Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

Ένα πρωί με νησιά και με μαρμάρινα λιοντάρια,
ο τόπος τούτος που ματώνει και σε πονάει,
με τα κίτρινα αγκάθια ώς κάτω στο τελωνείο,
όταν το κριάρι κατηφορίζει το λόφο
με διεσταλμένα ρουθούνια, μ’ ένα λουλούδι στα δόντια,
κι οι πέτρες πίσω του κυλούν προς τη θάλασσα, εκεί
που κολυμπούν ολόγυμνοι οι ωραίοι λιποτάχτες
κοιτάζοντας πέρα, μπροστά τους, μες στ’ άσπρο νερό,
την κόκκινη γραμμή απ’ το χτυπημένο δελφίνι.



Από την ποιητική συλλογή: «Ο Τοίχος μέσα στον Καθρέφτη» (1967-1971).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα Ι΄», Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 290.

ΟΙ ΒΗΤΑΔΕΣ




Po.E.TA


ΟΙ ΒΗΤΑΔΕΣ

Ηγέτες βήτα διαλογής:
Πριν προφτάσεις να τους πεις
τι αιτείσαι, ο φτωχός,
από πίσω κι από μπρος
σ’ έχουν ήδη ξεπουλήσει,
πριν η πόρτα τους να κλείσει!

Κι αν κατάματα στο πουν,
κι αν περίλυποι κοιτούν,
κι αν ευθύς αποποιούνται
ευθυνών και προσποιούνται
και την νήσσαν σού ποιούν,
κι ύστερα πως συμφωνούν

να σ’ αλείψουνε με μέλι,
λένε, φίλε δεν τους μέλλει!
Μη χαλιέσαι και σκορπιέσαι!
Κι από κάτω κι αν χτυπιέσαι,
κι αν τους βρίζεις με πυγμή,
δεν τους καίγεται καρφί!

Πάρ’ το απόφαση λοιπόν
πως διόλου ορθώς ποιών
τους μιλάς ειλικρινώς
και προσμένεις πώς και πώς
με χαρά να συμφωνήσουν,
διότι ευθύς θα σε πουλήσουν!

Μην τα παίρνεις μετρητοίς
όσα λένε. Δεν μπορείς
σ’ αδιάφορους ανθρώπους
να εξηγείς πως έχεις τρόπους
και πως το επίπεδό σου
δεν ενδίδει στο θυμό σου!

Θύμα θά ’σαι μια ζωή:
Θα σ’ αρμέγουν το πρωί,
θα σου πίνουνε το γάλα,
κι ύστερα θα θέλουν κι άλλα.
Θα σε ζέψουν να οργώσεις!
Μ’ αν καλά δεν αποδώσεις,

θα σου πουν πως περισσεύεις
και θα τρέχεις να γυρεύεις
αφεντάδες που μπορούν
ένα μπράβο να σου πουν –
μα κορνίζα να το βάλεις
απ’ ανθρώπους που γουστάρεις

μόνο αξίζει, ενθυμήσου!
Κάλλιο, τότε, παραιτήσου
κι όλους γράφ’ τους στ’ απαυτά σου,
τρώγε-πίνε στην υγειά σου,
γίνε ένας σαν κι αυτούς.
Γιατί τούτους τους καιρούς

μόνο αν είσαι μετριότης
κι αν το παίζεις πατριώτης,
ως φελλός θα επιπλεύσεις
και εις τούτο θ’ αριστεύσεις:
Να μη μείνεις στην αφάνεια!
Κείνος που δεν ήταν διάνοια

στο σχολείο, δεν τον μέλλει
τι θα γίνει. Μόνο θέλει
να σηκώνει αναμπουμπούλα
και να κάνει τον μπαμπούλα!
Δε διστάζει να δουλεύει
το λαό του, ν’ αγορεύει

τάχα περί ηθικής,
και της δήθεν προκοπής
του συνόλου – και γι’ αξίες,
σαν εκείνους τους λοχίες
που μας λέγανε «μαζί»
και μας βγήκανε Ναζί!

Άνοιξη 2011

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η BARBARA: GARE DE LYON

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Ω ΝΥΧΤΑ, Ω ΕΣΥ ΓΛΥΚΙΑ, ΚΑΛΗ ΜΑΣ ΩΡΑ, ΑΝ ΚΑΙ ΑΜΑΥΡΗ




MICHELANGELO BUONARROTI (1475-1564)


Ω ΝΥΧΤΑ, Ω ΕΣΥ ΓΛΥΚΙΑ, ΚΑΛΗ ΜΑΣ ΩΡΑ, ΑΝ ΚΑΙ ΑΜΑΥΡΗ

Ω νύχτα, ω εσύ γλυκιά, καλή μας ώρα, αν και αμαυρή,
στο τέλος της ημέρας τα έργα εμψυχείς με ειρήνη!
Αυτός που σε ανυμνεί καλώς ποιεί που σε διακρίνει·
κι αυτός που σε τιμά έχει νου γενναίο και υγιή.

Τις κουρασμένες σκέψεις ακυρώνεις στη στιγμή
ξαπλώνοντάς τες σε ίσκιους τρίσβαθους μες στη γαλήνη·
με των ονείρων τα φτερά με κουβαλάς στη δίνη
επάνω των υψών που η διάνοιά μου επιποθεί.

Ω εσύ ίσκιε του θανάτου, μες στη νυχτιά ημερεύεις
τις δυστυχίες που οι άνθρωποι απιθώνουν στην καρδιά τους –
το φάρμακο είσαι το ύστατο, των μόχθων η ωραία λήξη.

Συ το άρρωστο σαρκίο μας… μονάχα εσύ γιατρεύεις·
τα δάκρυά μας μάς στεγνώνεις· αίρεις τους καμάτους·
κι απ’ όσους ζουν καλά αφαιρείς την πάσα οργή ή και πλήξη.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


********************


O NOTTE, O DOLCE TEMPO BENCHÉ NERO

O notte, o dolce tempo, benché nero,
con pace ogn’ opra sempr’ al fin assalta;
ben vede e ben intende chi t’esalta,
e chi t’onor’ ha l’intelletto intero.

Tu mozzi e tronchi ogni stanco pensiero;
ché l’umid’ ombra ogni quiet’ appalta,
e dall’infima parte alla più alta
in sogno spesso porti, ov’ire spero.

O ombra del morir, per cui si ferma
ogni miseria a l’alma, al cor nemica,
ultimo delli afflitti e buon rimedio;

tu rendi sana nostra carn’ inferma,
rasciughi i pianti e posi ogni fatica,
e furi a chi ben vive ogn’ira e tedio.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΕΣΙΛΙΑ ΜΙΛΟΝΕ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η CECILIA MILONE: EL CHOCLO

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ




ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

Στο κοίλωμα του χρόνου μια σπονδή
Και πέρασε η ώρα που περνάει
Κι όμως το βράδυ και το γέλιο σου κι αυτή η φωνή
Που πάει τόσο βαθειά μας και μαδάει
Δεν πέρασε στην ώρα που περνάει.

Και ο πόθος μας, χωρίς κανένας δισταγμός
Καθόλου να παρεμποδίζη
Έστω και τόσο δα την ηδονή
Που σφύζει μέσα μας ξανά και πλημμυρίζει
Σαν στρόβιλος του βαλς που πάλι ανθεί
Και σε σαλόνι πλήρες κόσμου φτερουγίζει
Θα την γεννήση πάλι την φωνή
Που πάει τόσο βαθειά μας και μαδάει

Κ’ έτσι σαν πράγματα που λαχταρούν πολύ
Και τούτες οι σταγόνες πια να πέσουν
Κ’ αίφνης πηδούν και πέφτουνε βροχή –
Στο κοίλωμα του χρόνου μια σπονδή
Πέφτουν και πέσανε κι ωστόσο θα μας μείνουν.

Και τίποτε δεν μας αφήνει πια
Χωρίς αυτές την νέα στιγμή που ζούμε να την ζούμε.



Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, «1934, Προϊστορία ή Καταγωγή», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2014, σελ. 117.