Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΟΥΡΔΩΝ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΟΥΡΔΩΝ

Με τρόπο ευγενικό και κάποια συστολή
υπέμνησε ο δημοσιογράφος στον κύριο καθηγητή
ότι οι Κούρδοι της Τουρκίας
δεν είναι δέκα εκατομμύρια,
όπως είχε εκείνος μόλις πει, αλλά
πάνω από είκοσι, πιθανόν δε κοντά στα εικοσιπέντε.
Ο επαΐων πνευματικός ταγός τότε
και μετά από μια ας πούμε ημιμπεκετική παύση
-που χρειάζεται πάντοτε
όποτε είναι να ληφθούν μεγάλες αποφάσεις-
έπλεξε επιμελώς τα δάχτυλα των χεριών του,
πήρε βαθιά-βαθιά ανάσα,
φόρεσε χαμόγελο απαστράπτουσας μακροθυμίας
και λέγοντας "Ξέρετε, αγαπητέ μου,
εγώ είμαι άνθρωπος μετριοπαθής
και προτιμώ να μένω σε ορατά και μετρήσιμα μεγέθη
και βεβαίως μόνο στην ουσία των πραγμάτων",
προέβη σε από τηλοψίας
γενοκτονία των δόλιων των Κούρδων.


Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή: "Πάει σύννεφο".

ΤΖΟΒΑΝΝΙ ΡΑΜΠΟΝΙ




GIOVANNI RABONI


NON QUESTA VOLTA, NON ANCORA

Non questa volta, non ancora.
Quando ci scivoliamo dalle braccia
è solo per cercare un altro abbraccio,
quello del sonno, della calma - e c'è
come fosse per sempre
da pensare al riposo della spalla,
da aver riguardo per i tuoi capelli.

Meglio che tu non sappia
con che preghiere m'addormento, quali
parole borbottando
nel quarto muto della gola
per non farmi squartare un'altra volta
dall'avido sonno indovino.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Η ΕΣΧΑΤΗ ΔΙΑΥΓΕΙΑ


OSVALDO BALLINA


Η ΕΣΧΑΤΗ ΔΙΑΥΓΕΙΑ 

σε περιμένει το χταπόδι του χρόνου, της όψης της αποδυναμωμένης
η διάλυση του ονόματος των πραγμάτων
ρίζες που δεν βρίσκουνε χώμα

και πριν από το αχόρταγο κτήνος
θ'  αντιπαρατεθείς στην έσχατη διαύγεια
στου μηδενισμένου χρόνου τη διάλυση 



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
Σχέδιο: Abel Robino.


Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΕΓΩ - ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΠΑΣΙΑΚΟΥ


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


ΕΓΩ
 
Έχω δύο καρδιές:
μία στο ένα χέρι μία στο άλλο χέρι.
Ως εκ τούτου αγαπώ πώς αλλιώς με τα χέρια.
Στο στήθος
(στη θέση της καρδιάς) έχω ένα γραμμόφωνο.

Ένας κοινός θνητός είμαι κι’ εγώ όπως όλοι
(Τί με κυττάς έτσι περίεργα;)
Αν βάλεις στο στήθος μου τ’ αφτί σου
θ’ ακούσεις μουσική:
Κατά πάσα πιθανότητα τσιγγάνικα βιολιά, που μ’ αρέσουν πολύ.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΖΑΜΠΑΤΤΙΣΤΑ ΒΙΚΟ










Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΙ ΤΗ "ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ" ΤΟΥ ΤΖΙΑΜΠΑΤΤΙΣΤΑ ΒΙΚΟ 


Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




PAUL VALÉRY


ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ακόμα και το νόημα του πολύ ωραίου στίχου αλλοιώνεται από τη μετάφραση σε πεζό λόγο. Και εδώ ακριβώς έγκειται η ιδιαιτερότητα του στίχου. Το νόημα δεν είναι πια το ίδιο και είναι σαν να μην έγινε αντιληπτό.
Ο στίχος πρέπει να έχει χαρακτήρα μαγικό ή να μην είναι στίχος. Είναι η καθαρή κατάσταση, που ανακαλείται επιλεκτικά, που καλλιεργείται χωρίς προσμίξεις λαθών, μιας ιδιότητας της γλώσσας, που άλλοτε ήταν αφιερωμένη σε δεισιδαιμονίες.


Από το βιβλίο: Πωλ Βαλερύ, «Στοχασμοί – επιλογή από το έργο του», μετάφραση Χαρά Μπανάκου-Καραγκούνη, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2007, σελ. 79.



Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝ ΑΠΡΑΞΙΑ




ΑΝΝΑ-ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΠΑΔΙΟΝΥΣΙΟΥ


ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝ ΑΠΡΑΞΙΑ

Οι ποιητές δεν είναι οι εργάτες του λόγου.
Και στ’ αλήθεια
δεν ήταν ποτέ.
Γιατί θά ’πρεπε;
Δεν το κατανοώ.
Σκηνοθετώντας αινίγματα, βεβηλώνουν το μόνο υπαρκτό.

Το ανεξήγητο. Με πλήρη επίγνωση κεχαριτωμένοι/α.
Και το πληρώνει η έρμη η λεξικολογική καταγραφή ανά τους αιώνας.
Συμπαθάτε με, μα εργάτης του ανεξήγητου δεν υπάρχει.Θα σ’ το εξηγούσε σαφέστερα κι ο πιο αργόστροφος φυσικός. Κι όποιος πίστεψε ότι για λίγο σκηνοθέτησε κάτι,
τα πράγματα είναι πιο απλά.
Στήνω το αίνιγμα για να με θελήσεις εσύ ναι.
Για να βεβηλώσουμε μαζί τον έρωτα, επίσης.
Υποδυομενοι κάτι που δεν θα γίνουμε ποτέ μα ήμασταν και ήδη ναι.
Αλλά σκηνοθετώ το αίνιγμα από καταβολής κόσμου, μονάχα η εποχή του μύθου
άλεσε το λόγο.
Εμείς μονάχα το παράλογο γεννάμε κι
ό,τι έχουν να πουν οι λοιποί ποιητές
έχει ήδη ειπωθεί στη σάρκα και στα πάθη της.
Στο δίπλα κενοτάφιο
στο χορτάρι που σήπεται πριν έρθει το άνθος.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

ΤΙΜΗΜΕΝΟ ΡΑΣΟ




ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΗΔΩΝΗΣ


[ΤΙΜΗΜΕΝΟ ΡΑΣΟ]


    Στον Μητροπολίτη Σιατίστης κ. Αντώνιον

Τιμημένο ράσο ανεμίζει στις βουνοκορφάδες της Σιάτιστας
και στα υπέρθυρα βυζαντινών ναών
και διαλαλεί στις υψιπέτειες  αυτού του κόσμου,
πραγμάτειες αγάπης κι αξόδευτης σοφίας.
Οσιακή μορφή, λαξευμένη και ριζωμένη στα έγκατα της γης,
ωσάν πανύψηλο κυπαρίσσι.
Αντώνιος, Επίσκοπος της αντοχής και της ανάστασης.
Μέσα από τους κλώνους της νοερής προσευχής
και της προσμονής του
γεννιούνται αγέρωχα, πάνσοφα, μαρμάρινα περιστέρια.
Σύμβολα κι αυτά ειρήνης.
Θεόρατες πολιτείες αγκαλιάζουν πλάνητες και πλανημένους.
Αλαλαγμοί σαν κύμβαλα αλλαλάζοντα
συντρίβουν ανυπότακτες Άνοιξες.
Μικροί σγουροί βασιλικοί, σκορπισμένοι
στους αυλόγυρους της καρδιάς του
αναμέλπουν δοξαστικούς ύμνους.
Κι οι μακεδονίτικες καμπάνες,
σοφέ κι ασκητικέ Επίσκοπε,
βάφουν γενέθλιους ουρανούς.
Κι απ΄ τους τρούλους μοναστηριών πετούν ελεύθερα
κυματιστές στρατιές χελιδονιών.
Εσέ προσμένουν, τον ανδρειωμένο Επίσκοπο.
Και μ' ένα καλωσόρισμα υποτάσσουν χαρμολύπες του κόσμου.
Κι εν μέσω Χερουβείμ και λιπόσαρκων Αγίων
σκορπά νάματα αθανασίας.
Απαύγασμα παντοτινής δόξας.


Κέρκυρα 28 Μαρτίου 2005

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΩΝΙΤΗ


Απεβίωσε σήμερα ο Δημήτρης Μαρωνίτης, σπουδαίος δάσκαλος και αγωνιστής της Δημοκρατίας.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

ΤΖΟΒΑΝΝΙ ΤΖΟΥΝΤΙΤΣΙ




GIOVANNI GIUDICI


UNA SERA COME TANTE

Una sera come tante, e nuovamente
noi qui, chissà per quanto ancora, al nostro
settimo piano, dopo i soliti urli
i bambini si sono addormentati,
e dorme anche il cucciolo i cui escrementi
un’altra volta nello studio abbiamo trovati.
Lo batti col giornale, i suoi guaiti commenti.

Una sera come tante, e i miei proponimenti
intatti, in apparenza, come anni
or sono, anzi più chiari, più concreti:
scrivere versi cristiani in cui si mostri
che mi distrusse ragazzo l’educazione dei preti;
due ore almeno ogni giorno per me;
basta con la bontà, qualche volta mentire.

Una sera come tante (quante ne resta a morire
di sere come questa?) e non tentato da nulla,
dico dal sonno, dalla voglia di bere,
o dall’angoscia futile che mi prendeva alle spalle,
né dalle mie impiegatizie frustrazioni:
mi ridomando, vorrei sapere,
se un giorno sarò meno stanco, se illusioni

siano le antiche speranze della salvezza;
o se nel mio corpo vile io soffra naturalmente
la sorte di ogni altro, non volgare
letteratura ma vita che si piega nel suo vertice,
senza né più virtù né giovinezza.
Potremmo avere domani una vita più semplice?
Ha un fine il nostro subire il presente?

Ma che si viva o si muoia è indifferente,
se private persone senza storia
siamo, lettori di giornali, spettatori
televisivi, utenti di servizi:
dovremmo essere in molti, sbagliare in molti,
in compagnia di molti sommare i nostri vizi,
non questa grigia innocenza che inermi ci tiene

qui, dove il male è facile e inarrivabile il bene.
È nostalgia di un futuro che mi estenua,
ma poi d’un sorriso si appaga o di un come-se-fosse!
Da quanti anni non vedo un fiume in piena?
Da quanto in questa viltà ci assicura
la nostra disciplina senza percosse?
Da quanto ha nome bontà la paura?

Una sera come tante, ed è la mia vecchia impostura
che dice: domani, domani… pur sapendo
che il nostro domani era già ieri da sempre.
La verità chiedeva assai più semplici tempre.
Ride il tranquillo despota che lo sa:
mi numera fra i suoi lungo la strada che scendo.
C’è più onore in tradire che in essere fedeli a metà.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

ΠΑΟΥΛ ΤΣΕΛΑΝ!




PAUL CELAN


DEM DAS GEHÖRTE QUILLT AUS DEM OHR

Dem das Gehörte quillt aus dem Ohr
und die Nächte durchströmt:
ihm
erzähl, was du abgelauscht hast
deinen Händen.

Deinen Wanderhänden.
Griffen sie nicht
nach dem Schnee, dem die Berge
entgegenwuchsen ?
Stiegen sie nicht
in das herzendurchpochte Schweigen des Abgrunds?
Deine Hände, die Wandrer.
Deine Wanderhände.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

ΑΝΝΑ


ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΙΩΡΑΣ


ΑΝΝΑ

Σε τρένο μισοσκότεινο, σ' ένα ψυχρό βαγόνι
ταξίδευα και κοίταγα το χρόνο να τελειώνει:
ο ωροδείκτης έλεγε πως δεν υπάρχει ελπίδα,
ο λεπτοδείκτης έφερε μαζί του ηλιαχτίδα.
Η ώρα όμως πλησίαζε, σε λίγο κατεβαίνω,
θα ήτανε πια μάταιο κι άλλο να περιμένω.
Να περιμένω τη στιγμή που κάποια θα γνωρίσω
να κάνω μία νέα αρχή, τα πάθη μου ν' αφήσω.
Να ταξιδεύουμε μαζί, με πλοία, αεροπλάνα.
Που να την έλεγαν Ζωή, που να τη λέγαν Άννα.
Ίσως να είμαι ξυπνητός, μπορεί και να κοιμάμαι,
μπορεί να ονειρεύομαι, το τέλος να φοβάμαι.
Όμως τη μοναξιά μου σπα μια θέση παγωμένη,
όταν εμπρός μου κάθισε μια «φεγγαροντυμένη».
Είχε μορφή αγγελική, σαν «Όνειρο στο Κύμα»,
σαν να 'χε βγει από καμβά ή από κάποιο ποίημα.
Τα μάτια τα 'χε καστανά και τα μαλλιά της μαύρα,
τα χείλη κατακόκκινα κι η δροσερή της αύρα
το χώρο αιχμαλώτιζε, τον έκανε δικό της.
Αχ να 'μουν κόσμημα χρυσό γύρω απ' το λαιμό της!
Θέλω να της μιλήσω, μα χάνω τα λογικά μου,
δεν δύναμαι να θυμηθώ ούτε το όνομα μου.
Πόσα θα είχα να της πω και πόσα να της δώσω,
μακάρι να 'μουν ικανός το χρόνο να παγώσω.
Όμως αυτός δεν βοηθά, εγώ φέρω ευθύνη.
Την κοίταξα διστακτικά, με κοίταξε κι εκείνη,
της μίλησα για τον καιρό, τη ρώτησα πού πάει.
Μου 'πε πως πήγαινε να βρει εκείνους π' αγαπάει.
Το όνομά της ζήτησα κι απάντηση δεν πήρα.
Ίσως να ήταν Καλυψώ, μπορεί και να 'ταν Ήρα.
Το τρένο τότε σταματά - μαζί και η καρδιά μου
κι εκείνη χάνεται, σκορπά, φεύγει από κοντά μου.
Τρέχω φρενίτης να τη βρω, μα πουθενά εκείνη
κι εγκαταλείπω το σταθμό με πόνο, με οδύνη.
Το ίδιο βράδυ, λίγο αργά, προτού ο ήλιος δύσει,
για μια κοπέλα άκουσα που είχε αυτοκτονήσει.
Που είχε μαύρα τα μαλλιά και άλικα τα χείλη
και στο λαιμό της πέρασε θηλειά ένα μαντήλι...
Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν ξαναπήρα τρένο,
όσο για το ρολόι μου, συνέχεια παγωμένο:
ο ωροδείκτης του μυαλού σημαίνει την καμπάνα,
μα ο λεπτοδείκτης της καρδιάς. Και τ' όνομά της;
Άννα.

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

ΕΡΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΕΡΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ]

Έριξε το παράθυρο
μες στο ποτήρι του
ήπιε το νερό
βλέπει μέσα του
ένα σκυλί στον κήπο
να κοιτάει την αγχόνη.



Από την ποιητική συλλογή "Ο εξαδάχτυλος" (1976).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, "Ποιήματα", τ. ΙΓ΄, Κέδρος, Αθήνα 1999, σελ. 19.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ΕΣΚΙΣΕ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΕΣΚΙΣΕ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ]

Έσκισε την εφημερίδα
πριν τη διαβάσει
έφτιαξε ένα πουλί
μιαν άρπα
ένα παιδί στην κλινική
τον τυφλό στον καπνοπδόχο.



Από την ποιητική συλλογή "Ο εξαδάχτυλος" (1976).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, "Ποιήματα", τ. ΙΓ΄, Κέδρος, Αθήνα 1999, σελ. 38.