Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΤΡΑΜ




ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ


ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΤΡΑΜ

Είναι κι αυτό κάτι
να ξέρεις ότι μέσα στις καθημερινές
μετακινήσεις, ρουτίνες, πλήξεις, μικροζημιές και μικροκέρδη,
υπάρχει κείνη η παρουσία κάπου
ανάμεσα στο πλήθος ενός τραμ.
Είναι κι αυτό κάτι
να ξέρεις ότι, όπως και να πηγαίνουν τα πράγματα,
θα βλέπεις κάθε πρωινό –εκείνη- να κάθεται
προσεκτικά στη θέση της και να διαβάζει
κάποιο βιβλίο ή να κοιτά απ’ το παράθυρο.
Είναι κι αυτό κάτι
να ξέρεις ότι τα πάντα είναι σχετικά
καθώς επιβιβάζεσαι στο βαγόνι
και με αγωνία αρειμάνιου καπνιστή,
ψάχνεις να την βρεις,
γνωρίζοντας ότι
αρκούν δύο και μόνο
γκρίζα μάτια
για να δώσουν
νόημα
στο καθημερινό σου
χάος.

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ




Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ


ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ

Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
             Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.


Από το βιβλίο: Τ. Κ. Παπατσώνης, «’Εκλογή Α’, Εκλογή Β΄», Ίκαρος, Αθήνα 1988, σελ. 93-94.

ΕΝΑ ΑΝΘΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ




ALFONSO GATTO


ΕΝΑ ΑΝΘΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ

Ένας άνδρας σαν κι αυτόν που του μοιάζει,
καταπονημένος και πρόθυμος να είναι κι άλλο μόνος
απ’ ό,τι ήτο με τας σκέψεις του,
με τα χέρια του να γυρεύουνε προσεχτικά να βρούνε θέσιν
στο κύπελλο, στο ποτήρι, στο σμικρόν τετράδιον
με τους στίχους, ν’ αστράπτει εις τα ομματοϋάλιά του
των όσων έζησεν η τρυφερότης ολονέν εντονοτέρα:
πάρε μες στο ψύχος του εντροπαλού ετούτου Οκτώβριου,
το άνθος που σου φέρω – πάρ’ το!
Μέσα εις το γλυκό εμπορικόν της πλήξεως
η καραμέλα η στοχαστικιά που όλο πιπιλάς θα λειώνει
με την πικρή του βλέμματος σου τη βραδυπορία –
θα βλέπεις, θα παρατηρείς, πλην ουδέποτε θα καταλήξεις
ν’ ανεύρεις, όπως έλεγες,
τί είναι η φύσει οκνηρά του έρωτος σοφία.



Μετάφραση: Γιώργοις Κεντρωτής.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΘΡΥΛΙΝΟΣ ΤΕΝΤΩΝΕΤΑΙ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


[ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΘΡΥΛΙΝΟΣ ΤΕΝΤΩΝΕΤΑΙ]

Ένας ήλιος θρύλινος τεντώνεται
στον σμαραγδόκοσμό σου·
στο εμβληματικό μου περιλάμπισμα
απ’ την ανιακή μαγεία σώσου!

Το παραμύθι μοιροκλώστηκε
τ’ οφθαλμικό φαρμάκι σου να πίνει
η ανάλγητη ψυχή μου, η ράθυμη,
το λέει ο Ήλιος ο παππούς με τη γιαγιά Σελήνη.

Το θρυλικό μαράσγιασμα
με τρώει από πανάρχαια χρόνια,
είμαι ο διαβάτης που περνώ τη θλίψη μας
στους ίσκιους της ζωής, αιώνια.



Από το βιβλίο: Απόστολος Μελαχρινός, "Τα ποιήματα", επιμέλεια Αγορή Γκρέκου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1994, σελ. 63.


Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΙ ΔΗΛΑΔΗ ΝΑ ΣΕ ΘΡΕΨΕΙ;




CARLOS BARBARITO


ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΙ ΔΗΛΑΔΗ ΝΑ ΣΕ ΘΡΕΨΕΙ; ΣΤΟ ΠΙΑΤΟ ΜΕΣΑ...

             Στον Γιώργο Κεντρωτή

Και αυτό μπορεί δηλαδή να σε θρέψει; Στο πιάτο μέσα
ό,τι από φούσκωμα ή από αηδία άλλοι
τ’ αφήσανε, στον δείπνο τον νυοστό χωρίς τραπεζομάντιλο·
το τραπέζι κουνάει: και αποφάγια μόνο,
σκόρπια, χωρίς ειρμό συνεκτικό.
Αυτός είναι ο μόνος κόσμος; – και θα πρέπει να περιμένει
το φως μόλις πριν απ’ την ύστατη ημέρα,
όταν και θά ’ναι πλέον αργά; Αυτός είναι ο μόνος κόσμος:
σφαίρα κενή λόγου πια και νοήματος,
απλή απόθεση τέφρας,
πέλαγος ολάνοιχτο στο ελεύθερο των καταιγίδων παιχνίδι;



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


*********************************


¿ Y APENAS ESTO TE NUTRE ? EN EL PLATO…

             A Yorgos Kentrotis

¿ Y apenas esto nutre ? En el plato,
lo que otros dejaron, por hartazgo
o asco, en la enésima cena sin manteles;
la mesa, a la deriva: apenas restos,
dispersos y carentes de aglutinante.
Es este el único mundo – ¿ deberá la luz
esperar para ser recién al último día,
cuando sea tarde ? ¿ Es este el único mundo:
orbe vaciado de propósito y significado,
mero depósito de cenizas,
golfo abierto al libre juego de las tempestades ? 


ΔΕΙΛΙΝΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΦΑΛΗΡΟ




Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ


ΔΕΙΛΙΝΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΦΑΛΗΡΟ

Φύγε, κακό ζώο, από κοντά μου,
που εγώ, μαζεύω αγριοβιολέτες.


Από το βιβλίο: Τ. Κ. Παπατσώνης, «’Εκλογή Α’, Εκλογή Β΄», Ίκαρος, Αθήνα 1988, σελ. 254.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΡΛΟΣ ΒΑΡΒΑΡΙΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ Σ' ΕΜΕΝΑ




CARLOS BARBARITO


¿ Y APENAS ESTO TE NUTRE ? EN EL PLATO…

        A Yorgos Kentrotis

¿ Y apenas esto nutre ? En el plato,
lo que otros dejaron, por hartazgo
o asco, en la enésima cena sin manteles;
la mesa, a la deriva: apenas restos,
dispersos y carentes de aglutinante.
Es este el único mundo – ¿ deberá la luz
esperar para ser recién al último día,
cuando sea tarde ? ¿ Es este el único mundo:
orbe vaciado de propósito y significado,
mero depósito de cenizas,
golfo abierto al libre juego de las tempestades ?

ΓΚΟΤΦΡΗΤ ΜΠΕΝ!




GOTTFRIED BENN


BLAUE STUNDE

I.

Ich trete in die dunkelblaue Stunde –
da ist der Flur, die Kette schließt sich zu
und nun im Raum ein Rot auf einem Munde
und eine Schale später Rosen – du!


Wir wissen beide, jene Worte,
die jeder oft zu anderen sprach und trug,
sind zwischen uns wie nichts und fehl am Orte:
dies ist das Ganze und der letzte Zug.


Das Schweigende ist so weit vorgeschritten
und füllt den Raum und denkt sich selber zu
die Stunde – nichts gehofft und nichts gelitten –
mit ihrer Schale später Rosen – du.



II.

Dein Haupt verfließt, ist weiß und will sich hüten,
indessen sammelt sich auf deinem Mund
die ganze Lust, der Purpur und die Blüten
aus deinem angeströmten Ahnengrund.


Du bist so weiß, man denkt, du wirst zerfallen
vor lauter Schnee, vor lauter Blütenlos,
todweiße Rosen Glied für Glied – Korallen
nur auf den Lippen, schwer und wundengroß.


Du bist so weich, du gibst von etwas Kunde,
von einem Glück aus Sinken und Gefahr
in einer blauen, dunkelblauen Stunde
und wenn sie ging, weiß keiner, ob sie war.



III.

Ich frage dich, du bist doch eines andern,
was trägst du mir die späten Rosen zu?
Du sagst, die Träume gehn, die Stunden wandern,
was ist das alles: er und ich und du?


«Was sich erhebt, das will auch wieder enden,
was sich erlebt – wer weiß denn das genau,
die Kette schließt, man schweigt in diesen Wänden
und dort die Weite, hoch und dunkelblau».