Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ ΤΑ ΑΡΩΜΑΤΑ




BENJAMIN PÉRET


ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ ΤΑ ΑΡΩΜΑΤΑ

Αν υπάρχει μια ηδονή
είναι να κάνεις έρωτα
το κορμί τυλιγμένο με σπάγκους
τα μάτια κλειστά από λάμες ξυραφιών
Εκείνη προχωράει σαν λαμπτήρας
Το βλέμμα του αυτού την προσπερνά και
  προετοιμάζει το πεδίο
Οι μύγες εκπνέουν σαν ωραία εσπέρα
Μια τράπεζα βαράει φαλιμέντο
προκαλώντας πόλεμο με νύχια και με δόντια
Τα χέρια της αναποδογυρίζουν την ομελέτα
  τ’ ουρανού
την απέλπιδα κεραυνοβολώντας πτήση των
  γκιώνηδων
και κατεβάζουνε κάποιον θεό απ’ το βάθρο που
  κούρνιαζε
προχωράει η πολυαγαπημένη με στήθη λεμόνια
Τα πόδια της πλανώνται στις στέγες
Τί τρελό όχημα αυτοκίνητο
σκαρφαλώνει στο βάθος του στήθους της
Στρίβει ξεμπουκάρει και βουτά
σαν θαλάσσιο τέρας μέγα μέγιστο τεράστιο
Είναι η στιγμή που έχουν διαλέξει τα φυτά
να βγουν απ’ την τροχιά του ήλιου
Ανεβαίνουν σαν επευφημία
Τα νιώθεις τα νιώθεις
τώρα που η δροσούλα
ποτίζει τα κόκαλα και τα μαλλιά σου
Και ούτε καν αισθάνεσαι ότι το μαγικό τούτο φυτό
δίνει στα μάτια σου βλέμμα χεριού
που αιμορραγεί που αγαλλιάται
Ξέρω ότι ο ήλιος το μακρινό εκείνο σκουπίδι
εκρήγνυται σαν ώριμος καρπός
όποτε κυλάνε τα νεφρά σου εφαπτόμενα
στην καταιγίδα που τόσο μα τόσο πολύ ποθείς
Μα τί τις νοιάζει τις συγκεχυμένες απαρχές μας
η υπόγεια ολίσθηση των εντελώς ακαταλήπτων
  μας υπάρξεων
ότ’ είναι μεσημέρι



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ!





DYLAN THOMAS


WHY EAST WIND CHILLS

Why east wind chills and south wind cools
Shall not be known till windwell dries
And west's no longer drowned
In winds that bring the fruit and rind
Of many a hundred falls;
Why silk is soft and the stone wounds
The child shall question all his days,
Why night-time rain and the breast's blood
Both quench his thirst he'll have a black reply.

When cometh Jack Frost? the children ask.
Shall they clasp a comet in their fists?
Not till, from high and low, their dust
Sprinkles in children's eyes a long-last sleep
And dusk is crowded with the children's ghosts,
Shall a white answer echo from the rooftops.

All things are known: the stars' advice
Calls some content to travel with the winds,
Though what the stars ask as they round
Time upon time the towers of the skies
Is heard but little till the stars go out.
I hear content, and 'Be Content'
Ring like a handbell through the corridors,
And 'Know no answer,' and I know
No answer to the children's cry
Of echo's answer and the man of frost
And ghostly comets over the raised fists. 


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΑΟΥΛ ΙΡΙΑΡΤΕ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο RAÚL IRIARTE: FRUTA AMARGA


Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

ΜΑΡΙΟ ΛΟΥΤΣΙ!




MARIO LUZI


TOCCÓ A LEI

Toccò a lei, ultima ventata
sradicarmi da dov’ero
lì a dimora.
Il tempo successivo,
arò il mio corpo dalla mia memoria,
ne sperse ogni sentore,
sarchiò quel territorio
e fu materia
nella materia
il mio sfatto sudario,
si dissolse il grumo
casuale o necessario –
non so ancora –
che era stato
il mio nido,
il mio calvario,
se non che celeste e tenebroso
era nel suo deliquio
l’esistente provvisorio.
Oh vita, ascoltai quella loquela
provenire da te,
dal tuo profondo grembo.


Ο ΤΡΕΛΛΟΣ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Ο ΤΡΕΛΛΟΣ

Το κάρο σταματημένο αντίκρυ στη θάλασσα 
φορτωμένο έξι βαρέλια σιδερένια, κόκκινα
κ’ ένα άλλο καταπληκτικό πράσινο. Τ’ άλογο
έβοσκε στο λιβάδι. Ο καροτσέρης
έπινε στην ταβέρνα. Ο τρελλός του νησιού
στάθηκε στο μουράγιο και φώναξε:
«Μ’ αυτό το πράσινο θα σας νικήσω».
Κ’ έδειξε το έβδομο βαρέλι, δίχως καν να ξέρει
τί περιείχε, και σε ποιόν ανήκε.



Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Μαρτυρίες, σειρά πρώτη», 7η έκδοση, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1977, σελ. 76.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

ΕΓΡΑΦΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1973 Ο ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ



ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ


Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Πώς του σπαθιού σου στόμωσεν η κόψη
και πώς μετράς τη γης με ανύπαρχτη όψη;
Κλεισμένη στων Ελλήνων τα ιερά
τα κόκαλά μας, σκούζε, Λευτεριά.

Αιώνες σε κρατάνε φυλακή
οι αφεντάδες σου ξένοι και δικοί.
Και σ’ αμολάνε λίγο, αν είναι χρεία
να πνίξεις αλλωνών ελευθερία!


28.11.1973

ΑΝΤΟΝΕΝ ΑΡΤΩ!




ANTONIN ARTAUD


LA RUE

La rue sexuelle s’anime
le long de faces mal venues,
les cafés pépiant de crimes
déracinent les avenues.

Des mains de sexe brûlent les poches
et les ventres bouent par-dessous;
toutes les pensées s’entrechoquent,
et les têtes moins que les trous.