ΣΑΠΦΩ
[ΜΕ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ]
Ὅλα ὡραῖα, φίλες μου καλὲς
κι ἀγαπημένες — ὅλα, ὅλα!
Μὰ ἦρθε ἡ ὥρα τὰ
τραγούδια μας νὰ πάρουν τώρα τέλος.
Γλυκὸ τὸ ροδοχάραμα μᾶς
φέρνει ὅπου νά ’ναι τὴν ἡμέρα.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΜΕ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ]
Ὅλα ὡραῖα, φίλες μου καλὲς
κι ἀγαπημένες — ὅλα, ὅλα!
Μὰ ἦρθε ἡ ὥρα τὰ
τραγούδια μας νὰ πάρουν τώρα τέλος.
Γλυκὸ τὸ ροδοχάραμα μᾶς
φέρνει ὅπου νά ’ναι τὴν ἡμέρα.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ]
Θέλω κάτι νὰ σοῦ πῶ —ναί,
θέλω—,
μὰ μοῦ φράζει ἡ ντροπὴ τὸ
στόμα.
Ὁ πόθος σου ἁγνὸς ἂν ἦταν,
καὶ ἂν ἦταν καὶ καλός,
μὰ καὶ τὸ στόμα σου ἂν πράγματα
κακὰ δὲν μελετοῦσε,
καμιὰ ντροπὴ δὲν θά ’κανε
τὸ βλέμμα σου νὰ χαμηλώνει,
κι ἡ γλώσσα σου λυμένη τὸ
σωστὸ θὲ νὰ λαλοῦσε τώρα.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΚΟΡΔΕΛΑ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ]
Αὐτὴ ποὺ μὲ γέννησε μοῦ ’λεγε:
Ὅσο εἶσαι ἀκόμα νέα νὰ
πλέκεις
στὰ μαλλιά σου κόκκινη
κορδέλα —
σὲ στολίζει, κι εἶναι
πάντοτε στὴ μόδα.
Πάρα πολὺ μοῦ ἀρεσε κι ἐμένα·
ἀλλὰ ὅποια ἔχει τὰ μαλλιά
της πιὸ ξανθὰ
κι ἀπ’ του δαδιοῦ τὴ
φλόγα, κι ἀκόμα πιὸ ξανθά,
εἶναι καλύτερα θαρρῶ νὰ
τοὺς φορεῖ στεφάνι
μὲ λούλουδα
φρεσκοκομμένα, δροσερά,
δεμένο μὲ πολύχρωμη κορδέλα
φερμένη
ἀπὸ τὶς Σάρδεις ἢ ἀπ’ τὶς
ἰωνικὲς τὶς πόλεις.
Γιὰ σένα Κλεΐδα μου καλή,
κορδέλα ἐγὼ
ποῦ νὰ σοῦ παραγγείλω; Μακάρι
νά ’ξερα…
Ποῦ νὰν τὴ βρῶ ἐδῶ, στὴ
Μυτιλήνη; […]
Γιὰ τώρα πάρε τοῦτα δῶ τὰ
σουβενίρ — αὐτὰ μπορῶ
ἡ φτωχιὰ νὰ σοῦ χαρίσω. Εἶν’
ἀναμνηστικὰ τῆς εξορίας μου
ἀπ’ τὸν Κλεανακτίδα. Τί
τράβηξα; Τί τράβηξα νὰ δεῖς…
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΠΟΘΟΣ]
Ποθῶ, ποθῶ, πάντα ποθῶ
πολύ,
κι ὅλο γιὰ νέους πόθους
τρέχω.
Ποιός ἄλλος ἄνθρωπος
ἔχει
ὅσο ἐγὼ ποτέ του ἀγαπηθεῖ;
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΓΑΜΗΛΙΟ ΑΣΜΑ]
Καλότυχε γαμπρέ, ἔγινε
τώρα ὁ γάμος σου,
καὶ ταίρι ἔγινες μὲ τὴν
κοπέλα ποὺ ποθοῦσες.
Στὴν ποθητή τῆς κόρης ὄψη
ἔχει ἁπλωθεῖ
ἀκέραιη ὅλη τοῦ μελιοῦ ἡ
χάρη.
Ὦ καλή μου ἐσὺ καὶ ὦ
χαριτωμένη
στὸ πρόσωπό σου πάνω παίζουν
οἱ Χάριτες οἱ ροδόσφυρες
καὶ ἠ ὁλόχρυση.Ἀφροδίτη.
Ὦ χαριτωμένο πλάσμα ἐσύ,
μὲ τὰ μελιὰ τὰ μάτια,
νυφούλα ἐσὺ καλή, ὁ ἔρωτας
χυμένος εἶναι σ’ ὅλη σου
τὴν ὄψη —
πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλες ἐσένα ἔχει
τιμήσει ἡ Ἀφροδίτη.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
VÍTĔSLAV NEZVAL
Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ
Ὦ ἑκατόπυργη Πράγα
μὲ δάχτυλα ὅλων τῶν ἁγίων
μὲ δάχτυλα ἐπίορκα
μὲ δάχτυλα φωτιᾶς
μὲ δάχτυλα ὀργανοπαικτῶν
μὲ δάχτυλα ποὺ σὲ τυφλώνουν πάνω στοὺς ὤμους
ξαπλωμένων γυναικῶν
μὲ δάχτυλα ποὺ σέρνονται ἔναστρα
πάνω στὸ ἀβάκιο τῆς νύχτας
μὲ δάχτυλα ἀπ᾽ ὅπου κυλάει τὸ βράδυ μὲ σταυρωμένα
δάχτυλα
μὲ δάχτυλα νηπίων καὶ θηλαζόντων καὶ τῶν ἀκρίδων τῆς
χλόης
μὲ δάχτυλα νεκροταφεῖα μαγιάτικα
μὲ δάχτυλα γυναικῶν ποὺ ζητιανεύουν καὶ μιᾶς ὀλόκληρης
τάξης
μὲ δάχτυλα τῆς ἀχρονίας τοῦ φθινόπωρου
μὲ δάχτυλα τοῦ Χρατσανιοῦ καὶ τῶν ὑπέργηρων ἁρπιστριῶν
μὲ δάχτυλα ὁλόχρυσα
μὲ δάχτυλα ὅπου λαλοῦν ὁ κότσυφας καὶ ἡ καταιγίδα
μὲ δάχτυλα πολεμικῶν λιμένων καὶ μαθημάτων χοροῦ
μὲ δάχτυλα αἰγυπτιακῶν σαρκοφάγων
μὲ δάχτυλα σπαράγγια
μὲ δάχτυλα τοῦ πυρετοῦ σαράντα
καὶ τοῦ ξυλιασμένου δάσους
μὲ δάχτυλα ὅπου πάει καὶ κάθεται κάποια μέλισσα
μὲ δάχτυλα κορυδαλλοὺς
μὲ δάχτυλα ποὺ ἀδράχνουν φραγγέλιο στὴν ὀρχήστρα τῆς
νύχτας
μὲ δάχτυλα κομπιναδόρου καὶ κεντημένου μαξιλαριοῦ
μὲ δάχτυλα παραμορφωμένα ἀπὸ τοὺς ρευματισμοὺς
μὲ δάχτυλα φράουλες
μὲ δάχτυλα ἀνεμόμυλους καὶ κουφοξυλιὲς
μὲ δάχτυλα κεφαλοπηγῆς καὶ δάχτυλα ἀπὸ μπαμποὺ
μὲ δάχτυλα φύλλων καστανιᾶς καὶ παλαιῶν μοναστηρίων
μὲ δάχτυλα κιμωλίες
μὲ δάχτυλα χριστουγεννιάτικου δέντρου
μὲ δάχτυλα μέντιουμ
μὲ δάχτυλα ἀπειλητικὰ
μὲ δάχτυλα ποὺ τ᾽ ἀκούμπησε κάποιο πουλὶ ἀκόμα
πετούμενο
μὲ δάχτυλα τοῦ ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ ἐρειπωμένου
περιστερεώνα
μὲ δάχτυλα τῆς Ἱερᾶς ἐξετάσεως
μὲ δάχτυλα νοτισμένα ποὺ γεύονται τὴν πνοὴ τοῦ ἀνέμου
μὲ δάχτυλα κενοτάφια
μὲ δάχτυλα ροδόδενδρα
μὲ δάχτυλα γυναικῶν περιπεσουσῶν ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις
μὲ δάχτυλα καμένα τοῦ γινωμένου κριθαριοῦ
μὲ δάχτυλα τῶν κοραλλιῶν αὐγερινὰ
μὲ δάχτυλα ποὺ δείχνουνε ψηλὰ τὸν οὐρανὸ
μὲ δάχτυλα τσακισμένα τῆς βροχῆς καὶ τοῦ Ναοῦ τῶν
Προσόδων στὰ χειρόκτια τοῦ λυκόφωτος
μὲ ἐμπνεύσεως δάχτυλα
μὲ τὰ δάχτυλα ποὺ γράφω ἐγὼ τώρα τοῦτο τὸ ποίημα
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΤΘΙΔΑ
Ἐσένα Ἀτθίδα, ἡ ἀγαπητὴ Ἀνακτορία,
πέρα, μακριὰ πολὺ ἀπὸ τὶς
Σάρδεις,
ὤ πόσες και πόσες φορὲς
δὲν σ’ ἔβαζε στὸν νοῦ της,
τότε ποὺ ζούσαμε μαζί, καὶ
πάντα, ὢ πάντα,
ἐσένα σ’ εἶχε σὰν θεὰ καλή
της καὶ προστάτιδα
καὶ μὲ τὸ τραγούδι σου βαθιὰ-βαθιὰ
χαιρόταν;!
Τώρα, ἀνάμεσα ὄντας στὶς
λυδὲς κυρίες, να τη
ξεχωρίζει, ὅπως μετὰ τὸ ἡλιβασίλεμα
ἡ ροδοδάκτυλη σελήνη ξεχωρίζει,
κάνοντας τ’ ἄστρα ὅλα νά ’ν’
χλομὰ
καὶ φῶς γλυκὸ νὰ στρώνεται
καὶ στ’ ἁρμυρὰ πελάγη
καὶ στὶς στεριὲς τὶς πολυανθισμένες
—
ὄμορφα χύνεται ἡ δροσιά,
τὰ ρόδα θάλλουν,
ἀπὸ κοντὰ κι ὁ ἄνηθος ὁ τρανὰ
ἁπαλός,
μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα χόρτα καὶ
τὸ τρυφερὸ τριφύλλι.
Πόσες και πόσες φορὲς στοὺς
περιπάτους της
δὲν σὲ θυμήθηκε, ἀλήθεια,
Ἀτθίδα; — κι ἄχ, ὁ ἵμερος
ἀνήμερος τῆς βάραινε τὰ
τρυφερά της φυλλοκάρδια.
Ἐκεῖ νὰ πᾶμε μᾶς φωνάζει,
μᾶς καλεῖ·
μὰ ἡ Νύχτα, κι ἂς ἔχει
λεπτότατη τὴν ἀκοή,
καθόλου δὲν ακούει, κι ἔτσι
δὲν φέρνει ἴσαμ’ ἐδῶ
τ’ ἀκούσματα: καλέσματα
μαζὶ καὶ παρακάλια.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
PABLO NERUDA
ΠΕΘΑΙΝΕΙ
Ο ΠΡΟΔΟΤΗΣ
Σομόσα λεγόταν ο
προδότης,
ο μισθοφόρος, ο σατράπης,
ο δήμιος.
Και λέω «λεγόταν», γιατί
μια μέρα
έπεσε ο κεραυνός και τον
εκάρφωσε στον τοίχο.
Η Νικαράγουα γνωρίζει καλά
τα μαρτύρια,
γνωρίζει την ψυχή της την
αλυσοδέσμια,
όταν οι κορυφαίοι
συγγραφείς της έγραφαν γι’ αυτόν
με πένες κοιλαρούδες και με
φωνή μουλαρίσια
συγκρίνοντάς τον με τον
Θεό και τους πλανήτες,
με το υπέροχο τριανταφυλλί
χρώμα του σούρουπου,
την ίδια ώρα που
στραγγάλιζε τη Νικαράγουα
με χέρια κλέφτη και με
δάχτυλα βρόμικα.
Τότε ήρθε ο γενναίος
εκείνος Ριγοβέρτο Λόπες·
τον απάντησε να
πανηγυρίζει τα κατορθώματά του
και τού ’κοψε στα δύο τη
ζωή με τη ριπή
ενός σβέλτου και αγριεμένου
κεραυνού.
Έτσι έπεσε ο διάτρητος Σαπιοκοιλιάς
και αποκαταστάθηκε τρωθείσα
τιμή που ’χε πεθάνει.
Μα πέθανε εκεί και ο
ήρωας που είχε κουβαλήσει τη φωτιά:
ο ίδιος, με τα δικά του
χέρια, έσκαψε τη μοίρα του.
Του θανάτου ο σπόρος ήταν
ο μέγας άθλος του!
Του κόσμου το άσμα ας τιμάει
πάντα τ’ όνομά του!
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
ALDO PELLEGRINI
ΥΓΡΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ
Μὲ ἤρεμο βῆμα
προχωροῦν οἱ περαστικοὶ ἴσαμε
τὸ κατώφλι τῶν ἰρίδων
μαῦροι ἐραστὲς
ἀποδιώχνουν τὰ ἐξαγριωμένα
σκυλιὰ
εἶναι ἡ ἑκατόμβη τῆς
λαγνείας
ποὺ πίσω ἀπ’ τὶς μεταμορφωμένες
ὄψεις ἀναδεύεται
μὲ ἤρεμο βῆμα
ἐραστὲς πολύχρωμοι
διασταυρώνονται στὴ λεωφόρο τῆς ἀγωνίας
στὴν ἀλκαντάρα της
ἀπαθὴς ὁ τέλειος θεατὴς
μελετᾶ τὰ σήματα τοῦ ἰλίγγου
τὴ λανθάνουσα φωτιὰ τῶν
παρθένων
τὴν ἄμωμη μορφὴ τῶν θυρῶν
μιὰ φωνή μισανοίγει γιὰ νὰ
φανερώσει τὸν σκοτεινό της πόθο
ὁ μαῦρος ἐραστὴς ἀνεβαίνει
τὶς σκάλες παρασυρμένος
ἀπ’ τὸν ξέφρενο χορὸ
τὰ παράθυρα κλείνουν
σιωπὴ τῆς νύχτας τῆς
σάρκας
οἱ ἄγνωστοι δίνουν τὰ
χέρια
μιὰ ἀτελείωτη συζήτηση
στηρίζεται στῆς σκιᾶς τὸ ἀκρότατο ὅριο
ἀπ’ τοῦ ματιοῦ τὴν ψυχρὴ
κόρη κατρακυλοῦν οἱ ἀθλητὲς
στὶς κατεστραμμένες
σκάλες
πῶς ἔφτασες σ’ αὐτὸ ποὺ δὲν
φαίνεται γιὰ νὰ τὸ δεῖς;
πῶς γέννησες τὸν φλογερὸ
πόθο τῆς μισάνοιχτης σάρκας σου;
στὰ πόδια σου ἀλυχτᾶνε τὰ
ἐξαγριωμένα σκυλιὰ
μὲ μάτια ἀδυσώπητα
ὅπου καὶ χάνεται τῶν ἐπιθυμιῶν
ἡ γλώσσα
ὁ κρεμασμένος
ταλαντεύεται στὸν απόηχο τοῦ γαυγίσματος
καληνύχτα
ὅλα τελειώνουν
τρομοκρατημένα τὰ σκυλιά
φεύγουν
ἀπ’ τὸν φλεγόμενο καὶ ὑγρὸ
ὁρίζοντα
χλομιάζει τὸ σθένος
τῶν ἀδηφάγων ὅπλων
μιὰ ἥσυχη νύχτα γιὰ τὸν ἄγνωστο
ποὺ ἀπομακρύνεται
μιὰ νύχτα μαύρης λήθης.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
PABLO NERUDA
Ο
ΘΑΝΑΤΟΣ
Σηκώθηκε ο Σαντίνο, δεν
ήξερε όμως
ότι είχε τελειώσει η νίκη
του
και ότι ο πρεσβευτής είχε
υπογράψει συμβόλαιο
να παίξει το ρόλο του
ξεπουληματία·
μαζί τα είχαν προετοιμάσει
όλα για το έγκλημα
ο δολοφόνος και οι Βορειοαμερικανοί.
Κι εκεί, στην πύλη, ενώ
τον αγκάλιαζαν,
τον αποχαιρέτησαν και τον
καταδίκασαν:
Στο καλό! Στο καλό! Και μάκρυνε
ο Σαντίνο
με τον δήμιο και τον χάρο
αντάμα του.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
CÉSAR CANTONI
ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ
Φόρος
τιμής στον Ο. Χένρι
Είναι φθινόπωρο στην πόλη
που ζω,
και πάνω στου σπιτιού μου
το γέρικο δέντρο
απομένει πια μόνο ένα φύλλο.
Όταν πέσει, θα πεθάνω.
Την ιδέα αυτή την
οικειοποιήθηκα
—οφείλω να το παραδεχτώ—
σκεπτόμενος τον Ο. Χένρι.
(Τί...! Δεν έχετε
διαβάσει
«Το Τελευταίο Φύλλο;»)
Γέρικο δέντρο είμαι κι
εγώ,
χωρίς καθόλου φύλλα·
διάγω κι εγώ, όπως κι
αυτό,
τις φθινοπωρινές μου
μέρες.
Έξω, γαντζωμένο στο κλαδί του,
το φύλλο ακόμα
αντιστέκεται, περήφανο,
στον άνεμο και στο
χαλάζι.
Έτσι αντιστέκομαι κι εγώ
μες στο δωμάτιό μου:
γράφοντας στίχους.
Όταν περάσει το φθινόπωρο,
κι αφού ο σκοπός του θα
έχει εκπληρωθεί,
το φύλλο θα έχει ήδη πέσει
— κατάσταση ανεπανόρθωτη.
Κι εγώ θα έχω, επιτέλους,
γράψει το τελευταίο μου ποίημα.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
DINO BUZZATI
ΓΡΑΦΕ,
ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΓΡΑΦΕ
Γράφε,
σε παρακαλώ. Γράφε.
Δύο
γραμμές όλες κι όλες, τουλάχιστον,
ακόμα
κι αν ο νους σου είναι στερεμένος
και
τα νεύρα σου κοντεύουν να σπάσουν
Γράφε
κάθε μέρα,
με
σφιγμένα δόντια, ανοησίες, αν όχι και ηλιθιότητες,
αλλά
γράφε, γράφε.
Το
γράψιμο είναι μια απ’ τις πιο γελοίες
και
αξιοθρήνητες ψευδαισθήσεις μας.
Πιστεύουμε
πως κάνουμε κάτι σημαντικό,
όποτε
σέρνουμε κάτι στραβές μαύρες γραμμές στο άσπρο χαρτί.
Αυτή
εν πάση περιπτώσει είναι η δουλειά σου,
που
δεν τη διάλεξες και που σου δόθηκε στην τύχη,
και
αυτή είναι η μόνη πόρτα απ’ όπου μπορεί κάποτε
τη
διαφυγή να βρεις.
Γράφε,
γράφε.
Στο
τέλος, ανάμεσα σε τόνους και τόνους σκουπιδόχαρτα, που πάν’ για πέταμα,
ίσως
σωθεί και κάποιος στίχος. (Μπορεί).
Μετάφραση:Γιώργος Κεντρωτής.
ALDO PELLEGRINI
ΟΥΣΙΑ
ΠΑΝΤΕΡΩΤΙΚΗ
Τοπίο
παλμών
κι
ο άνεμος πλαταγίζει το φλογερό σου βλέμμα
εκεί
που βρίσκεται η αναμονή και συνεχώς παραμονεύει
ένα
μακρινό μουρμούρισμα αναγγέλλει τα ρίγη
ενώ
μ’ ένα πήδημα προσπαθείς να εκμηδενίσεις τη ζωή
και
να πυροδοτήσεις κάποιο λυκόφως ψυχρών βλεμμάτων
ποιόν
γυρεύεις σε τούτο το παλλόμενο μονοπάτι;
ποιά
διαφυγή σταματούν τα επίμονα χέρια σου;
καρδιά
καλπάζουσα
ίσαμε
να διαβεί τη βατή σου γύμνια
και
να κάνει τη ζωή να εκραγεί
οπότε
η ζωή φτάνει τώρα το πλήθος των αναποφάσιστων ωρών
και
η καρδιά σου καλπάζει μακριά μου
το
χέρι σου πέφτει
από
την άχρονη στιγμή
ο
θάνατός σου αποδεικνύεται σκέτη αποτυχία
κι
εντελώς αδιάφορος για κάθε επόμενο όνειρο.
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.
PABLO NERUDA
Η
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Για
να επισφραγιστεί η ειρήνη, κάποια νύχτα θλιβερή,
προσκλήθηκε
σε δείπνο ο Στρατηγός Σαντίνο:
για
να γιορτάσουν την αντρειοσύνη του
μαζί
με τον «Αμερικανό» πρεσβευτή —
ακόμα
και ολόκληρης της ηπείρου τ’ όνομα
το
έχουνε σφετεριστεί τούτοι οι κουρσάροι.
Χαρούμενος
ήταν ο Στρατηγός Σαντίνο:
τα κρασιά και οι προπόσεις πήγαιναν και έρχονταν.
Στη
χώρα τους θα γύρναγαν οι Γιάνκηδες
κατανικημένοι,
απελπισμένοι,
και
στο δείπνο θα επικυρώνονταν τιμητικά
του
Σαντίνο οι αγώνες και των αδελφών του.
Στο
τραπέζι εκείνο τον περίμενε ο δολοφόνος.
Ήταν
των πορνείων κάποιο απόβρασμα
που
είχε πάμπολλες φορές υψώσει το ποτήρι του,
ενώ
μέσα στις τσέπες του κουδούνιζαν
του
εγκλήματος τα μακάβρια τριάκοντα δολάρια.
Ω
συμπόσιο του κρασιού του ματωμένου!
Ω
νύχτα, ω ψευτοφέγγαρο στους δρόμους!
Ω
άστρα κίτρινα που δεν μιλήσατε!
Ω
γη βουβή και γη τυφλή της νύχτας!
Γη
εσύ που δεν ετράβηξες το χαλινάρι στ’ άλογό σου!
Ω
νύχτα προδοτική που παράτησες
σε
χέρια αισχρά της τιμής το κάστρο!
Ω
συμπόσιο του χρυσαφιού και του επιθανάτιου ρόγχου!
Ω
ίσκιε της οργανωμένης προδοσίας!
Ω
σημαία φωτεινή που μέχρι τότε άνθιζες
και
από τη νύχτα εκείνη πενθείς νικημένη.
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.