LUIS CERNUDA
Η
ΜΟΥΣΙΚΗ
Τὰ
χειμωνιάτικα δειλινά, δυὸ-τρεῖς φορὲς τὸ μήνα, τὰ μέλη τῆς Ἑταιρείας Συναυλιῶν,
σὰν ἄλλοι ρομαντικοὶ συνωμότες, ἐπήγαιναν στὸ θέατρο ἀπὸ τοὺς δρόμους ποὺ εἶχαν
ἤδη φωταγωγηθεῖ, ἀντίθετα ἀπ’ ὅσους γύριζαν μὲ ὄψεις μουντὲς και σκυθρωπὲς ἀπ’
τὴ δουλειὰ στὰ σπίτια τους. Τὸ παλιὸ καὶ κατερειπωμένο ἀμφιθέατρο ἐφώτιζε τὸν
χρυσοκόκκινό του διάκοσμο, καὶ εἶχε γιὰ γιρλάντες του αὐτὸ τὸ παράξενο ἄνθος ἤ,
κατ’ ἄλλους, αὐτὸν τὸν ἀλλόκοτο καρπὸ ποὺ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ὄψη — ὄψεις στὴν πλειονότητά τους ἀδιάφορες, οἱ ὑπόλοιπες
περιέργες καὶ κάποιες λίγες νὰ μαρτυροῦν ὅτι τρέφουν προσδοκίες.
Ἐκεῖ ἄκουσα πρώτη μου φορὰ Μπὰχ καὶ Μότσαρτ· ἐκεῖ ἀποκάλυψε
ἡ μουσικὴ στὶς αἰσθήσεις μου τὴ δική της pure délice
sans chemin (ὅπως λέει κι ὁ στίχος τοῦ Μαλαρμέ, ποὺ εἶχα ἀρχίσει νὰ
τὸν διαβάζω τότε), γιὰ νὰ μοῦ μάθει ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τὸ βαρὺ ἀνθρώπινο ὂν εἶναι
μορφὴ ἰσοδύναμη τῆς πτήσης καὶ ποὺ ἡ φύση του τοῦ τὴν ἀρνεῖται. Ὄντας νέος, ἀρκετὰ
ἐσωστρεφὴς καὶ καθ’ ὑπερβολὴν παθιασμένος, αὐτὸ ποὺ ζητοῦσα ἐγὼ ἀπ’ τὴ μουσικὴ ἦταν
φτερὰ γιὰ νὰ ξεφύγω ἀπὸ κεῖνον τὸν παράδοξο κόσμο ποὺ μὲ τριγύριζε, ἀπὸ τὶς ἄνω
ποταμῶν συνήθειες ποὺ μοῦ ἐπέβαλλαν καί —ποιός ξέρει— μπορεῖ κι ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο.
Τὴ μουσική, ὅμως, πρέπει νὰ τὴν προσεγγίζουμε μὲ τὴ
μεγαλύτερη δυνατὴ καθαρότητα καὶ νὰ ποθοῦμε νὰ βροῦμε σ’ αὐτὴν ὅ,τι ἀκριβῶς μπορεῖ
νὰ μᾶς προσφέρει: στοχαστικὴ σαγήνη. Σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς αἴθουσας, μὲ καρφωμένο τὸ
βλέμμα μου σ’ ἕνα φωτεινὸ σημεῖο, ἔμενα νὰ τὴν ἀκούω ἀπορροφημένος, παρόμοια μὲ
ὅποιον ἀτενίζει τὴ θάλασσα. Τὸ ἐναρμόνιο πηγαινέλα της καὶ οἱ πολύμορφοι σπινθηρισμοί
της ἦσαν σὰν κύμα ποὺ θὰ ἐκτόπιζε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ὄντας σὰν κύμα,
ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μᾶς σηκώσει γιὰ νὰ μᾶς πάει ἀπ’ τὴ ζωὴ στὸν θάνατο, ἔνιωθες ὅτι
ἦταν γλυκιὰ τῆς ἀπωλείας ἡ αἴσθηση μέσα του, ἔτσι καθὼς μᾶς ἐλίκνιζε ἕως καὶ τὶς
ἐσχατιὲς τῶν ἐσχατιῶν τῆς λήθης.
Μετάφραση:Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου