Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

ΠΡΕΒΕΖΑ




ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ


ΠΟΛΕΟΓΡΑΦΙΚΟΝ 1

Αυτή η πόλη
ξέρει καλά
τις βεντούζες τ' ουρανού
Ρουφά το αίμα και το φτύνει
Λεπίδες χαλκού
Χαρακιές από χώμα
Ο γλάρος βουτά και φεύγει
Η νυχτερίδα χτυπά ξανά
πάνω στο φως

Αυτή η πόλη
ανάβει πάντα τους φανούς
προτού προλάβω

ΡΟΒΕΡΤΟ ΧΟΥΑΡΡΟΣ!



ROBERTO JUARROZ


UNA RED DE MIRADA

Una red de mirada
mantiene unido al mundo,
no lo deja caerse.
Y aunque yo no sepa qué pasa con los ciegos,
mis ojos van a apoyarse en una espalda
que puede ser de dios.
Sin embargo,
ellos buscan otra red, otro hilo,
que anda cerrando ojos con un traje prestado
y descuelga una lluvia ya sin suelo ni cielo.
Mis ojos buscan eso
que nos hace sacarnos los zapatos
para ver si hay algo más sosteniéndonos debajo
o inventar un pájaro
para averiguar si existe el aire
o crear un mundo
para saber si hay dios
o ponernos el sombrero
para comprobar que existimos.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΦΡΑΝΣΙΣ ΠΟΝΖ!




FRANCIS PONGE


LA VALISE

Ma valise m'accompagne au massif de la Vanoise, et déjà ses nickels brillent et son cuir épais embaume. Je l'empaume, je lui flatte le dos, l'encolure et le plat. Car ce coffre comme un livre plein d'un trésor de plis blancs : ma vêture singulière, ma lecture familière et mon plus simple attirail, oui, ce coffre comme un livre est aussi comme un cheval, fidèle contre mes jambes, que je selle, je harnache, pose sur un petit banc, selle et bride, bride et sangle ou dessangle dans la chambre de l'hôtel proverbial.
Oui, au voyageur moderne sa valise en somme reste comme un reste de cheval.


ΤΕΣΣΕΡΑ ΤΑΝΓΚΟ ΤΟΥ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ ΚΑΝΑΡΟ




ΤΕΣΣΕΡΑ ΤΑΝΓΚΟ ΤΟΥ FRANCISCO CANARO

1. FUELLE QUERIDO
2
. GACHO GRIS
3
. GALLO CIEGO
4
. GURRUMINA

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ ΤΗΝ ΤΡΕΛΗ






FEDERICO GARCÍA LORCA


ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ ΤΗΝ ΤΡΕΛΗ

        Στον Μελχιώρ Φερνάνδεθ Αλμάγρο

Πριγκίπισσα χωρίς απόκριση στον έρωτά σου.
Γαρύφαλλο άλικο μες σ’ έρημη βαθειά κοιλάδα.
Ο τάφος, που σε χώρεσε, τη θλίψη σου όλο στάζει
από τα μάτια που ο ίδιος άνοιξε στο μάρμαρό του.

Εσύ ’σουν περιστέρα με ψυχή γιγαντεμένη·
φωλιά σου εχτίστη το αίμα από το χώμα της Καστίλλης.
Σε κάποιον κάλυκα χιονιού σκορπούσες τη φωτιά σου:
να τον πυρώσεις ήθελες – σου λυώσανε οι φτερούγες.

Τον Έρωτα ονειρεύοσουν να μοιάζει στον ινφάντη
που είχες για να σου κρατά του πέπλου σου την άκρη.
Αντί λουλούδια, στίχους, περιδέραια από πέρλες
σου χάρισε μιά κλάρα ο Χάρος ρόδα μαραμένα.

Τον παντοδύναμο όρθρο φύλαγες στο στήθος μέσα
της Ισαβέλας δε Σεγούρα. Μελιβέα. Το άσμα
που λές, κορυδαλλέ, στα μάκρη σπάει των οριζόντων
και ξάφνου γίνεται μονότονο και πικραμένο.

Κραυγάζεις: τρέμει εκ θεμελίων και ριγεί το Μπούργκος.
Ολόθλιβες ηχούν οι ψαλμουδιές στο μοναστήρι.
Χωνεύεται η κραυγή σου μες στις κωδωνοκρουσίες
και χάνεται μες στο σκιστό τρεμουλιαστό σκοτάδι.

Το πάθος είχες που δίνει ο ουρανός της Ισπανίας.
Το πάθος του στιλέτου, των γνεμάτων και του θρήνου.
Ω θεϊκή πριγκίπισσα της πορφυρής εσπέρας
με ρόκα σιδερένια και με νήμα ατόφυο ατσάλι!

Ποτέ για σέ δεν είτανε φωλιά ούτε μαδριγάλι,
αλλά ούτε και λαγούτο από μακριά λυγμούς να χύνει.
Για τροβαδούρο σου είχες νιούτσικο στ’ ασήμια νά ’ναι,
και ο αχός της σάλπιγγας τα μόνα του ερωτόλογα είσαν.

Πλην όμως, ναι, για ν’ αγαπάς εσύ είσουνα πλασμένη –
πλασμένη γι’ αναστεναγμούς, για χάδια, για στροβίλους,
να γλυκοκλαίς και να ραντίζεις στήθος λατρεμένο
και με τα χείλη να μαδάς τα μυρωμένα ρόδα·

να βλέπεις το φεγγάρι στο ποτάμι κεντημένο·
να νιώθεις νοσταλγία σαν μισεύουν τα κοπάδια·
σε κήπους σκιερούς να ζεις – γι’ αυτά είσουνα πλασμένη,
πριγκίπισσα μελαχρινή μαρμαροπλακωμένη!

Στο φως τα μαύρα μάτια σου κοιτάζουνε ανοιγμένα;
Ή μην στα ραγισμένα στήθη σου τυλίγεις φίδια;...
Και πού να επήγαν τα φιλιά που επέτας στους ανέμους;
Πού πήγε, αλήθεια, η οδύνη του κατάρατου έρωτά σου;
Στο μολυβένιο σου κιβούρι, με το σκέλεθρό σου,
την τρυφερή βαστάς καρδιά σου χίλια δυό κομμάτια.

Όλη η Γρανάδα ξαγρυπνάει στο άγιο λείψανό σου,
πριγκίπισσα μελαχρινή μαρμαροπλακωμένη!
Η Ελοΐζα και η Ιουλιέττα υπήρξαν δύο μαργαρίτες,
εσύ όμως είσουνα γαρύφαλλο άλικο, μες στο αίμα,
που εδώ από τους χρυσούς μάς ήρθες λόφους της Καστίλλης
να κοιμηθείς στο χιόνι και στ’ αγνά κυπαρισσάκια.

Το νεκροκρέβατό σου, Ιωάννα, εγίνηκε η Γρανάδα·
λαμπάδες σου τα κυπαρίσσια· και εκκλησία η σιέρρα·
σε χιόνινη Άγια Τράπεζα οι πόθοι γαληνεύουν
με τα νερά του ποταμού στο πλάι σου: του Δούρου!

Το νεκροκρέβατό σου, Ιωάννα, εγίνηκε η Γρανάδα:
με πύργους γέρικους· με αυλόγυρους συνεσταλμένους·
με τους νεκρούς κισσούς στους κόκκινους επάνω τοίχους·
με ομίχλες γαλανές· με τις ρομαντικές μυρτιές της.

Πριγκίπισσα χωρίς απόκριση στον έρωτά σου.
Γαρύφαλλο άλικο μες σ’ έρημη βαθειά κοιλάδα.
Ο τάφος, που σε χώρεσε, τη θλίψη σου όλο στάζει
από τα μάτια που ο ίδιος άνοιξε στο μάρμαρό του.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΟΡΜΟ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ANTONIO TORMO 


VIVO EN LA TABERNA

Μουσική: José María De Hoyos. 
Στίχοι: Carlos Marín.


Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

ΡΟΜΠΕΡ ΝΤΕΣΝΟΣ!



ROBERT DESNOS


LE PÉLICAN
 
Le Capitaine Jonathan,
Etant âgé de dix-huit ans
Capture un jour un pélican
Dans une île d'Extrême-orient,

Le pélican de Jonathan
Au matin, pond un oeuf tout blanc
Et il en sort un pélican
Lui ressemblant étonnamment.

Et ce deuxième pélican
Pond, à son tour, un oeuf tout blanc
D'où sort, inévitablement
Un autre, qui en fait autant.

Cela peut durer pendant très longtemps
Si l'on ne fait pas d'omelette avant.


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΑΡΛΟΣ ΓΑΡΔΕΛ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο CARLOS GARDEL


CAMINITO

Caminito que el tiempo ha borrado
Que juntos un día nos viste pasar
He venido por última vez
He venido a contarte mi mal.

Caminito que entonces estabas
Bordeado de trébol y juncos en flor
Una sombra ya pronto serás
Una sombra lo mismo que yo.

Desde que se fue
Triste vivo yo
Caminito amigo
Yo también me voy.

Desde que se fue
Nunca más volvió
Seguiré sus pasos
Caminito, adiós.

Caminito abierto de cardos
La mano del tiempo tu huella borró
Y a tu lado quisiera caer
Y que el tiempo nos mate a los dos.

Desde que se fue
Triste vivo yo
Caminito amigo
Yo también me voy.

Desde que se fue
Nunca más volvió
Seguiré sus pasos
Caminito, adiós.



Στίχοι: Gabino Coria Peñolaza.
Μουσική: Juan de Dios Filiberto.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ



Η ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΓΙΑΝΝΗ ΣΠΑΝΟ


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
όπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θάλασσα που απλώνει
κι αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι
άνθρωποι μονάχοι

Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα
άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα...


Στίχοι: Γιάννης Καλαμίτσης.
Μουσική: Γιάννης Σπανός.

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΡΕΧΤ



ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟ






ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ


ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟ

Όλα ήταν αλλόκοτα
σ’ εκείνο το εγχείρημα
θαρρείς και έπρεπε οπωσδήποτε
να ζευγαρώσουνε για τον χορό
η ακροβάτισσα κι ο εγγαστρίμυθος.

Η συμφωνία εξαρχής ήταν σαφής:

όσο το κενό θα επέμενε να διαστέλλεται
έγκλειστοι εμείς έξω απ’ τις παγίδες
θα ελεούσαμε μ’ έναν παράφωνο ψαλμό
ό,τι εγκαταλείψαμε
θα στρέφαμε τα αναφιλητά
προς άλλες τρικυμίες
κι από φιλότιμο και μόνο
σύμφωνα και φωνήεντα θα κατεβάζαμε
– αντί για κλάμα – από τα μάτια.

Όμως τελείως ξαφνικά
Και δίχως μιαν αναγγελία
Ένας σκαντζόχοιρος
Πήρε τη θέση του εγγαστρίμυθου.
Γύριζε! Γύριζε! της έλεγε.

Και σε μια ξέφρενη φιγούρα
τρύπησε με τ’ αγκάθια του
της ακροβάτισσας το τούλινο κορμί.

Κι όσο γι’ αυτά που βλέπετε
Σε τούτο το χαρτί γραμμένα
Δεν είναι παρά – όπως συμφωνήθηκε –
το κλάμα από τα μάτια της.



Από το βιβλίο: Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, «Το επιδόρπιο», Κέδρος, Αθήνα 2012, σελ. 24-25.

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ

Μετά τις καρυωτάκειες συγκινήσεις,
τις τρίψεις των μελών στις συμπληγάδες
και τους τριγμούς των θρόμβων στις ραγάδες
μια σκούνα μεσοπέλαγα μιάς βρύσης

κινά να βγει χωρίς διομολογήσεις
στην κρουαζιέρα των ορμών. Συστάδες
ανέμων επιβαίνουν σε φορβάδες
και κορυβαντιούν μες στις αισθήσεις

φυσήματα της φύσης των πραγμάτων.
Ντουμάνιασ’ από την υπεροπλία
των μετωνυμιών το παν, και, να τον,

σβηστός προβαίνει αχός σε λιτανεία:
στο πλάτος το ανεκύμαντον των πάτων
σικελιανή σιγή θα βρει η εντροπία.

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΔΗΜΗΤΡΗ!




ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ MUSE


SOBER

Royal Canadian blended,
the spicy aroma had mended me.
Matured for years and imported,
into my glass you poured it.
And you're the only reason that I remain unfrozen.
Suppose it stands to reason
that you would turn on me.

You're so solid,
You're so solid,
It burns inside of me, cos you're so solid,
It burns inside of me.

Wild Turkey's been chosen,
its caramel nose can smell me,
Arbourler, Jameson I love you,
the single malts come burning.
And you're the only reason that I remain unfrozen.
Suppose it stands to reason
that you would turn on me.

You're so solid,
You're so solid,
It burns inside of me, cos you're so solid,
It burns inside of me.

Royal Canadian blended,
the spicy aroma had mended me.
And you're the only reason that I remain unfrozen.
Suppose it stands to reason
that you would turn on me.

You're so solid,
You're so solid,
It burns inside of me, cause you're so solid,
It burns inside of me.

ΦΡΑΝΣΙΣ ΠΟΝΖ!




FRANCIS PONGE


LE CAGEOT

A mi-chemin de la cage au cachot la langue
française a cageot, simple caissette à claire-voie vouée au
transport de ces fruits qui de la moindre suffocation
font à coup sûr une maladie.

 Agencé de façon qu'au terme de son usage il
puisse être brisé sans effort, il ne sert pas deux fois. Ainsi
dure-t-il moins encore que les denrées fondantes ou
nuageuses qu'il enferme.

 A tous les coins de rues qui aboutissent aux halles,
il luit alors de l'éclat sans vanité du bois blanc. Tout
neuf encore, et légèrement ahuri d'être dans une pose
maladroite à la voirie jeté sans retour, cet objet est en
somme des plus sympathiques, – sur le sort duquel
il convient toutefois de ne pas s'appesantir longuement.

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ Σ’ ΑΛΛΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Ή ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ Σ’ ΑΛΛΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Υδάτινοι ύαλοι τσακίζουνε το κάλλος
του σχήματος και δρόσος ειρωνείας βράζει
στα μέτρα. Σφόδρα αρέσκεται να διαβιβάζει
μελίσματα με δαγκωνιές· και σαν σινιάλο σ’

ωραία στιχηρά σού κατανεύει, ειδάλλως
με ραβδισμούς τις φάτσες των κατόπτρων σπάζει,
και μένουν τζάμια να υποσημειούν όσο ατλάζι
γαλακτοκόμησε της Ερατούς η άλως.

Με την ευχή κατάφορτοι της μοιχαλίδος
χωλαίνουν δεκαπεντασύλλαβοι κανόνες
σε αραξοβόλια ποιούντες νέο είδος

της ars poetica. Διαθλάσεις των προσώπων
που υπήρξαν εραστές του στιγμιαίου, οι αιώνες
στο μπουντουάρ τις γδύνουν των ευμούσων τρόπων.

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ

 

FEDERICO GARCÍA LORCA



ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ


Το μέλι ο λόγος του Χριστού είναι. Μέλι:
χρυσάφι της αγάπης του λυωμένο.
Ανώτερο πολύ κι από το νέκταρ·
του παραδείσιου είν’ φωτός η μούμια·

Αστέρι πάναγνο η κυψέλη· στέρνα
κεχριμπαρένια που ο ρυθμός την τρέφει
του μελισσολογιού· των κάμπων στήθος
που σφύζει από αρώματα και βόμβους.

Το μέλι – του έρωτα η εποποιία
και η ουσία η υλική του απείρου είναι·
η θλίψη και η ψυχή των λουλουδιών
συμπυκνωμένες σε άλλο πνεύμα μέσα.

(Το μέλι εγίνη η ποίηση του ανθρώπου:
απ’ της καρδιάς του ξεπηδάει τον πόνο
και χύνεται στης μνήμης την κηρήθρα
που μελισσάκια φιλικά έχουν πλάσει.)

Το μέλι είν’ έν’ απόμακρο τραγούδι
βουκολικό· είναι λιόδεντρο· φλογέρα·
το γάλα, το χαρούπι αδέρφια του έχει
που βασιλέψαν στον χρυσόν αιώνα.

Σαν ήλιος αυγινός είναι το μέλι·
τη γοητεία όλη του καλοκαιριού έχει,
μα και τη γριά δροσιά του φθινοπώρου.
Είν’ μαραμένο φύλλο· και είναι στάρι.

Της ταπεινότητας ω θείο πιόμα,
γαλήνιο σάμπως στίχος πρωτογόνου!

Είσαι η ίδια η αρμονία ενσαρκωμένη,
ιδιοφυής επιτομή της λύρας.
Μελαγχολίες κρύβεις, κι εκεί μέσα
κραυγές και μυστικά φιλιά κοιμούνται.

Γλυκύτατο. Ιδού το επίθετό σου!
Γλυκύτατο σαν την κοιλιά γυναίκας.
Γλυκύτατο σαν των παιδιών τα μάτια.
Γλυκύτατο σαν ίσκιος μες στη νύχτα.
Γλυκύτατο σαν τη φωνή. Σαν κρίνος.

Για ’κείνον που τον πόνο και τη λύρα
αίρει είσαι φως, και του φωτάς το δρόμο.
Μα και ισοδύναμο είσαι σ’ όποιο κάλλος:
στα χρώματα, στα φώτα και στους ήχους.

Και της ελπίδας είσαι πιόμα θείο,
κι εντός σου σε μια τέλεια ισορροπία
ενώνονται το πνεύμα με την ύλη
σαν σώμα και αίμα του Χριστού στην όστια.

Η υπέρτατη ψυχή είσαι των ανθέων.
Ως πιόμα τούτες τις ψυχές ενώνεις!
Κι όποιος σε πίνει ας ξέρει πως ρουφάει
χρυσάφια απ’ την επιτομή της λύρας.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ




ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ


ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

        Στον Νίκο Παπαδόπουλο

Μένουν θαμμένα τόσα απ’ αυτά που ζήσαμε
κι απ’ τα βαριά κι από α’ ασήμαντα.
Η μνήμη σαν να καταπιάνεται
Με χωματουργικές εργασίες
στα πεζοδρόμια αυτής της πόλης.
Αρχίζει κάθε λίγο καινούργιες εκσκαφές
και καταλήγει σ’ επιχωματώσεις.



Από την ποιητική συλλογή: Η αντίσταση των γεγονότων (2000).

Από το βιβλίο: Τίτος Πατρίκιος, «Ποιήματα, ΙV, 1988-2002», Κέδρος, Αθήνα 2007, σελ. 151.

ΚΑΙ ΤΙ Μ’ ΑΥΤΟ;


IDEA VILARIÑO


ΚΑΙ ΤΙ Μ’ ΑΥΤΟ;

Την αγάπη σου παίρνω
και τί μ’  αυτό
την αγάπη μου σου δίνω
και τί μ’  αυτό
απογεύματα θά ’χουμε και νύχτες
ενθουσιασμούς
καλοκαίρια
όλη την ηδονή
όλη την ευτυχία
όλη τη θαλπωρή.
Και τί μ’ αυτό;
Για πάντα θα λείπει
το βαθύ ψέμα
το για πάντα.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ


MARIO LUZI


ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

Όταν ανάμεσα σε ακρότατους ίσκιους βυθίζεται
σε τόπους ανοιχτούς το καλοκαίρι
το τραγούδι συναρπάζει τα κοπάδια
και τη μνήμη των ποιμένων και παντού σωπαίνει
η μυστική των ειδών εγρήγορση,
τριτεγγυώνται οι κυοφορούμενοι
μέσα στη γλυκιά των μητέρων τους βούληση
και στύβει τα κλαδιά των λαιμών και των διψασμένων
πεδιάδων η ουσία των καρπών προϊούσα.
Πέφτουνε στο χώμα τότε άνευ τόπου
άνευ λόγου οι ανεξίτηλες
αλήθειες, σ’ εκείνη την πνοή όπου κατεβάζουν
ανάλαφρα το βάρος τους τα γερμένα φυλλώματα
τα πλοία πάνε να μπατάρουν
όπως και των ναυτικών η αγωνία για ξένα ακρογιάλια
και ο ήχος όλων των φωνών
σβήνει μέσα στις πτυχώσεις της, στη θάλασσα στον άνεμο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

ΤΗΣ ΑΚΡΟΒΑΤΙΣΣΑΣ ΤΟ ΤΟΥΛΙΝΟ ΚΟΡΜΙ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ
Ή ΤΗΣ ΑΚΡΟΒΑΤΙΣΣΑΣ ΤΟ ΤΟΥΛΙΝΟ ΚΟΡΜΙ

Ισορροπεί: ί σ ω ς στέκει μάλλον διχορρόπως·
λες χέρια ξένα τη στηρίζουν από πάνω,
από μια λέσχη ουράνια· φάσγανα με πιάνο
καλοσυγκερασμένο τη ρωτάνε ευτρόπως,

κι εκείνη αινίγματα τους ξεδιαλύνει ακόπως
σαν νά ’ν’ προπονημένη από τον παρτιζάνο
των στίχων που την έχρισε μετζοσοπράνο
εκεί που υλοτομεί του λόγου ο ξυλοκόπος.

Λαβώματα ευτυχή σαν σμήνος οριγκάμι
στη Θούλη αφαίρεσαν τα τούλια, και το νήμα
τυλίχτη κύμα γύρω στην ουλή της· τό ’πλυν’

με ιαπωνικά σαπούνια ως νά ’τανε θαλάμη
αβρών ρεβόλβερ και ουράνιων τόξων μες στη ρίμα
που ετάνυζε στο Maybe η Τζάνις Τζόπλιν.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΟΣΚΑΡ ΣΕΡΠΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο OSCAR SERPA


SIN PALABRAS

Nació de ti...
buscando una canción que nos uniera,
y hoy sé que es cruel brutal -quizá-
el castigo que te doy.
Sin palabras
esta música va a herirte,
dondequiera que la escuche tu traición...
La noche más absurda, el día más triste.
Cuando estés riendo, o cuando llore tu ilusión.

Perdóname si es Dios,
quien quiso castigarte al fin...
Si hay llantos que pueden perseguir así,
si estas notas que nacieron por tu amor,
al final son un cilicio que abre heridas de una historia...
¡Son suplicios, son memorias...
fantoche herido, mi dolor, se alzará, cada vez,
que oigas esta canción!...

Nació de ti...
mintiendo entre esperanzas un destino,
y hoy sé que es cruel, brutal -quizá-
el castigo que te doy...
Sin decirlo esta canción dirá tu nombre,
sin decirlo con tu nombre estaré yo.
Los ojos casi ciegos de mi asombro,
junto al asombro de perderte y no morir.



Στίχοι: Enrique Santos Discepolo.
Μουσική: Mariano Mores.
Τάνγκο του 1946.

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

ΧΟΣΕ ΑΝΧΕΛ ΒΑΛΕΝΤΕ





JOSÉ ÁNGEL VALENTE



EL SUR

El sur como una larga,
lenta demolición.

El naufragio solar de las cornisas
bajo la putrefacta sombra del jazmín.

Rigor oscuro de la luz.

Se desmorona el aire desde el aire
que disuelve la piedra en polvo al fin.

Sombra de quién, preguntas,
en las callejas húmedas de sal.

No hay nadie.

La noche guarda ciegas,
apagadas ruinas, mohos
de sumergida luz lunar.
La noche.
El sur.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

ΧΑΪΜΕ ΣΙΛΕΣ








JAIME SILES


NATURALEZA

     A José Ma. Guelbenzu

Y si, pronto, tú, naturaleza,
entre pliegues de piedra me mirases
y no pudiera ser yo, sino tu música
en los mismos instantes que dura una verdad;
una verdad que pasa por un cuerpo
abriéndole a los ojos todas sus superficies
para dejar de ser lo sido cada día,
para dejar de ser una verdad,
qué transparencia en la quietud del fondo.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Emanuela Bellezza.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

ΤΟ ΤΡΑΥΛΙΣΜΑ ΤΗΣ ΘΥΡΑΣ 13




ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ


ΤΟ ΤΡΑΥΛΙΣΜΑ ΤΗΣ ΘΥΡΑΣ 13

       Στον Σταύρο Μάνεση

Αίφνης υψώθηκες σαν πρώτος του χορού
τα χέρια σηκωμένα, γυμνό το στήθος
την ώρα που άρχισε ο θίασος στη σκηνή
– κοφτές μπαλιές και καλοζυγισμένες
στο κέντρο του γηπέδου.

Απόγευμα της Κυριακής,
αν κι όλα μοιάζανε χαμένα
με το δικό σου τον επίμονο ρυθμό
σπρώχνεις τις λίγες φάσεις του αγώνα
– στημένες πάλι τεχνικές,
Στημένες κι άψυχες οι εμφανίσεις–
μ’ ένα τραγούδι σου ο χορός
ζωή και ήττα σμίγει.

Είσαι το πιο σκληρό ναρκωτικό,
είσαι η μαστούρα που δε λέει να μ’ αφήσει.

Οι στίχοι τραύλισμα ερωτικό
σε άτυπο εμφύλιο δίχως μίσος.
Μόνος σου πλέον
–απρόσμενα η ομάδα χάνει–
να ξεστομίζεις
–τί πάθος σ’ είχε κυριεύσει–
τα πιο κρυφά σπαράγματά σου
– λόγια σπασμένα της ψυχής.

Σ’ όλα τα γήπεδα σ’ ακολουθώ
και παρακάτω
μόνο εσένα έχω για θεό
ή κάτι σαν
να σου φωνάζω πόσο μ’ έχεις αρρωστήσει.

Και είναι κρίμα
γιατί ίσως δεν θα υπάρξει ο Αλεξανδρινός
που θα υμνήσει την ομορφιά,
το γυμνό σου σώμα μέσα στη βοή της κερκίδας
και θ’ αναζητήσει τα λιγοστά απομεινάρια
των στίχων σου
γράφοντας στο ποίημα
πως και εσύ στην εποχή σου
είχες «μεγάλως αγαπηθεί».



Από το βιβλίο: Ξάνθος Μαϊντάς, «Οι δρόμοι της Φαϋττού», Πλανόδιον, Αθήνα 2009, σελ. 40-41.

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Ο ΚΥΚΛΟΣ





ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ


Ο ΚΥΚΛΟΣ

Ο κύκλος τον σαγήνευε
με την κλειστή του τελειότητα
μα καταβάθος ήθελε τη σπείρα
που καθώς πάει να κλείσει
ξανοίγεται προς τα ρήγματα της γης
πάει ώς την αφετηρία της φουσκονεριάς
τυλίγεται σε ποθητά κορμιά
ανασυνδέει σκορπισμένες σκέψεις
επαναφέρει μυρουδιές, ξαναβγαίνει
από τις σήραγγες των τρένων
ανασηκώνεται ώς τους πύργους του νερού
φτάνοντας – μην ξέροντας ακριβώς
πού τελικά θα φτάσει.
Ευκολοχάρακτος, σίγουρος, ασφαλής
παρέμενε γι’ αυτόν ο κύκλος.



Από την ποιητική συλλογή: Η αντίσταση των γεγονότων (2000).
Από το βιβλίο: Τίτος Πατρίκιος, «Ποιήματα, ΙV, 1988-2002», Κέδρος, Αθήνα 2007, σελ. 148.

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΑΡΛΟΣ ΓΑΡΔΕΛ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο CARLOS GARDEL


ESTA VIDA ES PURO GRUPO

Esta vida es puro grupo, ¡qué vas a hablarme ‘e la vida,
si habré corrido la liebre mangando pa’ mal comer.
Que en esta lucha del morfi hay tan solo una salida,
tener las pilchas bacanas y una bonita mujer.
Lo demás es puro cuento, quién da puntada sin hilo,
la razón es del más fuerte, tenelo por buen saber.
Podrás ser hombre instruido, laburante o tirifilo,
pero sin vento y sin pilchas, no tenés nada que hacer.

¡Qué vas a hablarme ‘e la vida!
Si yo hago el gilún por ella.
Unos nacen con estrella
y otros nacen con farol...
El problema es la partida
y seguir luego la huella,
pero eso sí, con medida,
y atento siempre al control.

Esta vida es puro grupo —coty, rouge y vaselina—,
si podré batir el justo yo que entré siempre placé...
Me engrupieron los amigos y me cacharon las minas,
y cansao un día de todo, piqué en la punta y gané.
Pa’ qué más se dio la racha y hoy soy bacán distinguido,
tengo razón, prepotencia, soy dueño señor y juez.
Vos que manyás mi pasado y conocés lo que he sido,
vestite y gastá aspamento y haceme el cuento después.

Con un mango en la cartera
y un empilche dominguero,
tu estampa de pordiosero
se transformará en señor.
Serás todo un caballero,
de alta alcurnia milonguera,
pero al largar la carrera
dejá a un lao tu corazón.



Στίχοι: Enrique Carrera Sotelo.
Μουσική: Alberto Tavarozzi.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

ΖΗΤΩ Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ!




ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΡΕΑΛ ΜΑΔΡΙΤΗΣ 100-88




ΖΗΤΩ
Ο
ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
ΦΙΛΑΘΛΩΝ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ!

ΑΠΟΛΙΘΟΥΣΑ ΑΠΟΛΙΘΩΜΕΝΗ





 Octavio Paz and Antoni Tàpies. Petrificada petrificante, 1978.
© Fundació Antoni Tàpies, Barcelona / Vegap.
Photograph: Fernando Cortiglia.
© Fundació Antoni Tàpies. Available under a CC BY-NC-SA license.



OCTAVIO PAZ


ΑΠΟΛΙΘΟΥΣΑ ΑΠΟΛΙΘΩΜΕΝΗ

Νεκρογή
ισκιόχωμα κακτοκράτεια φοβούπολη
σποδότεφρα οστεόλιθη δολόβλεπτη
απολιθωμένη φωτιά
κόγχη κενή
ο ήλιος δεν ήπιε τη λίμνη
δεν τον ερούφηξε η γη
το νερό δεν σβήστηκε στον αέρα
οι άνθρωποι ήσαν οι εκτελεστές της σκόνης
ο άνεμος
στροβιλίζεται στην κρύα κλίνη της φωτιάς
ο άνεμος
στον τάφο του νερού
ψέλνει τις λιτανείες της ξηρασίας
ο άνεμος
σπασμένο μαχαίρι στον σκισμένο κρατήρα
ο άνεμος
ψίθυρος λιπασμάτων

Ο ήλιος
ψυχοκαρδήλιος κεντρατόφυος χρυσοθερμοδότης
χώρισε
τον λόγο που κατήλθε με πύρινες γλώσσες
έσπασε
τον λογισμό και τους μύθους των ετών
το άσμα των ημερών
έγινε βροχή ρινισμάτων σιδήρου
σωρείτης σκουριασμένων λέξεων
αλφαβητάρια άμμου
κραυγές συντετριμμένες
ρυγχοπλή ηνιοφάλαρα χαλινεπιστόμιο
πεπτωκότες Κάιν νεφελώδεις
Άβελ χαλικένδυτοι
αιρετικοί χασισένιοι
εθνικοί λόγιοι
φταίχτες κλέφτες
υφάδια μονόφθαλμου σκύλου
ο οδηγός των νεκρών
χαμένος
στις σπείρες του Ομφαλού και της Σελήνης

Κοιλάδα του Μεξικού
στόμα θαμπό
λάβα σιέλου
θρυμματισμένος θρόνος της Οργής
επίμονη επινομίς
Οργή
πύργος τεθλασμένος
σώμα ψηλό σαν ουρλιαχτό
στήθη στιγματισμένα
όψη μανιασμένη
θρόμβοι αίματος ξηροπράσινοι
Οργή
καθηλωμένη σε μιά πληγή
λεπιδόκαυμα βλεμματομάχαιρα
πάνω από μια χώρα ακανθών και ψυχανθών

Τσίρκο ορέων
θέατρο νεφελών
τραπέζι μεσημεριανό
ψάθα της σελήνης
κήπος πλανητών
ταμπούρλο της βροχής
μπαλκόνι των μπάτηδων
έδρα του ήλιου
σφαιροπαίγνιο των αστερισμών
Εικόνες εκρηγνυόμενες
εικόνες
παλουκωμένες
αναπηδάει το κομμένο χέρι
αναπηδάει η ξεριζωμένη γλώσσα
αναπηδούν τα τεμαχισμένα στήθη
η καρατομημένη πόσθη
πάνω στη σκόνη πάνω
στην πίσω μεσαυλή
κλαδεύουν το δέντρο του αίματος
το δέντρο της διανοίας

Σκόνη διαμελισμένων εικόνων
Η Παρθένος
στέμμα ερπετών
Ο Γδαρμένος
Ο Διάτρητος από βέλη
Ο Εσταυρωμένος
Το κολιμπρί
σπινθιρίζουν τα φτερά του
ανθόπυρ
Η φλόγα
που ομιλεί με λέξεις υδάτινες
Η Πλατυτέρα των Ουρανών
στήθη οίνου και κοιλία άρτου
κλίβανος
όπου καίνε οι νεκροί και ψήνονται οι ζωντανοί
Η Αράχνη
θυγατέρα του αέρα
στον αέρινο οίκο της
νήμα φωτός
νήμα των ημερών και των αιώνων
Το κουνέλι
άνεμος
σμιλεμένος στον καθρέφτη της σελήνης
Εικόνες θαμμένες
στο μάτι του σκύλου των νεκρών
πεσμένες
στο φυτρωμένο πηγάδι των απαρχών
στρόβιλοι αντανακλάσεων
στο πέτρινο θέατρο της μνήμης
εικόνες
γιγαντιαίες στο τσίρκο του άδειου ματιού
ιδέες
κόκκινες πράσινες φαιές
σμήνη μυγών
οι ιδέες τρώγουν τους θεούς
οι θεοί
έγιναν ιδέες
μεγάλες χοληδόχοι κύστες
οι κύστες έσκασαν
τα είδωλα ανατινάχτηκαν
σήψη των θεών
ο βωμός έγινε κοπρώνας
η κόπρος φυτώριο
φύτρωσαν ιδέες πάνοπλες
ιδεοθέοντες ιδεοθεοί
ακονισμένοι στοχασμοί
καννίβαλοι θεωμένοι
ιδέες ιδιωτικές ως θεοί
σκύλες λυσσασμένες
σκύλες ερωτευμένες τους εμέτους τους

Έχουμε ταφεί στην Οργή
Το αμφιθέατρο του γενετήσιου ήλιου είναι κοπρώνας
Η πηγή του σεληναίου ύδατος είναι κοπρώνας
Το παρκάκι των ερωτευμένων είναι κοπρώνας
Η βιβλιοθήκη είναι φωλεά αγρίων ασπαλάκων
Το πανεπιστήμιο είναι χαβούζα με φρύνους
Ο βωμός είναι οι ίντριγκες της Τσανφάγιας
Ο νους έχει σκουριάσει απ’ το μελάνι
Οι διδάκτορες συζητούν πάνω από τα κλοπιμαία
Οι επιχειρηματίες
χέρια γρήγορα σκέψεις αργές
ιερουργούν στο κοιμητήριο
Οι διαλεκτικοί εκθειάζουν τη λεπτοφυΐα του σκοινιού
Οι περιπτωσιολόγοι ραίνουν με αγίασμα τους γκάνγκστερς
Ταΐζουν τη βία με γάλα δογματικό
Η έμμονη ιδέα μεθάει με την αντίθετή της
Ο ταχυδακτυλουργός ιδεολόγος
τροχιστής σοφισμάτων
στο σπίτι του με τις αποσπασμένες ρήσεις
σχεδιάζει εδεμικούς κήπους για βιομηχανικούς ευνούχους
δάση με γκιλοτίνες  παράδεισους με κλουβιά
       Σκουριασμένες εικόνες
    φτύνουν πάνω στις απαρχές
  μελλοντικοί εγκάθειρκτοι  παροντικοί αιματορουφήχτρες
προσβάλλουν το ζωντανό σώμα του χρόνου
Έχουμε ταφεί στην Οργή

Πάνω στο στήθος του Μεξικού
δέλτοι γραμμένες από τον ήλιο
κλίμακα των αιώνων
σπειροειδές λιακωτό του ανέμου
χορεύει η ξεθαμμένη
θυμός δίψα μανία
μάχη τυφλών κάτω από το μάτι της μεσημβρίας
μανία δίψα θυμός
χτυπιούνται με πέτρες
οι τυφλοί χτυπιούνται μεταξύ τους
θραύονται οι άνθρωποι
οι πέτρες θραύονται
μέσα υπάρχει νερό που το πίνουμε
νερό που πικρίζει
νερό που απομακρύνει τη δίψα

Πού είναι το άλλο νερό;



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.