ενέργειά μου και το τι πρέπει να κάνω. Υπάρχουν ώρες, μέρες, εβδομάδες σαν κι αυτή που θα έλεγα ότι πεθαίνουν τα πάντα στα χέρια μου. Αυτό το συναίσθημα το γνωρίζεις κι εσύ.

Εδώ και πολύ καιρό  ξέρω ότι εκείνες οι ώρες που θέλω να απομακρυνθώ από τα πάντα είναι οι πιο επικίνδυνες, αυτές που νιώθω ότι θέλω να αποδράσω και να ζήσω μακριά από οτιδήποτε θα μπορούσε να με βοηθήσει.

Κι επειδή ακριβώς το ξέρω αυτό, έρχομαι σε σένα. Αν ήσουν εδώ, θα ήταν όλα πιο εύκολα.

Αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν θα έρθεις απόψε. Νιώθω ότι εδώ και αρκετό καιρό τα έχω χάσει όλα. Αν με άφηνες, θα ήταν η απόλυτη νύχτα.

Εν τω μεταξύ, περιμένοντας, δεν έχω καμία ελπίδα να σε ξαναδώ για πολύ καιρό.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


 

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ]

 

[...] καὶ κάτω ἀπ’ τὶς φτεροῦγες του

γλυκὸ τραγούδι ἁπλώνεται εὐθὺς μόλις

τὸ τελευταῖο φῶς στερεύει, κι ἐκεῖνο

κλαδὶ βρίσκει καὶ λαλεῖ μὲς στὸ σκοτάδι […].

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Η ΜΟΔΑ ΤΩΝ ΙΩΝΩΝ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[Η ΜΟΔΑ ΤΩΝ ΙΩΝΩΝ]

 

Χειρόμακτρα καὶ ὑφάσματα

εὐωδιαστὰ καὶ βαθυπόρφυρα

μᾶς τά ’στειλε ἡ Μνάση ἀπὸ τὴ Φώκαια.

Πολύτιμα τὰ δῶρα της, ἀγαπημένα,

ἐνδύματα τῆς μόδας τῶν Ἰώνων

ποὺ φτάνουν ὣς τὰ γόνατά μας.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΟΙ ΝΑΥΤΕΣ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΟΙ ΝΑΥΤΕΣ]

 

[…] ἡ τύχη ἡ καλὴ νὰ λάμψει στὸ λιμάνι

κι ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς μαύρης γῆς νὰ φέρει

τοὺς κουρασμένους ναῦτες ποὺ γλυτῶσαν

ἀπ’ τῶν ἀνέμων τὴ μανία […]

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΣΤΗΝ ΗΡΑ


 

ΣΑΠΦΩ

 

[ΣΤΗΝ ΗΡΑ]

 

Ὡς παραστάτρια, στ’ ὄνειρό μου εἴθε, ἂς ἐρχόταν,

σεβάσμια Ἥρα, ἡ ὡραία, ἡ πάγκαλη μορφή σου·

ἐσένα ἀλήθεια ἱκέτεψαν καὶ οἱ ἔνδοξοι Ἀτρεῖδες

νὰ τοὺς βοηθήσεις.

 

Τὴν Τροία κι ἂν τὴν ἅλωσαν, γενναῖοι ὡς ἦσαν,

στὴ θάλασσα ἔπειτα εἶχαν μείνει κολλημένοι,

καὶ δὲν μποροῦσαν τὸ ταξίδι τους νὰ ξεκινήσουν —

τὸν νόστο ἐχάναν,

 

γι’ αὐτὸ καὶ κάλεσαν βοηθὸ τρανὸ τὸν Δία

καὶ τῆς Θυώνης τὸ παιδί, τὸ ἐκλεκτὸ τῶν πόθων.

Κι ἐγὼ ἔτσι τώρα σὲ καλῶ, Ἥρα, ὅπως καὶ πρῶτα

νὰ μὲ συνδράμεις.

 

Καλὲς, ἁγνὲς οἱ πράξεις μου στὴ Μυτιλήνη

ἂς εἶν’ μαζὶ μὲ τὰ κορίτσια ποὺ χορεύουν.

Ἐγὼ χορὸ τοὺς δίδαξα καλὸ νὰ σέρνουν,

νὰ λὲν τραγούδια.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΤΟ ΓΛΥΚΟΜΗΛΟ


 

ΣΑΠΦΩ

 

[ΤΟ ΓΛΥΚΟΜΗΛΟ]

 

Καθὼς τὸ μηλαράκι τὸ γλυκὸ

στὴν ἄκρη τοῦ κλαδιοῦ ὡριμάζει,

ψηλὰ-ψηλὰ στὸν τελευταῖο κλῶνο,

τ’ ἀφῆσαν ἄκοπο οἱ μηλομαζῶχτρες,

ὄχι γιατὶ τὸ ξέχασαν ἢ δὲν τὸ εἶδαν,

ἀλλὰ γιατὶ δὲν τό ’φταναν κεῖ πάνω.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟ


ΣΑΠΦΩ

 

[ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟ]

 

[…] δέκα, καὶ καθεμιᾶς ὁ πρῶτος […]

Τὰ λόγια αὐτὰ εἶπε τότε ἐκεῖ στὴ νύφη

μὲ τ’ ἀπαράμιλλα ὡραῖα πόδια:

στὴν κόρη τοῦ Κρονίδη τὴν πανέμορφη

ποὺ χίλιοι ἀκμαῖοι μενεξέδες τῆς ἐστόλιζαν

βαθιὰ καὶ τρίσβαθα τὸν κόρφο καὶ τὸν κόλπο,

καὶ μοιάζαν ὅλα ὡσὰν νά ’ταν σὲ μία μόνο κόρη

οἱ ἁγνὲς οἱ Χάριτες καὶ οἱ Πιερίδες Μοῦσες

σὰν ὅμιλος τοῦ κάλλους συναγμένες […]

Μελωδικὰ τραγούδια ἔτερπαν τὶς φρένες

τοῦ γαμπροῦ καὶ φθόγγοι λιγερόκρουστοι· […]

φρεσκοκομμένοι ἀγριόναρδοι τὴν κόμη τοῦ ἐστολίζαν

πλεγμένοι ἔτσι ὡς νὰ σοῦ θυμίζουν λύρα […]

κι ἡ χρυσοπέδιλη Αὐγὴ μὲ τῆς πορφύρας χρώματα

στίχους ἔγραφε στὸν οὐρανὸ ἐπιθαλάμιους

πολὺ καλύτερους ἀπ’ ὅσους σὲ παπύρους πάνω

διαβάζουμε γραμμένους […]

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΤΗΣ ΣΑΠΦΩΣ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΤΗΣ]

 

Σταμάτα νὰ μοῦ λὲς ὁ Χάραξος πὼς θά ’ρθει

μὲ πλοῖο φορτωμένο μὲ ἀγαθά. Μονάχα

ὁ Δίας καὶ οἱ θεοὶ τὸ ξέρουν. Ἔλα, πάψε

νὰ λέγεις τέτοια.

 

Τὴν ἐντολή σου δῶσε: πὲς νὰ μὲ καλέσουν

νὰ πάω ἱκέτις στὴ βασίλισσα θεὰ Ἥρα

νὰ φέρει τὸ καράβι καὶ τὸν Χάραξό μας

γερὸ καὶ σῶο

 

καὶ σώους νὰ μᾶς βρεῖ κι ἐμᾶς. Τὰ ὑπόλοιπα ὅλα

τ’ ἀφήνουμε στὰ χέρια τῶν θεῶν μὲ πίστη.

Μετὰ τὴν τρικυμία πάντα ἔρχεται ἡ γαλήνη —

καλὰ τὸ ξέρεις.

 

Σ’ ὅσους νὰ σώσει θέλει ὁ βασιλιὰς τοῦ Ὀλύμπου

βοηθό τους κάποιον δαίμονα ἐξαρχῆς τοὺς στέλνει

στὰ δύσκολα νὰν τοὺς συντρέχει, καὶ πολυόλβους

γι’ αὐτὸ τοὺς λένε:

 

πανευτυχεῖς! Κεφάλι ὁ Λάριχος σὰν γίνει

νὰ ὑψώσει κάποτε, σὰν θά ’χει ἀντρέψει πλέον,

κι ἐμεῖς εὐθὺς ἀπ’τὰ βαριὰ τὰ βάσανά μας

θ’ ἀπαλλαγοῦμε.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΣΕ ΞΟΡΚΙΖΩ, ΓΟΓΓΥΛΑ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΣΕ ΞΟΡΚΙΖΩ, ΓΟΓΓΥΛΑ]

 

Σὲ ξορκίζω, Γογγύλα,

βγὲς νὰ σὲ δῶ,

βγές, ἔλα, φανερώσου.

Ὁλόγυρά σου, σὰν τὸ πουλί,

χτυπάει ὁ πόθος μου καὶ πάλι τὰ φτερά του

καὶ λάμπει, λάμπει.

 

Μπροστά σου ὅσες σὲ κοιτοῦν ἀσπροεντυμένη

μεγάλο βγάζουν φθόνο. Ἐγὼ ὅμως χαίρομαι

ποὺ ὄχι ἐγώ, μὰ ἡ θεὰ ἡ Κυπρογένεια σὲ μαλώνει

γιὰ ὅλο τὸ θάμπος ποὺ σκορπᾶς παντοῦ, Γογγύλα.

 

Σ’ αὐτὴν ξανὰ θὰ παρακαλεστῶ

αὐτὸ ποὺ τόσο θέλω καὶ ποθῶ

μπροστά μου νὰ τὸ φέρει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΓΗΡΑΤΕΙΩΝ


ΣΑΠΦΩ

 

[ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΓΗΡΑΤΕΙΩΝ]

 

Ἐσεῖς, κορίτσια, πρέπει —μὴν τὸ ἀμελεῖτε—

τὰ ὄμορφα νὰ χαίρεστε τὰ δῶρα τῶν ἰοστεφῶν Μουσῶν,

μὰ καὶ τοὺς ἤχους ποὺ ἀπὸ τῆς λύρας πέτονται τὰ νεῦρα

καὶ σᾶς καλοῦν γλυκὰ-γλυκὰ νὰ τραγουδᾶτε. Ἐμένα

τὰ γηρατειὰ ἦρθαν καὶ μοῦ ἐχάλασαν τὸ δέρμα τὸ ἁπαλό,

τὴ μαύρη μου τὴν κόμη κάτασπρη τὴν κάμαν τώρα·

καθημερνὰ βαραίνει ἡ ψυχή μου, λυγᾶν τὰ γόνατά μου,

δὲν μὲ βαστοῦν τὰ πόδια μου, τὰ πρὶν ἐλαφροπάτητα,

ποὺ σὰν μικρὰ ἐλαφάκια ἀνέμελα πηδοῦσαν στὸ χορό.

Συχνὰ-πυκνὰ στενάζω καὶ θρηνῶ γιὰ ὅλα τοῦτα — μὰ

σὰν τί νὰ κάνω, ἀφοῦ γερνάει ὁ ἄνθρωπος, γερνᾶ, γερνᾶ…

Πῶς γίνεται τὸ γῆρας ν’ ἀποτρέψεις; Κι ἂν λέει ὁ μύθος

πὼς ἡ ροδόχερη Αὐγὴ τὸν Τιθωνό, ποὺ ἀγάπησε μ’ ἔρωτα μεγάλο,

στὰ πέρατα τοῦ κόσμου τὸν πῆρε καὶ τὸν πῆγε

ὄμορφο καὶ νέο πάντα καὶ δικό της νὰ τὸν ἔχει,

τὸ ξέρουμε: ἀπ’ τὰ λευκὰ γεράματα ὁ Τιθωνὸς δὲν γλύτωσε,

κι ἂς εἶχε πλάι του ἀθάνατη θεὰ ὁμόκλινή του.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.