Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΗΣ: ΑΛΗΤΗ Μ' ΕΙΠΕΣ ΜΙΑ ΒΡΑΔΥΑ

ΧΟΡΧΕ ΓΚΙΓΙΕΝ!




JORGE GUILLÉN


MIS MANOS Y MIS LABIOS Y MIS OJOS…

Mis manos y mis labios y mis ojos
rehacen
con creciente embeleso
próximo al éxtasis,
activo sin embargo,
un incesante viaje
de reconocimiento que a la vez descubre
tanta comarca donde nunca es tarde:
Aurora permanente
sobre cimas y valles.

Entre las combas y las sombras
de tu hermosura no me pierdo,
y tu nombre claro proyecta
luz muy personal sobre tu cuerpo,
que está en mi amor y fuera de
su mágico radio secreto.
Y a esa tu vida, más allá,
bajo sol y luna me entrego,
toda tú estás conmigo,
nuestro doble futuro yo lo quiero.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΖΥΛΙΕΤ ΓΚΡΕΚΟ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η JULIETTE GRÉCO : LA BOHÉME

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ




ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (1924-2008)


ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο
σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.
Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές
τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.
Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν
τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.

Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.
Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.
Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.
Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.

Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.
Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.
Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ
τι απογίναν οι μαστόροι.



Από το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001, σελ. 97.

ΝΙΚΟΛΑΗ ΑΣΕΕΦ!






Николай Асеев

[Когда земное склонит лень]

Когда земное склонит лень,
выходит с тенью тени лань,
с ветвей скользит, белея, лунь,
волну сердито взроет линь,

И чей-то стан колеблет стон,
то, может, пан, а может, пень...
Из тины тень, из сини сон,
пока на Дон не ляжет день.

А коса твоя — осени сень,
ты звездам приходишься родственницей.

Ο ΔΡΟΜΟΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΤΡΥΠΕΣ: Ο ΔΡΟΜΟΣ

ΡΟΥΒΕΝ ΔΑΡΙΟ!







RUBÉN DARÍO (1867-1916)


HAY UN VERDE LAUREL EN SUS RAMAS

Hay un verde laurel. En sus ramas
un enjambre de pájaros duerme
        en mudo reposo,
sin que el beso del sol los despierte.
Hay un verde laurel. En sus ramas
que el terral melancólico mueve,
        se advierte una lira,
sin que nadie esa lira descuelgue.
¡Quién pudiera, al influjo sagrado
        de un soplo celeste,
despertar en el árbol florido
las rimas que duermen!
¡Y flotando en la luz el espíritu,
mientras arde en la sangre la fiebre,
como «un himno gigante y extraño»
arrancar a la lira de Bécquer!

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

ΞΑΝΘΟΣ ΟΜΟΡΦΟΣ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ




ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ


ΞΑΝΘΟΣ ΟΜΟΡΦΟΣ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
  
Στις έξη και τριάντα στη Ρώμη
να μπαίνεις σαν έμπορας ή καμηλιέρης
μεταμορφωμένος σε συνοδό χρυσού
  και άσημο επισκέπτη –
κι όμως στον κόρφο σου να φέρνεις μυστικά
  γράμματα
του Δεκριανού –
κι αμέσως να διαδίδεται στις αγορές
μέσα στα ανάκτορα
      ότι κατέφθασε ένα πρόσωπο
               ν’ ανατινάξει την πόλη.
Ύστερα ν’ ανεβαίνεις τα αξιώματα
στους διαδρόμους να σε σταματούν έντρομα
  πρόσωπα
ο γραμματέας του αυτοκράτορος έμπιστα να ρωτά
να τερματίζεται η δεξίωσις
η φήμη να μεταφέρει το μπόι σου
να μεταφέρει τ’ άλογό σου –
ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου
έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος
τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία
περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά οπλοστάσια –
συγκάλεσε εκτάκτως Σύνοδο
κλείστε καλά τις εξώπορτες
ν’ ασφαλιστείτε.

Κι εσύ ήσυχα πάνω σε ξύλινα τραπέζια και
  καπηλιά
να προετοιμάζεις την ένδοξη παρουσία –
όμως – να εκφυλίζεσαι μετά σε αγοραίο ρήτορα
να κεραυνώνεις τα πλήθη με λόγους
να ξεχνάς τον προορισμό σου
να ξεχνάς τ’ άλογό σου
να προσπαθείς να φτάσεις με υπομνήματα
  τον αυτοκράτορα
να ζητάς πίστωση χρόνου
οι γραμματείς να σου απορρίπτουν
  την αίτηση –
Πώς γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;

Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
κι εσύ αφομοιώθηκες;



Από το βιβλίο: Μιχάλης Κατσαρός, «Κατά Σαδδουκαίων», Ε΄ έκδοση (Α΄ έκδοση 1953), Θεμέλιο, Αθήνα 1982, σελ. 21-22.

ΛΟΥΙΣ ΘΕΡΝΟΥΔΑ!






LUIS CERNUDA (1902-1963)


UNOS CUERPOS SON COMO FLORES

Unos cuerpos son como flores,
otros como puñales,
otros como cintas de agua;
pero todos, temprano o tarde,
serán quemaduras que en otro cuerpo se agranden,
convirtiendo por virtud del fuego a una piedra en un hombre.

Pero el hombre se agita en todas direcciones,
sueña con libertades, compite con el viento,
hasta que un día la quemadura se borra,
volviendo a ser piedra en el camino de nadie.

Yo, que no soy piedra, sino camino
que cruzan al pasar los pies desnudos,
muero de amor por todos ellos;
les doy mi cuerpo para que lo pisen,
aunque les lleve a una ambición o a una nube,
sin que ninguno comprenda
que ambiciones o nubes
no valen un amor que se entrega.

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

ΓΕΡΑΡΔΟ ΔΙΕΓΟ!




GERARDO DIEGO (1896-1987)


SUCESIVA

Déjame acariciarte lentamente,
déjame lentamente comprobarte,
ver que eres de verdad, un continuarte
de ti misma a ti misma extensamente.
Onda tras onda irradian de tu frente
y mansamente, apenas sin rizarte,
rompen sus diez espumas al besarte
de tus pies en la playa adolescente.
Así te quiero, fluida y sucesiva,
manantial tú de ti, agua furtiva,
música para el tacto perezosa.
Así te quiero, en límites pequeños,
aquí y allá, fragmentos, lirio, rosa,
y tu unidad después, luz de mis sueños.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

ΒΛΑΣ ΔΕ ΟΤΕΡΟ!





BLAS DE OTERO (1916-1979)


CIEGAMENTE

Porque quiero tu cuerpo ciegamente.
porque deseo tu belleza plena.
Porque busco ese horror, esa cadena
mortal, que arrastra inconsolablemente.

Inconsolablemente. diente a diente,
vos bebiendo tu amor, tu noche llena.
Diente a diente, Señor, y vena a vena
vas sorbiendo mi muerte. Lentamente.

Porque quiero tu cuerpo y lo persigo
a través de la sangre y de la nada.
porque busco tu noche toda entera.

Porque quiero morir, morir contigo
esta horrible tristeza enamorada
que abrazarás, oh, Dios, cuando yo muera.

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΜΠΑΖΙΝΑ


Το έμαθα από το βράδυ της Πέμπτης το άσχημο νέο: ο Ηλίας Μπαζίνας εξεμέτρησε το ζην. Εκεί όπου βρισκόμουν δεν είχα πρόσβαση στο διαδίκτυο. Ανέβηκα στην Αθήνα για την κηδεία του, σήμερα το μεσημέρι στις 15.00' στο Α΄ Νεκροταφείο.
Περισσότερα δεν χρειάζονται. Ό,τι και αν πεις για τον Ηλία είναι λίγο. Γι' αυτό αφήνω για άλλη στιγμή να γράψω λίγα λόγια για τον φίλο μου. Σήμερα δεν θα πω τίποτε άλλο, παρά μόνο ότι δεν είναι πια ανάμεσά μας ένας σπουδαίος άνθρωπος, ένας homo universalis.














ΡΟΒΕΡΤΟ ΧΟΥΑΡΡΟΣ!





ROBERTO JUARROZ (1925-1995)



SI HAS PERDIDO TU NOMBRE

Si has perdido tu nombre,
recobraremos la puntada de las calles
más solas
para llamarte sin nombrarte.

Si has perdido tu casa,
despistaremos a los guardianes de la
cárcel
hasta dejarlos con su sombra y sin sus
muros.

Si has perdido el amor,
publicaremos un gran bando de palomas
desnudas
para atrasar la vida y darte tiempo.

Si has perdido tus límites,
recorreremos el cruento laberinto
hasta alzar otra forma desde el fondo.

Si has perdido tus ecos o tu origen,
los buscaremos, pero hacia adelante,
en el templo final de los orígenes.

Solamente si has perdido tu pérdida,
cortaremos el hilo
para empezar de nuevo.

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

ΑΡΑΓΚΟΝ!




LOUIS ARAGON


PARIS

Où fait-il bon même au coeur de l’orage
Où fait-il clair même au coeur de la nuit
L’air est alcool et le malheur courage
Carreaux cassés l’espoir encore y luit
Et les chansons montent des murs détruits

Jamais éteint renaissant de la braise
Perpétuel brûlot de la patrie
Du Point-du-Jour jusqu’au Père-Lachaise
Ce doux rosier au mois d’août refleuri
Gens de partout c’est le sang de Paris

Rien n’a l’éclat de Paris dans la poudre
Rien n’est si pur que son front d’insurgé
Rien n’est ni fort ni le feu ni la foudre
Que mon Paris défiant les dangers
Rien n’est si beau que ce Paris que j’ai

Rien ne m’a fait jamais battre le coeur
Rien ne m’a fait ainsi rire et pleurer
Comme ce cri de mon peuple vainqueur
Rien n’est si grand qu’un linceul déchiré
Paris Paris soi-même libéré


1944






Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

ΣΟΡΟΚΟ-ΛΕΒΑΝΤΕ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ


ΣΟΡΟΚΟ-ΛΕΒΑΝΤΕ

Δεν ήτανε ζήτημα του λιμανιού
Της αποβάθρας ή της σκάλας και των γερανών
Ήτανε ζήτημα προσωπικό της θάλασσας
Όταν τα σύννεφα χειμώνα καιρό κατεβαίνουν

Δένονται στα ξάρτια μελανιασμένα.
Όταν το δέρμα του λιμανιού ριγεί
Ακούγοντάς την από μακριά, πίσω από τον κάβο
Να σπαράζει και να ερωτεύεται.
Όταν οι μπόρες με πληγωμένο πρόσωπο
Από τις αστραπές έρχονται να φιλήσουν
Το μέτωπο του Υμηττού.

Κι’ ήτανε ζήτημα προσωπικό δικό μου
Η νύχτα.



Από το βιβλίο: Γιώργος Λίκος, «Ποίηση 1944-1990», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1992, σελ. 55.



ΛΟΡΚΑ!




FEDERICO GARCÍA LORCA (1898-1936)


NOCHE DE AMOR INSOMNE

Noche arriba los dos con luna llena,
yo me puse a llorar y tú reías.
Tu desdén era un dios, las quejas mías
momentos y palomas en cadena.

Noche abajo los dos. Cristal de pena,
llorabas tú por hondas lejanías.
Mi dolor era un grupo de agonías
sobre tu débil corazón de arena.

La aurora nos unió sobre la cama,
las bocas puestas sobre el chorro helado
de una sangre sin fin que se derrama.

Y el sol entró por el balcón cerrado
y el coral de la vida abrió su rama
sobre mi corazón amortajado.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

ΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΚΟΦΤΑ ΜΕΤΡΗΜΕΝΑ





ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ


[ΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΚΟΦΤΑ ΜΕΤΡΗΜΕΝΑ]

Λόγια περίεργα κοφτά μετρημένα
αντηχούν στο δωμάτιο σαν μικρή σπουδή
πιάνου
σ’ επαρχιακό απόγευμα
ο νους μου πάει έτσι τυχαία
στην Ξάνθη ή στην Κομοτηνή
πόλεις που ούτε καν τις ξέρω
μα που μπορώ να φανταστώ τη θλίψη τους

κι αναρωτιέμαι πάλι
τί γράφουν πίσω τα πακέτα τα τσιγάρα
να μπορούσα να μάζευα αυτή την αλληλογραφία
που ποτέ δε φτάνει πουθενά δε διαβάζεται από άλλους
λογαριασμοί της ημέρας έξοδα ναύλα
αριθμοί τηλεφώνων πρόχειροι
δύσκολα ονόματα από συστάσεις
όλο το πικρό νταραβέρι λακωνικό κυνικό
με πόση διάθεση θα το αποκρυπτογραφούσα
θα το ταξινομούσα
να μην πω θα το αποστήθιζα

αργός βηματισμός κάτω απ’ τα κάδρα στο λίγο φως
φωνές ανεπαίσθητες
η κίνηση του δρόμου μόλις που φτάνει ώς εδώ
φευγαλέες φυσιογνωμίες περνούν και χάνονται
και οι σκέψεις όπως όπως
με το βλέμμα στο μωσαϊκό

τώρα θέλω ένα τέλος γυρεύω ένα τέλος
με λέξεις ίσως
ίσως όχι



Από το βιβλίο: Γιάννης Ευσταθιάδης, «Ποιήματα 1975-1998», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2004, σελ. 25.

ΓΑΒΡΙΕΛΑ ΜΙΣΤΡΑΛ!




GABRIELA MISTRAL (1889-1957)


LA LLUVIA LENTA

Esta agua medrosa y triste,
como un niño que padece,
antes de tocar la tierra
        desfallece.

Quieto el árbol, quieto el viento,
¡y en el silencio estupendo,
este fino llanto amargo
        cayendo!

El cielo es como un inmenso
corazón que se abre, amargo.
No llueve: es un sangrar lento
        y largo.

Dentro del hogar, los hombres
no sienten esta amargura,
este envío de agua triste
        de la altura.

Este largo y fatigante
descender de aguas vencidas,
hacia la Tierra yacente
        y transida.

Llueve... y como un chacal trágico
la noche acecha en la sierra.
¿Qué va a surgir, en la sombra,
        de la Tierra?

¿Dormiréis, mientras afuera 
cae, sufriendo, esta agua inerte,
esta agua letal, hermana
        de la Muerte?

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ – ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ




ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ


ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ – ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ

Σε θάλασσα καλοκαιριού που ανάσκελα
Λυμένα πια τα μέλη και ανασαίνοντας
Aλμύρα ήλιου, ολόκληρος
Στο δαχτυλάκι το μικρό της άνωσης
Λιώνει το βάρος του μυαλού
Με απέραντο πορτοκαλί σκοτάδι που όρμησε
Ώς τις κλειδώσεις
Τί εύκολα
Καθώς αδειάζει κάθε ιδέα
Κι ανάστροφα
Ρουφάει την αόρατη ευφροσύνη
  του –να– μην
Ώσπου ολοκάθαρα:

«Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»

αστράφτοντας

καρφώθηκε στη σκέψη μου
η σκέψη.



Από το βιβλίο: Αντώνης Φωστιέρης, «Ποίηση, 1970-2005», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σελ. 296.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΤΤ ΕΛΛΙΟΤΤ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο MATT ELLIOTT


GONE

Face full of sun
& We run 'til we lose our way
Bad thoughts are gone
War is won
& All's in its place
The day's all ours
Until we trip on a Grave
Birds stop their song
As you turn to me & say
We will be gone...

ΛΕΟΠΟΛΔΟ ΜΑΡΕΤΣΑΛ!






LEOPOLDO MARECHAL (1900-1970)

  
LA ANTIGUA CANCIÓN

Yo cantara tus ojos en estrofas sutil
porque el arte me ha dado su lira de marfil;
pero al mirar tus ojos de un azul tan profundo,
solo se la canción mas antigua del mundo...

Yo podría decir el frescor de tu boca
forjando con mis rimas una hipérbole loca;
pero cuando en la fiebre de tus labios me hundo
solo se la canción mas antigua del mundo...

Es la eterna canción del eterno embeleso
y acompaña sus giros musicales el beso.
Los pájaros la dicen y la flor no la olvida,
porque es simple y es vieja lo mismo que la vida.

Mas ¡ay! entre tus labios, que sentido profundo
Si cantas la canción mas antigua del mundo!...



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Magdalena Frackowiak.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΑΡΛΟΣ ΜΑΓΙΕΛ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο CARLOS MAYEL: AL MATE


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΒΟΛΦ ΜΠΗΡΜΑΝ




Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο WOLF BIERMANN: ARMER TEUFEL

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΟΠΙΟ




ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΙΕΡΟΠΑΙΣ (1920-1945)


ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΟΠΙΟ

Εδώ οι χακί στολές κι αντίκρα οι πράσινες,
στο δάσος κάποιο ελάτι πού καιγόταν...
Θολό το φεγγαρίσιο φως... και υπόκωφο
το σκάψιμο απ’ το λάκκο π’ ανοιγόταν.

Κι έπειτα σκιές, προσεχτικές, που γλίστραγαν
στο χιόνι, μαυρισμένο τόπους-τόπους
κι έπειτα σκιές προσεχτικές κουβάλαγαν
τάχα σακιά γιομάτα, τάχα ανθρώπους.

Βαθιά σιωπή στα παγωμένα ακρόδασα
τις νυχτιάτικες ώρες κυβερνούσε
και πότε-πότε μια φωνή απ’ τα ακρόδασα
σαν ένας βόγκος μακρινός ξυπνούσε.

Κι αυτοί με τα σπασμένα πόδια σέρνονταν,
με τα σπασμένα χέρια, περπατούσαν
κι οι λαβωμένοι στην κοιλιά. Νερό! Νερό!
Ρούφαγαν μια γουλιά και ξεψυχούσαν.

Εδώ οι χακί στολές κι αντίκρα οι πράσινες
κι ανάμεσα η παιδιάτικη γαλήνη
των σιωπηλών μαρτύρων π’ αναπάυονταν
στην άκαρπη κι αιώνια αδελφοσύνη.



Από το βιβλίο: «Λευτέρης Ιερόπαις – Μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μαρκόπουλο», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 40-41.


ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ!





OCTAVIO PAZ


MAR DE DÍA

Por un cabello solo
parte sus blancas venas,
su dulce pecho bronco,
y muestra labios verdes,
frenéticos, nupciales,
la espuma deslumbrada.
Por un cabello solo.

Por esa luz en vuelo
que parte en dos al día,
el viento suspendido;
el mar, dos mares fijos,
gemelos enemigos;
el universo roto
mostrando sus entrañas,
las sonámbulas formas
que nadan hondas, ciegas,
por las espesas olas
del agua y de la tierra:
las algas submarinas
de lentas cabelleras,
el pulpo vegetal,
raíces, tactos ciegos,
carbones inocentes,
candores enterrados
en la primer ceguera.

Por esa sola hebra,
entre mis dedos llama,
vibrante, esbelta espada
que nace de mis yemas
y ya se pierde, sola,
relámpago en desvelo,
entre la luz y yo.

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

ΕΜΕΙΣ, ΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ




ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΕΜΕΙΣ, ΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

      Στον  Σπύρο  Αραβανή 
                                     
Για  τους  περισσότερους 
από  εσάς  η  θάλασσα  είναι
μία  ιερόδουλη (πουτάνα)
που  σας  πήρε  μία  βίζιτα
έστω  και  ομοφυλοφιλική.
Για  κάποιους  από  εμάς  
η  γυναίκα  μας  είναι!
Είναι  η  κυρά  μας  
και  ας  είναι  πόρνη, εταίρα.
Στον  κόσμο  αυτό 
τον  φαλλοκρατικό
είναι  το  μόνο  θηλυκό 
που  με  το  έτσι  θέλω
έχει  πολλούς  άνδρες.
Συζύγους, αγαπητικούς, νταβατζήδες, μαστροπούς.  
Που  ναι!!! την  αγαπάμε, την  μυζούμε, την  εκδίδουμε. 
Που  ίσως!!!  μας  δίνει  το  κορμί της, την  ψυχή  της.
Που  όμως!!!  μας  πνίγει, την  ώρα  που  εσείς  αγναντεύετε.



      Αθήνα,  17/6/2009

ΣΤΕΦΑΝ ΜΑΛΛΑΡΜΕ!







STÉPHANE MALLARMÉ


SALUT

Rien, cette écume, vierge vers
À ne désigner que la coupe;
Telle loin se noie une troupe
De sirènes mainte à l’envers.

Nous naviguons, ô mes divers
Amis, moi déjà sur la poupe
Vous l’avant fastueux qui coupe
Le flot de foudres et d’hivers;

Une ivresse belle m’engage
Sans craindre même son tangage
De porter debout ce salut

Solitude, récif, étoile
À n’importe ce qui valut
Le blanc souci de notre toile.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Gessica Gusi.