ΣΑΠΦΩ
[ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ]
Θέλω κάτι νὰ σοῦ πῶ —ναί,
θέλω—,
μὰ μοῦ φράζει ἡ ντροπὴ τὸ
στόμα.
Ὁ πόθος σου ἁγνὸς ἂν ἦταν,
καὶ ἂν ἦταν καὶ καλός,
μὰ καὶ τὸ στόμα σου ἂν πράγματα
κακὰ δὲν μελετοῦσε,
καμιὰ ντροπὴ δὲν θά ’κανε
τὸ βλέμμα σου νὰ χαμηλώνει,
κι ἡ γλώσσα σου λυμένη τὸ
σωστὸ θὲ νὰ λαλοῦσε τώρα.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου