Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΟ ΣΟΝΕΤΟ

 


GEORG TRAKL

 

 

ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΟ ΣΟΝΕΤΟ

(2ο σχεδίασμα)

 

Το βράδυ θαυματοποιοί απ’ το δασύλλϊο περνάνε

με θαυμαστές καρότσες και μικρά άτια. Κάμποι-κάμποι

τα σύννεφα, κι εντός τους θησαυρός κρυμμένος λάμπει.

Στον μαύρο αγρό ζωγραφισμένα τα χωριά αγρικάνε.

 

Λινά πανιά, ψυχρά και μαύρα, τα φουσκώνει άνε-

μος κόκκινος. Σκυλί τεμπέλικο. Στους θάμνους θάμπη

αιμάτων. Ρίγος κίτρινο μες στα καλάμια θά ’μπει.

Πράοι οι άνθρωποι το ξόδι στο νεκροταφείο πάνε.

 

Του γέρου το καλύβι μες στο μούχρωμα γκριζίζει.

Στη λίμνη αχτίδα θησαυρών παλιών γλιστράει – νά τη!

Οι αγρότες κάθονται έχοντας κρασί μες στο κανάτι.

 

Το αγόρι ντροπαλά κάποια γυναίκα εκεί πλευρίζει.

Καλόγερος χλομός στο σκότος, που ’ν’  του ζόφου ο χώρος.

Γυμνό δεντρί: για τον κοιμώμενο είναι νεωκόρος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




 

 

ΠΑΡΙΣΙ, 1856

 

JORGE LUIS BORGES

 

 

ΠΑΡΙΣΙ, 1856

 

Απ’ το μεγάλο τσάκισμά του πια είναι μαθημένος

τον θάνατο να προλαβαίνει. Ανέκαθεν φοβόταν

να βγει στην τύρβη της ημέρας, ν’ ανακατευόταν

με τους ανθρώπους. Εντελώς αποδυναμωμένος

ο Ερρίκος Χάινε το ποτάμι συλλογιέται ευθέως

που χρόνος λέγεται και που αργά τον παρασύρει

σ’ εκείνο το λυκόφως το μακρό και στην αδήρι-

τη μοίρα τού νά ’σαι άνθρωπος, μαζί όμως και Εβραίος.

Τις μελωδίες τώρα τις εξαίσιες συλλογιέται

που υπήρξε όργανό τους, αγκαλά καλά το ξέρει

την τρίλια δέντρο ή πέταγμα πουλιού δεν θα τη φέρει,

αλλ’ ούτε ο χρόνος που με οκνές ημέρες δεν μετριέται.

Δεν θα σε σώσουν, όχι, τα γλυκά σου τ’ αηδονάκια,

οι νύχτες οι χρυσές ή τα τραγουδισμένα ανθάκια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 





 

 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2020

ΠΡΟΧΕΙΡΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΚΑΤΙ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΜΠΟΡΧΕΣ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

 

ΠΡΟΧΕΙΡΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΠΑΝΩ ΣΕ ΚΑΤΙ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΜΠΟΡΧΕΣ

 

          Στον Σπύρο Αντωνόπουλο

 

Είναι άτμητη, είναι ακίνητη, είναι ανίκητο ένα

σημείο απλώς και μόνον νοητό στη χώρα

τού ειδέναι: δεν τη βλέπεις τη στιγμή που τώρα

στιγμή έχει γίνει και πηγαίνει στα χαμένα

στοιχεία της ιστορίας με τ’ απορριογμένα

συμβεβηκότα, τα αληθώς και χρονοβόρα,

κομίζοντας χαρές και πόνους και άλλα δώρα

ανείκαστα στα υπάρχοντα και στοιβαγμένα.

 

Ένα αιώνιο νυν, ανανεούμενο, που ορίζει

το ζην, είναι η στιγμή: τροφοδοτεί με διάρκεια

την πνοή μας, διάρκεια με αμελητέα επάρκεια

 

ωστόσο, αλλά που ξέρει ανέλπιστα να ελπίζει.

Κοιτά το μέλλον, και το παρελθόν τη χαύει.

Γεννιέται, και πεθαίνει, πριν το καταλάβει.

 

Η ΑΓΝΩΣΤΗ

 


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

 

Η ΑΓΝΩΣΤΗ

 

Ανέβηκε στο λεωφορείο από τη Γλυφάδα, γύρω στις οχτώ το βράδυ. Φορούσε αθλητικά ρούχα, πολύ τριμμένα. Μαύρη φόρμα, μπλε φανελάκι, υπόλευκο αδιάβροχο. Στον καρπό, δυο πολύχρωμα, πλεχτά βραχιολάκια, έμοιαζαν μ’ ενθύμια της νιότης. Κρατούσε μια μεγάλη καφέ γυναικεία τσάντα από δερματίνη. Μετά από λίγο έβγαλε το αδιάβροχο, η νύχτα ήταν ζεστή, ακόμα περισσότερο μέσα στο λεωφορείο. Όμως ο φτωχός πρέπει να παίρνει τα μέτρα του. Το πρόσωπό της κουρασμένο, ήρεμα περήφανο, πέτρινο. Το σώμα γέρικο αλλά δουλεμένο, δυνατό. Κόντευε τα εβδομήντα κι ακόμα δούλευε καθαρίστρια. Αισθάνθηκα δίπλα της σαν τσόφλι. Μετά από κανένα τέταρτο σηκώθηκε, προτιμούσε όρθια. Το δεξί της χέρι άγγιξε το ισχίο, η κλείδωση την πονούσε, το πρόσωπο παρέμεινε πέτρινο. Κατέβηκε στο Κορωπί.

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

 

Είμαι μόνος
το ποτάμι είναι μεγάλο και τραγουδάει
ποιός είναι εκεί πέρα;
Αγριόχορτα καψαλισμένα τσαλαπατάω.

Όλες οι ώρες ίδιες είναι
για όποιον περπατάει
ασκόπως
πλάι στο νερό που τραγουδάει.

Ούτε μια  βάρκα
τα γκρίζα κύματα δεν σκίζει
που σαν γίγαντες ήρεμοι
μπροστά περνούν από τα μάτια μου
τραγουδώντας.

Κανένας.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.