Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

 

Ι

Τούτο το είδωλο, μαύρα μάτια και κίτρινη χαίτη, χωρίς γονείς, συγγενείς ή αυλικούς, ευγενέστερο κι από τον μύθο ακόμα, είδωλο μεξικανικό και φλαμανδικό· η επικράτειά του, με όλη την αναίδεια του γαλάζιου και της πρασινάδας, εκτείνεται σε γιαλούς που πήραν όνομα από κύματα χωρίς πλεούμενα, και τα ονόματά τους είναι θηριωδώς ελληνικά, σλαβικά και κελτικά.

Στις παρυφές του δάσους –άνθη ονειρικά κουδουνίζουν, εκρήγνυνται, διαλάμπουν– το κορίτσι με χείλια πορτοκάλι, με τα γόνατα του σταυρωμένα στον πάμφωτο κατακλυσμό που πηγάζει απ’ τα λιβάδια, με τη γυμνότητά του να τη σκιάζουν, να την διασχίζουν και να τη ντύνουν τα ουράνια τόξα, η χλωρίδα, η θάλασσα.

Κυρίες που στροβιλίζονται σε βεράντες γειτνιάζουσες με τη θάλασσα· παιδιά και γίγαντες, υπέροχες εβένινες γυναίκες μες στους χαλκοπράσινους αφρούς, κοσμήματα ορθά και περήφανα πάνω στο παχύ χώμα των αλσών και των αποψυγμένων κηπαρίων – νεαρές μητέρες και μεγάλες αδελφές με βλέμματα γεμάτα προσκυνήματα, σουλτάνες, πριγκίπισσες με βήματα και ενδύματα τυραννικά, κοράσια ξένα και όψεις καλυμμένες με μιαν απαλή χροιά δυστυχίας.

Οποία πλήξη, η ώρα μ’ εκείνα τα «γλυκό μου» και τα «καρδούλα μου».

 

ΙΙ

Να τη, να τη η μικρούλα που πέθανε πίσω από τις τριανταφυλλιές. – Η νεαρή μεταστάσα μητέρα κατεβαίνει τα σκαλιά. – Η άμαξα του εξαδέλφου τρίζει πάνω στην άμμο. – Ο μικρός αδελφός (είναι στις Ινδίες!) εκεί, πριν απ’ το λιόγερμα, σ’ ένα λιβάδι στρωμένο γαρύφαλλα. – Οι γέροι που θάφτηκαν όρθιοι μες στα τείχη με τους άσπρους μενεξέδες.

Σμήνος χρυσαφένιων φύλλων κυκλώνει του στρατηγού το ενδιαίτημα. Πετούν στον Νότο. – Παίρνεις τον κόκκινο δρόμο και φτάνεις στο άδειο πανδοχείο. Ο πύργος προορίζεται να πωληθεί· των παραθύρων οι γρίλιες είναι ξεχαρβαλωμένες. – Το κλειδί της εκκλησίας θαν τό ’χει σίγουρα πάρει ο εφημέριος. – Γύρω απ’ το πάρκο τα καταλύματα των φυλάκων δεν κατοικούνται. Οι περίβολοι είναι τόσο ψηλοί, που το μόνο που βλέπεις είναι οι κορυφές των δέντρων και το θρόισμά τους. Εξάλλου δεν υπάρχει και τίποτα να δεις εκεί μέσα.

Τα λιβάδια ανηφορίζουν ίσαμε τα χωριουδάκια – καθόλου πετεινάρια και καθόλου αμόνια. Το άνοιγμα του υδροφράχτη είναι σηκωμένο. Ω της ερήμου γολγοθάδες και ανεμόμυλοι, ω νησιά και μυλόπετρες!

Άνθη μαγικά κι όλο εσβούριζαν. Τα αναχώματα λικνίζονταν. Θηρία γυρόφερναν παντού με τη θρυλική τους κομψότητα. Οι νεφέλες μαζεύονταν επάνω από κείνη την ανοιχτή θάλασσα πού ’χε φτιαχτεί από μιαν αιωνιότητα καυτών δακρύων.

 

ΙΙΙ

Στο δάσος υπάρχει ένα πουλί, με το λάλημά του σταματάς και σε κάνει να κοκκινίζεις.

Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπάει.

Υπάρχει ένα φαράγγι κι ένα λημέρι κάτασπρων ζώων.

Υπάρχει ένας καθεδρικός ναός που κατεβαίνει, και μια λίμνη που ανεβαίνει.

Υπάρχει ένα καροτσάκι παρατημένο στα θαμνόδεντρα ή που πάει τσουλώντας στην κατηφοριά του μονοπατιού κι είναι στολισμένο με κορδέλες.

Υπάρχει ένα μπουλούκι μικρών θεατρίνων με κουστούμια για την παράσταση, και πετάχτηκε ξαφνικά στη μέση του δρόμου που βρίσκεται στις παρυφές του δάσους.

Και, τέλος, όποτε πεινάς και διψάς, υπάρχει κάποιος που σε κυνηγάει να φύγεις.

 

IV

Είμαι ο άγιος που προσεύχεται στον εξώστη – όσο και καθώς βόσκουν τα γαλήνια κτήνη από δω ίσαμε τη θάλασσα της Παλαιστίνης.

Είμαι ο σοφός στη ζοφερή πολυθρόνα. Τα κλαριά και η βροχή βαράν και κοντεύουν να σπάσουν τα τζάμια της βιβλιοθήκης.

Είμαι ο πεζοπόρος των μεγάλων δρόμων που κόβουν μέσα από νανώδη αλσύλλια· των υδροφρακτών το βουητό πνίγει τα βήματά μου. Επί ώρα πολλή κάθομαι και κοιτάζω του ηλιοβασιμέματος τη μελαγχολική χρυσή αλισίβα.

Θα μπορούσα κάλλιστα να ήμουν το παρατημένο παιδί πάνω στην προκυμαία που έφυγε για να χαθεί στο πέλαγο, ο μικρός βαλές που ακολουθεί την αλέα δίκην υπηρέτου με το μέτωπό του ν’ ακουμπάει τον ουρανό.

Τα μονοπάτια είναι εξόχως τραχιά. Οι λοφίσκοι σκεπάζονται από σπάρτα. Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο μακριά βρίσκονται τα πουλιά και οι ανάβρες! Αν μη τι άλλο αυτό μάλλον είναι, καθώς προχωράω, του κόσμου η συντέλεια.

 

V

Ας μου νοικιάσουν επιτέλους τούτον τον κεκονιαμένο τάφο με τις ανάγλυφες τσιμεντένιες γραμμές – βαθιά, πολύ βαθιά στο χώμα μέσα.

Στηρίζομαι με τους αγκώνες στο τραπέζι, η λάμπα φωτίζει έντονα τούτες δω τις εφημερίδες που ως ηλίθιος κάθομαι και τις ξαναδιαβάζω, τούτα τα βιβλία τα εντελώς άνευ ενδιαφέροντος. –

Σε μια τεράστια απόσταση πάνω απ’ το υπόγειο σαλόνι μου φυτεύονται και φυτρώνουν τα σπίτια, σωρεύονται και πυκνώνουνε οι ομίχλες. Η λάσπη είναι ή κόκκινη ή μαύρη. Πόλη τερατώδης, νύχτα ατελεύτητη!

Λίγο πιο κάτω υπάρχουν υπόνομοι. Στα πλάγια τίποτ’ άλλο εκτός από μια παχιά υδρόγειο σφαίρα. Μπορεί όμως και οι άβυσσοι του γαλάζιου, πηγάδια πύρινα. Ίσως πάνω σ’ αυτά τα επίπεδα ν’ ανταμώνουνε φεγγάρια και κομήτες, θάλασσες και παράμυθοι.

Στης πίκρας τις ώρες εγώ φαντάζομαι σφαίρες από ζαφείρια, από μέταλλα. Κυριαρχώ στη σιωπή. Μα γιατί να ωχριά η όψη κάποιου υποχθόνιου φεγγίτη στη γωνία του θόλου;

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΒΙΟΙ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΒΙΟΙ

 

Ι

Ω, οι απέραντες λεωφόροι της αγίας γης, του ναού οι εξώστες! Τι ν’  απέγινε ο βραχμάνος που μου εξήγησε τις Παροιμίες; Απ’ τον καιρό εκείνο και εφεξής, από κει κάτω, μπορώ να βλέπω ακόμα και τις γριές! Θυμάμαι τις ώρες από ήλιο και ασήμι κοντά στα ποτάμια, το χέρι της υπαίθρου χώρας στο αίμα μου και τις θωπείες μας να στέκονται όρθιες στων πιπεριών τις πεδιάδες. – Σμήνος άλικων περιστεριών εν πτήσει βροντοκοπά ολόγυρα απ’ τις σκέψεις μου. – Εξόριστος εδώ διέθετα μια σκηνή για να παίξω τα θεατρικά αριστουργήματα όλων των λογοτεχνιών του κόσμου. Θα σας παρουσίαζα τα πλούτη τ’ ανήκουστα. Αναδιφώ και μελετώ την ιστορία των θησαυρών που ανακαλύψατε. Τη συνέχεια τη βλέπω καθαρά. Η σοφία μου είναι αντικείμενο περιφρονήσεως – ακριβώς το ίδιο με το χάος. Αλλά τί είναι το δικό μου τίποτα μπροστά στη ναρκωτική έκπληξη που σας περιμένει;

 

ΙΙ

Είμαι εφευρέτης με εντελώς μεγαλύτερη αξία σε σύγκριση με όσους προηγήθηκαν εμού· είμαι και μουσικός που βρήκε κάτι σαν το κλειδί της αγάπης. Την παρούσα στιγμή είμαι ευπατρίδης και κύριος μιας τραχιάς εξοχής με ουρανό νηφάλιο, και δοκιμάζω να συγκινηθώ με την ανάμνηση της ζητιανιάς στα παιδικά μου χρόνια, των μαθημάτων στο σχολείο, της άφιξής μου φορώντας ξυλοπάπουτσα, των τσακωμών, των πεντέξι χηρειών και κάτι γάμων, όπου το πεισματάρικο κεφάλι μου μ’ εμπόδισε ν’ ανεβώ στη διαπασών που είχαν φτάσει οι συμμαθητές μου. Δεν μετανιώνω ούτε νοσταλγώ καθόλου το παλιό μου μερίδιο στη θεϊκή χαρά. Ο νηφάλιος αέρας τούτης της τραχιάς εξοχής τροφοδοτεί ακαταπαύστως τον φρικτό σκεπτικισμό μου. Επειδή όμως ο σκεπτικισμός αυτός δεν μπορεί πια να βρει εφαρμογή στην πράξη και επειδή, επιπλέον, είμαι αφοσιωμένος σε καινούργια ντράβαλα, περιμένω τη στιγμή που θα γίνω παράδειγμα μοχθηρότατου παράφρονος.

 

ΙΙΙ

Σε μια σοφίτα, όπου βρέθηκα κλεισμένος στα δώδεκά μου χρόνια, εικονογράφησα την ανθρώπινη κωμωδία. Σ’  ένα υπόγειο έμαθα ιστορία. Σε μια νυχτερινή γιορτή σε κάποια πόλη του Βορρά εγνώρισα όλες τις γυναίκες των παλιών ζωγράφων. Σε μια παλιά στοά του Παρισιού διδάχτηκα τις κλασικές επιστήμες. Σε μια μεγαλόπρεπη κατοικία, στεφανωμένη από ολόκληρη την Ανατολή, ολοκλήρωσα το τεράστιο έργο μου και ακολούθως πέρασα στην ένδοξή μου συνταξιοδότηση. Το αίμα μου το ανακάτεψα με αίματα άλλα. Απ’  το χρέος μου είμαι πλέον ελεύθερος. Τώρα δεν χρειάζεται να το σκέπτομαι καν. Στην πραγματικότητα βρίσκομαι πέραν του τάφου, σε άλλο κόσμο, όταν ούτε χρωστώ ούτε μου χρωστάνε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

ΠΟΛΕΙΣ (2)


 

ARTHUR RIMBAUD


ΠΟΛΕΙΣ (2)


Η επίσημη ακρόπολη υπερβαίνει και τις πιο κολοσσιαίες αντιλήψεις της σύγχρονης βαρβαρότητας. Είναι αδύνατο να εκφράσεις το θαμπό φως, που βγαίνει απ’ αυτόν τον αμετάβλητα γκρίζο ουρανό, απ’ την αυτοκρατορική λαμπρότητα των κτιρίων και απ’ το αιώνιο χιόνι του εδάφους. Άπαντα τα κλασικά θαύματα της αρχιτεκτονικής έχουν αναπαραχθεί με μια μοναδική γεύση μεγαλείου. Παρακολουθώ εκθέσεις ζωγραφικής σε χώρους είκοσι φορές μεγαλύτερους από το Χάμπτον Κορτ. ‘Αλλά ω, οποία ζωγραφική! Ένας Νορβηγός Ναβουχοδονόσορ έχτισε τις σκάλες των υπουργείων· οι υφιστάμενοι του υπαλληλικού προσωπικού, που μπόρεσα να δω, είναι ήδη πιο αλαζονικοί κι από τους ***, ενώ στη θέα των κολοσσιαίων κατασκευών και εκείνων που τις εποπτεύουν εγώ έτρεμα σύγκορμος. Με την ομαδοποίηση των κτιρίων σε πλατείες, αυλές και κλειστούς εξώστες οι αμαξάδες έχουν πλέον οριστικώς  εκνικηθεί. Τα πάρκα παριστάνουν την πρωτόγονη φύση που έχει δουλευτεί με τρόπο το παράπαν υπέροχο. Η άνω συνοικία έχει μέρη ανεξήγητα: ένας θαλασοβραχίονας, χωρίς πλεούμενα, στρώνει το τραπεζομάντηλό του από γαλάζιο χιονόνερο ανάμεσα σε προκυμαίες γεμάτες γιγάντιους πολυέλαιους. Μια γεφυρούλα οδηγεί σε μια κρυφή πύλη ακριβώς κάτω από τον τρούλο του Ιερού Παρεκκλησίου. Ο εν λόγω τρούλος είναι ατσάλινη καλλιτεχνική αρματωσιά με διάμετρο περίπου δεκαπέντε χιλιάδες πόδια. 

Στα μπρούντζινα διάσελα, σε κάποια σημεία τους, στις εξέδρες και στις σκάλες που περιστρέφονται στις λαϊκές αγορές και στους πυλώνες, έφτασα να πιστέψω ότι θα κατάφερνα να μετρήσω το βάθος της πόλης! Ιδού όμως το θαύμα που αδυνατούσα να κατανοήσω: σε ποιο επίπεδο βρίσκονται οι άλλες συνοικίες πάνω ή κάτω απ’ την ακρόπολη; Για τον όποιον ξένο της εποχής μας η αναγνώριση είναι παντελώς αδύνατη. Η συνοικία των εμπόρων είναι μια κυκλική πλατεία με ενιαίο ρυθμό, με στοές και καμάρες. Καταστήματα δεν βλέπεις – το χιόνι όμως στο χαλικόστρωτο είναι πολλές φορές και βαθιά πατημένο. Κάτι βαθύπλουτοι, τόσο σπάνιοι  όσο και οι περιπατητές τα κυριακάτικα πρωινά  στο Λονδίνο, κατευθύνονται προς μιαν άμαξα φορτωμένη διαμάντια. Ευάριθμα κόκκινα  ντιβάνια, βελούδινα όλα: σερβίρουν πολικά ποτά – η τιμή τους ξεκινά από τις οκτακόσιες και φτάνει έως και τις οκτώ χιλιάδες ρουπίες. Στη σκέψη ότι ψάχνω για θέατρα σ’ αυτόν τον χώρο, τον κυκλικό, λέω στον εαυτό μου ότι σε τούτα τα καταστήματα πρέπει να παίζονται μερικά μάλλον σκοτεινά δράματα. Φαντάζομαι ότι υπάρχει αστυνομική δύναμη. Αλλά ο νόμος πρέπει να είναι τόσο αλλόκοτος, που παύω την προσπάθειά μου να σχηματίσω γνώμη για τους εδώ τυχοδιώκτες.

Το προάστιο, κομψό όσο κι ένας ωραίος παριζιάνικος δρόμος, έχει την εύνοια μιας αύρας φωτός. Το δημοκρατικό στοιχείο αριθμεί μερικές εκατοντάδες ψυχές. Ούτ’ εκεί είναι τα σπίτια ευθυγραμμισμένα• το προάστιο χάνεται κατά τρόπο παράξενο στην εξοχή, στην «Κομητεία» που γεμίζει την αιώνια δύση των δρυμών και των οργιαζουσών, των άσωτων φυτειών, όπου διάφοροι άγριοι ευπατρίδες κυνηγούν τα χρονικά τους κάτω από ’να φως εξόχως τεχνητό που τό ’χουν φτιάξει άλλοι.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΠΟΛΕΙΣ (1)

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΠΟΛΕΙΣ (1)

 

Είναι πόλεις! Είναι λαός που για χάρη του υψώθηκαν τούτα τ’ Αππαλάχια Όρη όπως κι εκείνοι οι ονειρώδεις Λίβανοι! Βουνόσπιτα κρυστάλλινα και ξύλινα που κινούνται πάνω σε ράγες και με τροχαλίες αόρατες. Παλαιότατοι κρατήρες ζωσμένοι κολοσσούς και μπρούντζινα φοινικόδεντρα βρυχώνται μελωδικά ριγμένοι στις φωτιές. Γιορτές ερωτικές αντηχούν πάνω απ’ τα κανάλια που κρέμονται πίσω απ’ τα βουνόσπιτα. Το κυνήγι μιας συστοιχίας κωδώνων φωνάζει στα φαράγγια. Συντεχνίες γιγαντόσωμων τραγουδιστών χιμούν ντυμένες για την περίσταση και κρατώντας λάβαρα λαμπρά όσο και των βουνοκορφών τα φώτα. Επί των εξεδρών και στη μέση των βαράθρων οι Ρολάνδοι αναγγέλλουν με τρόπους μουσικούς την ανδρεία τους. Στα διάσελα της αβύσσου και στις στέγες των πανδοχείων η λαύρα τ’ ουρανού πιάνει και σημαιοστολίζει τ’ άλμπουρα. Η κατάρρευση των αποθεώσεων ενώνεται με τα υψίπεδα όπου πλήθος κενταύρισσες σεραφικές ελίσσονται στις χιονοστιβάδες ανάμεσα. Υπεράνω των υψηλοτέρων ακρωρειών μια θάλασσα τεταραγμένη απ’ την αιώνια γέννηση της Αφροδίτης, και ζαλωμένη στόλους ωδικούς και τον φλοίσβο των μαργαριταριών και των πολύτιμων κοχυλιών, ναι, υπάρχουν φορές που η θάλασσα αυτή μελανιάζει με αστραπές προοιωνιζόμενες θάνατο. Στις πλαγιές, βρυχώνται οι σοδειές των λουλουδιών, σοδειές τόσο μεγάλες, όσο τα όπλα μας εμάς και τα κύπελά μας. Πομπές από βασίλισσες των ξωτικών, περιβεβλημένες οπάλινες εσθήτες πυρρόχρωμες, βγαίνουν αναρριχώμενες μέσ’ από κάτι άγριες ρεματιές. Εκεί πάνω ψηλά, πατώντας μες στον καταρράκτη και στα βάτα, τα ελάφια βυζαίνουν την Άρτεμη. Των προαστίων οι Βάκχες κλαίνε με λυγμούς, το δε φεγγάρι ζεματάει και ουρλιάζει. Η Αφροδίτη μπαίνει στις σπηλιές των σιδεράδων και των ερημιτών. Ομάδες κωδωνοστασίων τραγουδούν των λαών τις ιδέες. Από κάστρα χτισμένα με κόκαλα προβαίνει μουσική άγνωστη, ανήκουστη. Οι θρύλοι όλοι εξορμούν, και οι παρορμήσεις ορμούν στις κωμοπόλεις. Των καταιγίδων καταρρέει ο παράδεισος. Οι άγριοι χορεύουν χωρίς σταματημό την εορτή της νύχτας. Κι εγώ κάποια στιγμή κατέβηκα στην κίνηση μιας λεωφόρου της Βαγδάτης όπου, μες στη σύμπυκνη αύρα, κάτι κομπανίες τραγουδούσαν τη χαρά της καινούργιας δουλειάς, κι εκεί κυκλοφορούσα χωρίς να μπορώ να ξεφύγω απ’ τα μυθικά φαντάσματα των ορέων, όπου πρέπει μάλλον να ’χαμε ξανασυναντηθεί

Ποιά γλυκιά αγκάλη και ποιά όμορφη ώρα θα μου δώσουν εμένα πίσω τούτο τον τόπο, απ’ όπου κατάγονται και τα όνειρά μου και κάθε μου κίνηση;

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

ΝΕΟΤΗΤΑ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΝΕΟΤΗΤΑ

 

Ι

ΚΥΡΙΑΚΗ

 

Όντας στην άκρη τους οι υπολογισμοί —με την αναπόφευκτη ουρανόθεν κάθοδο, με την αναψηλάφηση των αναμνήσεων και με τη συνεδρία των ρυθμών— καταλαμβάνουν την κατοικία, την κεφαλή και τον κόσμο του πνεύματος.

— Ένα άλογο, διάτρητο απ’ την ανθρακική πανώλη, την κοπανάει απ’ τον προαστιακό ιππόδρομο και βγαίνει γραμμή  στους καλλιεργημένους αγρούς και στην αναδασωμένη περιοχή. Μι’ αξιοθρήνητη τραγωδός, σε κάποιο μέρος του κόσμου, αναστενάζει έχοντας υποστεί και υπομείνει κάμποσες απίθανες εγκαταλείψεις. Οι ντεσπεράντος είναι υποτονικοί μετά την καταιγίδα, τη μέθη και τις ανοιχτές πληγές. Μικρά παιδιά πνίγουν κατάρες σ’ όλη την κατεβασιά των ποταμών. —

Ας ξαναπιάσουμε λοιπόν τη μελέτη μας παρά τον θόρυβο του αδηφάγου έργου που συγκεντρώνεται και αναδύεται ξανά μέσα στις μάζες.

 

ΙΙ

ΣΟΝΕΤΟ

 

Άνθρωπε με συνηθισμένη σωματική διάπλαση, η σάρκα δεν ήταν άραγε καρπός που κρεμόταν στο περιβόλι με τις οπώρες, — και ω μέρες εσείς με ηλικία παιδούλας! Το σώμα — θησαυρός προορισμένος να σπαταληθεί· ω ν’ αγαπάς τί;: τον κίνδυνο ή της Ψυχής το σθένος; Η γη είχε εύφορες πλαγιές, μας παρωθούσαν στο κρίμα και στο πένθος: ο κόσμος: η τύχη σου και ο κίνδυνός σου. Αλλά τώρα, που αυτός ο μόχθος έχει πια συντελεσθεί, εσύ, οι υπολογισμοί σου, εσύ, οι βιασύνες σου, δεν είσαι παρά μόνο ο χορός και η φωνή σου, μεινεσμένος στη ρευστότητα και στην απροσδιοριστία, όντας εντούτοις λόγος για ένα διπλό γεγονός με επινόηση και επιτυχία, στην αδελφική και διακριτική ανθρωπότητα και μέσα σε σύμπαν στερούμενο εικόνων· — η ισχύς και το δίκαιο αντανακλούν τον χορό και τη φωνή που τώρα πλέον απλώς και μόνον εκτιμώνται.

 

ΙΙΙ

ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΩ

 

Οι διδακτικές φωνές εξόριστες... Η απλότητα με πίκρα κατασταλαγμένη... Αντάτζιο. Αχ! ο απέραντος εγωισμός της εφηβείας, η μελετηρή αισιοδοξία: μα πόσο γεμάτος λουλούδια ήταν ο κόσμος τούτο δω το καλοκαίρι! Οι μουσικές και τα σχήματα την ώρα που πεθαίνουν... Μια χορωδία, για να καταλαγιάσουν και η αδυναμία και η απουσία! Μια χορωδία από ποτήρια, από μελωδίες νυχτερινές... Τα νεύρα, πράγματι, όπου νά ’ναι θα σπάσουν.

 

ΙV

Είσαι ακόμα στον πειρασμό του Αντωνίου. Του κολοβωμένου ζήλου η συνουσία, τα τικ της παιδικής υπερηφάνειας, η καθίζηση και ο τρόμος. Πλην όμως θα στρωθείς σ’ αυτή τη δουλειά: όλες οι αρμονικές και αρχιτεκτονικές δυνατότητες θα κινούνται γύρω απ’ το κάθισμά σου. Όντα τέλεια, όντα απρόβλεπτα θα προσφέρονται στις εμπειρίες σου. Στα δικά σου περίχωρα θα πλημμυρίσει με τρόπο ονειρικό η περιέργεια αρχαίων πληθών και ράθυμων απολαύσεων. Η μνήμη σου και οι αισθήσεις σου δεν θα είναι τίποτ’ άλλο παρά της δημιουργικής σου ώθησης η τροφή. Όσο για τον κόσμο, όταν βγεις και φύγεις, τι θ’ απογίνει; Τίποτα, πάντως, απ’ αυτά που βλέπουμε στις μέρες μας.

 

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΑΓΡΥΠΝÍΕΣ


 

ARTHUR RIMBAUD

 

ΑΓΡΥΠΝÍΕΣ

 

I

Είναι η ανάπαυση η φωτισμένη, ούτε πυρετός ούτε λήθαργος, στο κρεβάτι ή στο λιβάδι.

Είναι ο φίλος ούτε φλογερός ούτε αδύναμος. Ο φίλος.

Είναι η αγαπημένη ούτε βασανιστική ούτε βασανισμένη. Η αγαπημένη.

Ο αέρας και ο κόσμος που ποτέ μας δεν αναζητήσαμε εμείς. Η ζωή.

— Αυτό λοιπόν ζει και ορίζει;

— Και το όνειρο δροσίζει.

 

II

Ο φωτισμός επιστρέφει στου κτιρίου τον κεντρικό άξονα. Και απ’ τα δύο άκρα της αίθουσας, οι όποιες συνήθεις διακοσμήσεις συζεύγνυνται κάπου ψηλά με ρυθμό αρμονικό. Το τοίχωμα απέναντι απ’ τον άγρυπνο φύλακα είναι μια ψυχολογική διαδοχή από τομές ζωφόρων, από ζώνες ατμοσφαιρικές και από γεωλογικά επισυμβάντα. — Όνειρο έντονο και γοργοπόδαρο συναισθηματικών ομάδων – και περιλαμβάνει όντα πάσης φύσεως εν μέσω ποικίλων επιφαινομένων παρουσιαστικών.

 

III

Οι λάμπες και οι τάπητες της αγρυπνίας μιμούνται διαρκούσης τη νυχτός τον ήχο των κυμάτων σ’ όλο το μήκος του σκαριού κι ολόγυρα από το πηδάλιο.

Η θάλασσα του νυχτεριού, φτυστά της Αμαλίας τα στήθη.

Οι ταπισερί, ίσαμε τη μέση, είναι λόχμες από πυκνές δαντέλες, στου σμαραγδιού το χρώμα, όπου παν και ρίχνονται ορμητικά της αγρυπνίας τα τρυγόνια.

 

………………………..

 

Η μαύρη πλάκα της εστίας – ήλιοι αληθινοί στο περιγιάλι: αχ! πηγάδι κατάμεστο από μάγια· και η μόνη της αυγής αναλαμπή, τη φορά εδώ τούτη.

 

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

ΔΑΙΜΟΝΙΟ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΔΑΙΜΟΝΙΟ

 

Είναι η στοργή και το παρόν, αφού αυτό ακριβώς άνοιξε το σπίτι στο αφρισμένο καταχείμωνο και στον παφλασμό του θέρους, αυτό εξάγνισε τα ποτά και τα τρόφιμα, αυτό είναι η γοητεία των φευγαλέων τόπων και η υπερβαίνουσα τ’ ανθρώπινα τρυφή των στάσεων για μια κάποια αναψυχή. Είναι η στοργή και το μέλλον, η δύναμη και η αγάπη που εμείς, όρθιοι καταμεσίς φαινομένων οργής και ανίας, τα βλέπουμε όλα τούτα να διαβαίνουν διασχίζοντας τον ουρανό με τις θύελλές του κάτω απ’ τις σημαίες της έκστασης.

Είναι ο έρως, μέτρο τέλειο και επανεπινοημένο, λόγος θαυμαστός και απρόβλεπτος, όπως άλλωστε και η αιωνιότητα: μοιραίων ιδιοτήτων μηχανή αγαπημένη. Δέος μας κατέλαβε όλους και για τη δική του και για τη δική μας παραχώρηση: ω ηδονή της υγείας μας, κύμα των ικανοτήτων μας ορμητικό, στοργή ανάκατη μ’ εγωισμό και πάθος γι’ αυτό… γι’ αυτό που πάντα θα μας αγαπά μες στην απέραντη ζωή του...

Εμείς να το θυμόμαστε, κι αυτό να ταξιδεύει... Και αν η Λατρεία φεύγει, εάν αναχωρεί, ηχεί η υπόσχεσή του, ναι, αντηχεί: «Μακριά απ’ αυτές τις δεισιδαιμονίες, απ’ αυτά τα γέρικα σώματα, απ’ αυτά τα νοικοκυριά κι απ’ αυτές τις εποχές. Τούτη δω η εποχή έχει πια βουλιάξει, καταποντιστεί!»

Δεν θα φύγει, κι ούτε θα ξανακατεβεί απ’ τον ουρανό, κι ούτε θ’ απολυτρώσει τον γυναικείο θυμό, την ανδρική χαρά και όλα τ’ αμαρτήματα: ακριβώς επειδή τούτο έχει πια συντελεσθεί, αφού έχει ήδη υπάρξει και έχει αγαπηθεί.

Ω, οι πνοές του, τα κεφάλια του, οι διαδρομές του· η τρομερή ταχύτητα της τελειότητας των σχημάτων και της δράσης.

Ω, του πνεύματος η γονιμότητα και η απεραντοσύνη του σύμπαντος!

Το σώμα του! Η ονειρεμένη αποδέσμευση, η συντριβή της χάρης που διασταυρώνεται με μορφές νεότευκτης βίας!

Η όψη του, η όψη του! όλες οι αρχαίες γονυκλισίες και οι μόχθοι που τις ανακάλεσαν στο πέρασμά του.

Η μέρα του, το φως της! Η καθαίρεση όλων των ηχηρών και ακατασίγαστων μαρτυρίων μέσα στην όσο πιο έντονη μουσική.

Το βήμα του! Αποδημίες ακόμα πιο τεράστιες κι από τις αρχαίες εισβολές.

Ω, αυτό και εμείς! Η υπερηφάνεια ακόμα πιο οικεία κι από τα απολεσθέντα ελέη.

Ω, κόσμε! Και των νέων συμφορών το καθαρό και άμεικτο άσμα!

Μας γνώριζε όλους, και όλους μας μάς αγαπούσε. Γι’ αυτό λοιπόν –από κάβο σε κάβο, από του πόλου την αντάρα ίσαμε το κάστρο, από το πλήθος ίσαμε κάτω-κάτω στο γιαλό, στο περιγιάλι, από ματιά σ’ άλλη ματιά, μ’ εξαντλημένες δυνάμεις και με κατάκοπα συναισθήματα– να μην ξεχάσουμε τούτη δω τώρα τη χειμωνιάτικη νύχτα να το καλέσουμε και να το ξαναδούμε, και να το ξαναδιώξουμε, και κάτω απ’ τις παλίρροιες και πάνω από τις χιόνινες ερήμους, ν’ ακολουθήσουμε τα οράματά του, τις ανάσες του, το σώμα του, το φως της μέρας του.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 



ARTHUR RIMBAUD

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

«Η σημαία διασχίζει το ρυπαρό τοπίο, και η διάλεκτός μας καταπνίγει το τύμπανο.

»Στα κέντρα θα διαθρέψουμε την πλέον κυνική πορνεία. Θα κατασφάξουμε εξεγέρσεις λογικές.

»Στις πιπερωτές και μουσκεμένες χώρες! — στην υπηρεσία των τερατωδέστερων βιομηχανικών ή στρατιωτικών εκμεταλλεύσεων.

»Με το καλό ν’ ανταμώσουμε εδώ, σ’ όποιο μέρος νά ’ναι – αδιάφορο. Νεοσύλλεκτοι  καλής θελήσεως εμείς, θα διαθέτουμε τη ​​φιλοσοφία την ανήμερη. Αδαείς ως προς την επιστήμη, διεφθαρμένοι σχετικά με την άνεση· σε διάρρηξη σχέσεων με τον κόσμο που πάει μπροστά. Αυτή είναι η αληθινή πορεία. Οπότε εμπρός, μαρς!»

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 











Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ΚΙΝΗΣΗ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΚΙΝΗΣΗ

 

Η κίνηση του κορδονιού υπεράνω της γκρεμίλας του ποταμού,

Το χάσμα στo ποδόστημα,

Της ράμπας η ταχύτητα,

Του ρεύματος η τεράστια έξαρση

Οδηγούν μέσ’ από ανήκουστα φώτα

Και μέσ’ από τη χημική καινοτομία

Τους ταξιδιώτες που έχουν περικυκλωθεί απ’ τα μπουρίνια της κοιλάδας

Και του σφοδρότατου ρεύματος.

 

Είναι του κόσμου οι κατακτητές

Και ψάχνουν την προσωπική τους χημική τύχη•

Η άθληση και η άνεση ταξιδεύουν μαζί τους•

Μπάζουν τα φορτία της εκπαίδευσης

φυλών, τάξεων και κτηνών σ’ αυτό το σκάφος.

Ανάπαυση και ίλιγγος

Στο κατακλυσμιαίο φως,

Στα τρομερά νυχτέρια της μελέτης

Γιατί απ’ τη συζήτηση ανάμεσα στα σκεύη και στα εξαρτήματα, — στο αίμα, στ’ άνθη, στη φωτιά, στα κοσμήματα —

 

Απ’ τον κλυδωνισμό των υπολογισμών σ’ αυτό το φευγαλέο σκαρί,

Βλέπουμε να κυλάει δίκην αναχώματοε πέρ’ από τον κινούμενο υδραυλικό δρόμο

Τερατώδες και εσαεί αυτόφωτο, — το απόθεμά τους σε μελέτες•

Κι ενώ αυτοί είναι διωγμένοι στην αρμονική έκσταση

Και στον ηρωισμό της ανακάλυψης.

Ανάμεσα στα πιο εκπληκτικά ατμοσφαιρικά επισυμβάντα

Ένα νεαρό ζευγάρι απομονώνεται κάπου μες στην κιβωτό,

— Είναι αυτή η αρχαία αγριότητα που συγχωρείται;

Και τραγουδάει έχοντας ήδη πιάσει θέση.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΤΑΡΙΧΕΥΤΗΣ ΠΤΗΝΩΝ

 

Οι ιδέες έρχονται όλο πιο αραιά

σαν τα πουλιά που λιγοστέψαν

κι ούτε που μένουν, χάνονται

το ίδιο απρόσμενα όπως ήρθαν.

Μού ’ρχεται δύσκολο να καραδοκώ

με δίχτυα, ξόβεργες, απόχες

μες στη συμφόρηση των δρόμων

μήπως για μια στιγμή περάσουν.

 

 

ΤΟ ΤΡΙΑ ΚΑΡΟ

 

Εκείνη η αδιάκριτη ερώτηση «τί σκέφτεσαι;»

σαν έχεις ύφος κάπως σκεφτικό

δεν μ’ ενοχλεί όπως παλιότερα

αντίθετα μου δίνει ευχαρίστηση

με τις δυνατότητες που προσφέρει.

Μπορώ να επινοήσω διάφορες ιστορίες

πειστικά ειπωμένες σαν πραγματικές

μπορώ ύποπτη να παρουσιάσω την αλήθεια

έτσι που να φανεί σαν ψέμα

ή ακόμα μπορώ ν’ ανακαλύψω

πως δεν σκεφτόμουν απολύτως τίποτα.

Ελάχιστες ώρες στη ζωή μας

κυκλοφορούμε με διαφάνεια γυαλιού.

 

 

Η ΠΥΛΗ ΤΩΝ ΛΕΟΝΤΩΝ

 

Τα λιοντάρια είχαν χαθεί από χρόνια

ούτε ένα δεν βρισκόταν σ’ όλη την Ελλάδα

ή μάλλον ένα μοναχικό, κυνηγημένο

κάπου είχε κρυφτεί στην Πελοπόννησο

χωρίς ν’ απειλεί πια κανέναν

ώσπου το σκότωσε κι αυτό ο Ηρακλής.

Ωστόσο η θύμηση των λιονταριών

ποτέ δεν έπαψε να τρομάζει

τρόμαζε η εικόνα τους σε θυρεούς και ασπίδες

τρόμαζε τ’ ομοίωμά τους στα μηνμεία των μαχών

τρόμαζε η ανάγλυφη μορφή τους

στο πέτρινο υπέρθυρο της πύλης.

Τρομάζει πάντα το βαρύ μας παρελθόν

τρομάζει η αφήγηση όσων έχουν συμβεί

καθώς τη χαράζει η γραφή στο υπέρθυρο

της πύλης που καθημερινά διαβαίνουμε.

 

 

ΡΟΔΑ ΑΕΙΘΑΛΗ

 

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι’ αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμα τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.

ΑΦΙΕΡΩΣΗ


 

ARTHUR RIMBAUD

 

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

 

Στην αδελφή μου Λουίζ Βανάεν από το Βορινγκέμ: — Η γαλάζια καλύπτρα της να κοιτάει προς του Βορρά τις θάλασσες. — Για τους ναυαγισμένους.

Στην αδελφή μου Λεονί Ομπουά ντ’  Ασμπί. Μπάου — η χλόη η θερινή που βομβίζει και πυορροεί. — Για τον πυρετό των μανάδων και των παιδιών.

Στη Λουλού, —το δαιμόνιο— που έχει διατηρήσει μια κάποια προτίμηση για τα προσευχητάρια  της εποχής των Φίλων Κυριών και της σχετικώς ελλιπούς παιδείας της. Για τους άντρες! — Στην Κυρία ***.

Στον έφηβο που ήμουν εγώ κάποτε. Σ’  αυτόν τον άγιο γέροντα, ερημίτη ή ιεραπόστολο.

Στο πνεύμα των φτωχών. Και σ’ ένα μέρος του ανώτατου κλήρου.

Καθώς και σ’ οποιανδήποτε λατρεία στον οποιονδήποτε τόπο λατρείας και ανάμεσα στ’  ό,τι συμβεί και στ’ όπου κι αν συμβεί, όσο είμαστε υποχρεωμένοι να βρισκόμαστε εκεί, ακολουθώντας της στιγμής την παρόρμηση ή τ’ όποιο δικό μας σοβαρό ελάττωμα.

Απόψε στο Κιρκήτειο των απροσπέλαστων πάγων λιπαρή σαν ψάρι, και φωτισμένη σαν τους δέκα μήνες της κόκκινης νύχτας —(ίσκα η καρδιά της όλη και όλη της κεχριμπαρένια)— απλώς και μόνον για να προσευχηθώ βουβά,  σαν αυτές τις νύκτιες περιοχές, και για να προηγηθώ  σε ανδραγαθήματα βιαιότερα και αυτού ακόμα του πολικού χάος.

Έναντι παντός τιμήματος και μ΄ όλους τους αέρηδες αντάμα, ακόμα και σε ταξίδια μεταφυσικά. — Πλην όμως περί αυτών πλείνονα τότε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.