Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΙ ΕΣΥ ΜΑΖΙ...




OCTAVIO PAZ


[Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΙ ΕΣΥ ΜΑΖΙ...]

Η θάλασσα κι εσύ μαζί πληθυντικός καθρέφτης,
κορμός αργός, νωθρότατος η θάλασσά τους, όντας
στη θάλασσα, και κολυμπά για ’κείνη διψασμένος:
γεννιέται και πεθαίνει, σαν θα ρθεί μια σκέψη-κλέφτης.

Η θάλασσα κι εσύ μαζί, μιά θάλασσα-καθρέφτης:
σα βράχος σκαρφαλώνει αργά στη θάλασσα και όντας
πυλώνας άλατος, που κατεβαίνει διψασμένος,
στη δίψα και στο πηγαινέλα εγίνη σκέψη-κλέφτης.

Απ’ το άθροισμα στιγμών που σου εγγυώνται την ευμάρεια
κι από τους κύκλους των εικόνων ολοκλήρου του έτους
εγώ έκοψα ένα μήνα ολόγιομο με αφρούς και ψάρια

από ουρανούς αργούς κασσίτερου, άγριους και καθέτους:
το σώμα σου που μες στο φως γιαλούς καλούς ανοίγει
με μαύρα κύματα της μέρας, και ολονέν με πνίγει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΣΚΥΛΑ, Μ’ ΕΚΑΝΕΣ ΚΑΙ ΛΥΩΝΩ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΣΚΥΛΑ, Μ’ ΕΚΑΝΕΣ ΚΑΙ ΛΥΩΝΩ

Σκύλα, μ’ έκανες και λυώνω
μες στη σκοτεινιά με πόνο

Σκύλα, μ’ έκανες κομμάτια βρε
με τα δυο σου μαύρα μάτια

Σκύλα, μ’ έκανες ρεζίλι βρε!
στον πασά και στο βεζύρη

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΗΛΙΔΑ




ΧΑΡΑ ΧΡΗΣΤΑΡΑ


ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΗΛΙΔΑ

Μιά μέρα αλλοπρόσαλλη
ορίζει την τύχη μου
Κόκκινη κηλίδα στο χαρτί

Η συντριβή με δαμάζει
Ρέπω στην υπερβολή

Καλοκλειδωμένα τα μυστικά
της απογείωσής μου

Το παραπέτασμα της σιωπής ίσως
φέρει την απόγνωση



Από το βιβλίο: Χαρά Χρηστάρα, «Δωρικά», Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2010, σελ. 36.

ΠΑΙΖΕΙ ΤΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΕΝΡΙΚΕ ΜΟΡΑ




ΠΑΙΖΕΙ ΤΟ CUARTETO ENRIQUE MORA: PABELLÓN DE LAS ROSAS

ΒΙΤΤΟΡΙΟ ΣΕΡΕΝΙ!




VITTORIO SERENI


TERRAZZA

Improvvisa ci coglie la sera.
Più non sai
dove il lago finisca;
un murmure soltanto
sfiora la nostra vita
sotto una pensile terrazza.

Siamo tutti sospesi
a un tacito evento questa sera
entro quel raggio di torpediniera
che ci scruta poi gira se ne va.

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

ΣΤΗΣ ΑΣΤΕΡΟΠΗΣ ΤΙΣ ΑΔΥΤΕΣ ΕΚΤΙΝΑΞΕΙΣ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΣΤΗΣ ΑΣΤΕΡΟΠΗΣ ΤΙΣ ΑΔΥΤΕΣ ΕΚΤΙΝΑΞΕΙΣ

Πυρακτωμένος πίδακας σε αρκαδικό τοπίο
διαχέονται τα βλέμματά της μέσα στον καθρέφτη
και από θυμίαμα αστραπών αδειάζει το δοχείο

της Αστερόπης, κι έπειτα ξηλώνεται και πέφτει
απ’ τα επικά κλωνιά του γαλαξία σαν χαλάζι
η πύκνωση των κλονισμών ώς το ύστατό της ξέφτι.

Στην κλίνη υαλώδεις χείμαρρους η κόρη ανασκευάζει
και σε τροχιά παράφορη ως βροχή τούς θέτει ή μάλλον
τους αφαιρεί το βάρος και τους αναιρεί το αγιάζι

που πάντοτε στων ηδονών φυσάει το περιβάλλον.
Μια μέθη απ’ τα θηκάρια ξεγυμνώνει τις ευώδεις
οπώρες για να ρθεί παλλόμενος θυμός και πάλλων

μα και ώρες-ώρες σάλος και ίμερος με ιλιγγιώδεις
ιαχές μαζί ή με διοσημίες πλήρεις αντιλάλων
να πολλαπλασιαστούν με άρρητες ρίμες ακανθώδεις.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΟΥΡΘΗΚΕ ΣΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ




ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΟΥΡΘΗΚΕ ΣΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ

Περπατούσα στο γρασίδι του πάρκου
με ζαλάδα και πυρετό. Ένας αέρας βγήκε 
απ’ το φουντωτό πεύκο και μιά εφημερίδα αναλήφθηκε 
μες απ’ τα χέρια κάποιου γέρου 
δίπλα σ’ ένα τετράγωνο κοριτσάκι. 
Ο κόσμος στα ατσαλάκωτα κυριακάτικα ρούχα του 
και γριές στα καπέλα της νοσταλγικής Μπελ Επόκ. 
Αλλά πίσω μου έστεκε ο θάνατος. 
Χωρίς να κοιτάξω πίσω ξάπλωσα στο γρασίδι. 
Πάνω μου στάθηκε ο θάνατος. 
Γύρισα πλευρό κι έκλεισα τα μάτια. 
Μέσα μου στεκόταν ο θάνατος. 
Λιποθύμησα ή πέθανα περίπου ένα τέταρτο. 
Οι γύρω μου νόμισαν ότι εγώ είχα αίφνης 
πέσει ανάσκελα πάνω στο γρασίδι 
ν’ απολαύσω τον ήλιο.  




Από την ποιητική συλλογή: «Ποίηση 2» (1973).
Από το βιβλίο: Λεφτέρης Πούλιος, «Ποίηση 1, 2», δεύτερη έκδοση, Κέδρος, Αθήνα 1975, σελ. 104.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΓΚΟΥΤΣΙΝΙ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο FRANCESCO GUCCINI 


CIRANO

Venite pure avanti, voi con il naso corto, signori imbellettati,
io più non vi sopporto,
infilerò la penna ben dentro al vostro orgoglio perchè
con questa spada vi uccido quando voglio.

Venite pure avanti poeti sgangherati, inutili cantanti
di giorni sciagurati,
buffoni che campate di versi senza forza avrete soldi e gloria,
ma non avete scorza;
godetevi il successo, godete finchè dura,
che il pubblico è ammaestrato e non vi fa paura
e andate chissà dove per non pagar le tasse col ghigno
e l' ignoranza dei primi della classe.
Io sono solo un povero cadetto di Guascogna,
però non la sopporto la gente che non sogna.
Gli orpelli? L'arrivismo? All' amo non abbocco
e al fin della licenza io non perdono e tocco,
io non perdono, non perdono e tocco!

Facciamola finita, venite tutti avanti
nuovi protagonisti, politici rampanti,
venite portaborse, ruffiani e mezze calze,
feroci conduttori di trasmissioni false
che avete spesso fatto del qualunquismo un arte,
coraggio liberisti, buttate giù le carte
tanto ci sarà sempre chi pagherà le spese
in questo benedetto, assurdo bel paese.
Non me ne frega niente se anch' io sono sbagliato,
spiacere è il mio piacere, io amo essere odiato;
coi furbi e i prepotenti da sempre mi balocco
e al fin della licenza io non perdono e tocco,
io non perdono, non perdono e tocco!

Ma quando sono solo con questo naso al piede
che almeno di mezz' ora da sempre mi precede
si spegne la mia rabbia e ricordo con dolore
che a me è quasi proibito il sogno di un amore;
non so quante ne ho amate, non so quante ne ho avute,
per colpa o per destino le donne le ho perdute
e quando sento il peso d' essere sempre solo
mi chiudo in casa e scrivo e scrivendo mi consolo,
ma dentro di me sento che il grande amore esiste,
amo senza peccato, amo, ma sono triste
perchè Rossana è bella, siamo così diversi,
a parlarle non riesco: le parlerò coi versi, le parlerò coi versi...

Venite gente vuota, facciamola finita,
voi preti che vendete a tutti un' altra vita;
se c'è, come voi dite, un Dio nell' infinito,
guardatevi nel cuore, l' avete già tradito
e voi materialisti, col vostro chiodo fisso,
che Dio è morto e l' uomo è solo in questo abisso,
le verità cercate per terra, da maiali,
 tenetevi le ghiande, lasciatemi le ali;
tornate a casa nani, levatevi davanti,
per la mia rabbia enorme mi servono giganti.
Ai dogmi e ai pregiudizi da sempre non abbocco
e al fin della licenza io non perdono e tocco,
io non perdono, non perdono e tocco!

Io tocco i miei nemici col naso e con la spada,
ma in questa vita oggi non trovo più la strada.
Non voglio rassegnarmi ad essere cattivo,
tu sola puoi salvarmi, tu sola e te lo scrivo:
dev' esserci, lo sento, in terra o in cielo un posto
dove non soffriremo e tutto sarà giusto.
Non ridere, ti prego, di queste mie parole,
io sono solo un' ombra e tu, Rossana, il sole,
ma tu, lo so, non ridi, dolcissima signora
ed io non mi nascondo sotto la tua dimora
perchè oramai lo sento, non ho sofferto invano,
se mi ami come sono, per sempre tuo,
per sempre tuo, per sempre tuo... Cirano

ΜΑΡΙΟ ΒΕΝΕΔΕΤΤΙ!




MARIO BENEDETTI


AMOR, DE TARDE

Es una lástima que no estés conmigo
cuando miro el reloj y son las cuatro
y acabo la planilla y pienso diez minutos
y estiro las piernas como todas las tardes
y hago así con los hombros para aflojar la espalda
y me doblo los dedos y les saco mentiras.

Es una lástima que no estés conmigo
cuando miro el reloj y son las cinco
y soy una manija que calcula intereses
o dos manos que saltan sobre cuarenta teclas
o un oído que escucha como ladra el teléfono
o un tipo que hace números y les saca verdades.

Es una lástima que no estés conmigo
cuando miro el reloj y son las seis.
Podrías acercarte de sorpresa
y decirme «¿Qué tal?» y quedaríamos
yo con la mancha roja de tus labios
tú con el tizne azul de mi carbónico.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΟΥΣΑΝΑ ΡΙΝΑΛΔΙ





ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η SUSANA RINALDI: GARRAS

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

ΣΤΟ ΕΠΙΟΥΣΙΟ ΧΑΣΜΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ




ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΖΕΡΒΟΣ


ΣΤΟ ΕΠΙΟΥΣΙΟ ΧΑΣΜΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

Θα με βοηθούσες με το τραγικό σου εχέγγυο
τη δηλωμένη αλκή σου και την παραδεκτή
έναν τόνο πιο ψηλά να μιλήσω για ιστορίες χαμένες
ερείπια κι αποκαΐδια στο πέρασμα του αδιάφορου χρόνου
βήματα ταπεινά του ανέμου που αγκαλιάζει όλα τα δέντρα
όλα τα πετεινά που βοηθάει στο εξαίσιο πέταγμα.
Ώρα μεσημεριού και προσευχής
στιγμή που οι ταξιάρχες ταχτοποιούν τις κουρασμένες ψυχές
θα με βοηθούσες να εννοήσω αυτή την εποχή
τον χρόνο της διαστολής που παγιδεύει το περασμά μου
τη φωνή μου που έχει ηλικία χωρίς να αξιώνει.
Κρύσταλλο συντριμμένο σε μυριάδες τραγούδια
μεγεθυσμένη αντιφώνηση στις εκκλήσεις του εσπερινού
κρυφό σαράκι του νου που αιωρείται
στο επιούσιο χάσμα των πράξεων.


Από την ποιητική συλλογή: «Λογόκλονος» (1987).
Από το βιβλίο: Θεοτόκης Ζερβός, «Εθελοντική καθοδος, 1971-191», Έψιλον, Χαλάνδρι 1991, σελ. 69.

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ!




EZRA POUND


SUB MARE

It is, and is not, I am sane enough,
Since you have come this place has hovered round me,
This fabrication built of autumn roses,
Then there's a goldish colour, different.

And one gropes in these things as delicate
Algæ reach up and out, beneath
Pale slow green surgings of the underwave,
'Mid these things older than the names they have,
These things that are familiears of the god.  

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ...




ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ...

Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς που σημαδεύει την πληγή σου
Ο τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αυτή την αγωνία μιαν
   ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό
   στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει απ’ τα
   σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες
   περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους
   άγνωστους δρόμους.



Από την ποιητική συλλογή: «Εποχές 3».
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα, 1941-1971», δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 78.

Η ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΖΑΚ ΜΠΡΕΛ




Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΗ BARBARA 


IL NOUS FAUT REGARDER

Derrière la saleté.
S'étalant devant nous
Derrière les yeux plissés
Et les visages mous
Au-delà de ces mains
Ouvertes ou fermées
Qui se tendent en vain
Ou qui sont poings levés
Plus loin que les frontières
Qui sont de barbelés
Plus loin que la misère
Il nous faut regarder

Il nous faut regarder
Ce qu'il y a de beau
Le ciel gris ou bleuté
Les filles au bord de l'eau
L'ami qu'on sait fidèle
Le soleil de demain
Le vol d'une hirondelle
Le bateau qui revient
L'ami qu'on sait fidèle
Le soleil de demain
Le vol d'une hirondelle
Le bateau qui revient

Par-delà le concert
Des sanglots et des pleurs
Et des cris de colère
Des hommes qui ont peur
Par-delà le vacarme
Des rues et des chantiers
Des sirènes d'alarme
Des jurons de charretier
Plus fort que les enfants
Qui racontent les guerres
Et plus fort que les grands
Qui nous les ont fait faire

Il nous faut écouter
L'oiseau au fond des bois
Le murmure de l'été
Le sang qui monte en soi
Les berceuses des mères
Les prières des enfants
Et le bruit de la terre
Qui s'endort doucement.
Les berceuses des mères
Les prières des enfants
Et le bruit de la terre
Qui s'endort doucement.



Στίχοι & μουσική Jaques Brel.
Τραγούδι του 1955.

ΚΑΘΡΙΝ ΜΑΝΣΦΗΛΝΤ!




ΚATHERINE MANSFIELD (1888-1923) 


LONELINESS

Now it is Loneliness who comes at night 
Instead of Sleep, to sit beside my bed. 
Like a tired child I lie and wait her tread, 
I watch her softly blowing out the light. 
Motionless sitting, neither left nor right 
She turns, and weary, weary droops her head. 
She, too, is old; she, too, has fought the fight. 
So, with the laurel she is garlanded. 

Through the sad dark the slowly ebbing tide 
Breaks on a barren shore, unsatisfied. 
A strange wind flows... then silence. I am fain. 
To turn to Loneliness, to take her hand, 
Cling to her, waiting, till the barren land 
Fills with the dreadful monotone of rain.

ΟΥΝΓΚΑΡΕΤΤΙ!




GIUSEPPE UNGARETTI


TUTTO HO PERDUTO

Tutto ho perduto dell'infanzia
E non potrò mai più
Smemorarmi in un grido.
L'infanzia ho sotterrato
Nel fondo delle notti
E ora, spada invisibile,
Mi separa da tutto.
Di me rammento che esultavo amandoti,
Ed eccomi perduto
In infinito delle notti.
Disperazione che incessante aumenta
La vita non mi è più,
Arrestata in fondo alla gola,
Che una roccia di gridi.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

ΦΑΛΗΡΟ





ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ


ΦΑΛΗΡΟ

Στο Φάληρο, πάλι, το παλιό, να περπατούσα ένα πρωί,
πάλι σαν πρώτα, ανάπαυσι, να βρω, στη φυλλωσιά του,
να μη με ξέρουν οι πολλοί, αθόρυβα, λίγοι, απλοί, μικροί,
να βρίσκουνται στο πλάι μου και στην παλιά εμπασιά του.

Στην πλάζ, οι λίγοι, των ζουρ-φίξ να σεργιανούν τρισεκλεκτοί,
μιά τάξις άλλη, φίφτυ-του και φάιν, αφροκρεμία,
της παληάς της όπερας, του τραίνου εκείνου, οι ανασειστοί
κόλποι, λαιμοί, το κύλισμα φουστών, στη νηνεμία.

Ζακέττες έξωμες, λαμέ και σιλουέττες, παρυφές,
τουαλέττες οι παληές των δεσποινών κι’ οι νέες,
αφράτες χάρες, θέλγητρα κι’ οι ανεκδιήγητες υφές,
που, κλώθει, η κίνησι, η ζωή, τα μύρα, οι αζουλέες.

Τα θερινά θεάματα, οι λούνες παρκ κι’ οι ατραξιόν,
τα κοσμικά βαριετέ, τα μπαρ, με τις κελνερίνες,
τα οτέλ, τα μάγα απρεμιντί, τα προλονζέ, το νέο φριξιόν
κι’ οι παλιές οι τραχηλιές, βελούδα, οι νέες Σειρήνες.

Η βραδυνή συγκέντρωσι, το κυριακάτικο πρωί,
το μεσημέρι, από τις τέντες κάτω κι’ η ορχήστρα
που ανακρούει το νέο μποστόν, κανδρίλλιες, φοξ, τη μαγική,
φιγούρα του λανσιέ, κι’ ο Αράπης, με τα σείστρα.

Στο γλυστερό το πάτωμα, σάλας ευρύχωρης, πλατειάς,
που στ’ αργορρύθμιστο ένα φοξ, σ’ αγκάλιαζα, ω ωραία,
γλυκειά σαν ραντισμένοι οποί ουσίας τεχνόκρουστης, ως στιάς,
πυρφόρο αστραποβόλημα και... φευγαλέα, μοιραία.

Τώρα, πού πήγαν οι χαρές, πού πήγαν τα ζεφύρια;
σε ποιά γωνιά, μ’ αφήσατε, τόσοι ξανθοί ευγενείς,
του φθινοπώρου ο ερχομός, τ’ αρχαία μου νικητήρια,
και σε κοινωνίαν αγλαή, σε κάνουν, να πονής;

Αντί, όταν πέφτει μάραμα στα φύλλα κι’ όταν φύγη,
το θερινό αναγάλλιασμα, στις ριγηλές πνοές,
του υγρού βορριά, να γίνεται τόσο στενή και λίγη,
η άζηστη ζήσι, χθαμαλές υπάρξεις, φυτοζωές.

Σ’ άταφη στέππα, σύσσωμες, μολεύουν το χυμό μας,
το θρίαμβο και τη δόξα μας, κρουνούς και προβολείς,
σε τέναγος βρωμολιμνιάς, στο βάλτο, τον κανθό μας,
μολύνουν, ενώ τόσο φως, ήλιε ξανθέ, αμολείς.



Από το βιβλίο: Ρώμος Φιλύρας, «Πορτραίτα και κειμήλια», Ανέκδοτα ποιήματα με τη φροντίδα του Ναπ[ολέοντος] Παπαγιωργίου, Κισσός, Αθήνα 1981, σελ. 50-51.

ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ ΘΥΜΑΜΑΙ Ή ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ




ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ 


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πλοία ακούμπησαν το σώμα τους
στη θάλασσα
Σκαραμαγκά θυμάμαι ή κάτι τέτοιο

Γυναίκα στην απόχρωση του μαύρου
της φυγής
Έτσι το σώμα έσκισε στα δύο
τινάζοντας τη φλούδα

Ακόμα τρέχω ώς τη σπασμένη κορυφή
στον Ακροκόρινθο
Κάστρο στεφάνι, μιά απόφαση παλιά
χωρίς ταξίδι
Ο παρών έφυγε
μ’ ένα βαγόνι που τ’ οδηγούσε
ο υγρός καιρός μονολογώντας

Ο θάνατος
ένα παλιό θαλάσσιο ξέβρασμα
ξυλόγλυπτο της σιωπής
γεμάτο ρόζους και βαθιά αρμύρα


***********


Έτσι πικρά
ο δρόμος άνοιξε νωρίς
Χωρίς μιά βόλτα θάνατο
στη μνήμη του

Στο δρόμο
εσείς θα τραγουδάτε
με τρωγλοδύτες στίχους τη ζωή

Κι εγώ
όταν μιλώ για θάλασσα
μιλώ για μένα



Από το βιβλίο: Αντώνης Πετράτος, «Μονόδρομος», Αθήνα 1988, σελ. 41-42.

ΣΟΝΑΤΙΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ




ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ


ΣΟΝΑΤΙΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ

Φύτεψε ο Θεός έναν κηπάκο
Με κάνα δυο ροδακινιές, μια λεμονίτσα
Και μια κληματαριά για τον ίσκιο.
Εκεί λογάριαζε να περνάει
Τα απογεύματα των γηρατειών του.
Πήρε λοιπόν μια τσάπα κι άρχισε
Να σκάβει ένα βαθύ μεγάλο λάκκο.
(Ψυχή μου, δες το νερό που τρέχει,
Δες τα τρομαγμένα πουλιά,
Δες τα κλαριά που κλαίνε, κλαίνε...)
Μια σαύρα τότε ξετρυπώνει αλαφιασμένη.
Από τη χλόη βιαστικά περνάει στο χώμα.
Πού πας, κυνηγημένη ψυχή;
Ύστερα, τα ημερωμένα αγρίμια
Συνάχτηκαν με θλίψη γύρω γύρω,
Κάτι ύαινες, γριές μοιρολογίστρες,
Κάνα δυο λέοντες σοφοί,.
«Ω, λυπήσου τον», έλεγαν, «λυπήσου τον.
Πέρασε πέλαγος με μια βαρκούλα,
Ποτέ δεν έμαθε το γιατί».

Η νύχτα, ερχόμενη, μονολογούσε.
Στο σπίτι του ένας νεαρός, βοηθός γραφείου,
Σκεφτόταν με το πρόσωπο στο τζάμι
Πως έχει από ώρα η λεωφόρος ησυχάσει
Και μάταια αναβοσβήνουν τα φανάρια
Τίποτε δεν περιμένουν πιά.



Από το βιβλίο: Δήμητρα Χ., Χριστοδούλου, «Η προσευχή του αναιδούς», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1991, σελ. 43.

ΧΟΣΕ ΙΕΡΡΟ!




JOSÉ HIERRO


VARIACIONES SOBRE EL INSTANTE ETERNO

Por qué te olvidas y por qué te alejas
del instante que hiere con su lanza.
Por qué te ciñes de desesperanza
si eres muy joven, y las cosas viejas.

Las orillas que cruzas las reflejas;
pero tu soledad de río avanza.
Bendita forma que en tus aguas danza
y que en olvido para siempre dejas.

Por qué vas ciego, rompes, quemas, pisas,
ignoras cielos, manos, piedras, risas.
Por qué imaginas que tu luz se apaga.

Por qué no apresas el dolor errante.
Por qué no perpetúas el instante
antes de que en tus manos se deshaga.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΡΜΑΝΔΟ ΓΕΡΡΙΚΟ ΚΑΙ Η ΟΛΓΑ ΔΕΛΓΡΟΣΣΙ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ARMANDO GUERRICO



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΟΛΓΑ ΔΕΛΓΡΟΣΣΙ 


BOMBONCITO 


Llegaste a mí con tu risa cantarina, 
tu amor me hizo fuerte y me dio fe.
Todas las noches oscuras de mi vida
brillaron a la luz de tu querer.

Porque me atas en tu límpida mirada,
mis ansias de andar quedan en ti.
Porque endulzas con tus besos mi jornada,
mi bomboncito sólo te sé decir.

Déjame
que te diga despacito
bomboncito... bomboncito...
dueña de mi corazón.
Una vez más mi emoción
repetirá la canción
milagro de tu amor
y de mi amor.
Déjame
que te diga despacito,
bomboncito... bomboncito...
dueña de mi corazón.

Cómo decirte lo mucho que te quiero,
que vivo tan solo por tu amor...
Así da gusto sentirse prisionero,
si es cárcel tu abrazo arrobador.

Porque me atas en tu límpida mirada,
mis ansias de andar quedan en ti.
Porque endulzas con tus besos mi jornada,
mi bomboncito, sólo te sé decir.




Στίχοι: Luis Caruso.
Μουσική: Antonio Romano / Jorge Cerioti.

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

TΟ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ 


TΟ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟ

Τα πράγματα –είπε– γνωρίζονται βαθύτερα απ’ τη στάση τους
παρά απ’ τ’ όνομά τους· έτσι μπορούν να διατηρήσουν
ταυτόχρονα τη σημασία τους και την ύλη τους, μέσα
στον ορισμένο χώρο τους κι έξω απ’ το χώρα,
μέσα στον πάγιο φωτισμό τους και στην ώρα τους, όπως
ετούτο το τραπέζι π.χ. όπου η αμίλητη γυναίκα
ακούμπησε μαλακά τους αγκώνες της κρύβοντας
το πρόσωπό της στα χέρια της, χωρίς δαχτυλίδια,
για να περάσει ωραία, ανώνυμη μέσα στο ποίημα.


                Αθήνα, 24.Χ.76



Από την ποιητική συλλογή  «Πριν και μετά» (1976).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. ΙΓ', Κέδρος, Αθήνα 1999, σελ. 113.

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΑΠΟΒΑΡΑ




ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΗΣ (1937) 


ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΑΠΟΒΑΡΑ*

Μη χτυπάς αδέρφι το Κόμμα.
Κοίτα γύρω και δες πως βραχνιάζει η αστούρα.
Στο χρηματιστήριο διαλαλεί
πως ξεπέσαν οι τίτλοι μας
ποσοστά κάτω
λοιπόν το ίδιο πάει κι η τιμή μας.
Μιά δουλειά με ζημιές
δε συφέρει για δαύτους.
Δώσ’ του κράζουν λοιπόν
κι όσο πάει διαλαλούν τούτο τ’ άλλο
κι αυτούς δεν τους πιάνεις κορόιδο.
Απ’ την άλλη
ξεφωνίζουν καρακάξες ανεύθυνες
κάτω απ’ τις μαύρες κουρέλες της αναρχίας τους τάχα
κι απ’ την άλλη
μαζί τους πετάει κι ο κόρακας.
Από τούτους αδέρφι το Κόμμα διαφέντεψε
και μπροστά στον εχθρό της τάξης μας κοίτα
τί σε δένει μ’ εμάς.
Χώρια ας είν’ τα τσανάκια μας.
Μη χτυπάς αδέρφι το Κόμμα.
Μη ξεχνάς πως και τώρα
μας τρέμει ο εχθρός
και πως έχουμε μεις τη γροθιά και την πάλη. 


* Η πολιτική ποίηση κατά τους αστούς κριτικούς



Από το βιβλίο: Λευτέρης Κανέλλης, «Ο Νότιος», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1977, σελ. 81.

ΚΛΑΨΤΕ ΟΥΡΑΝΟΙ ΚΙ ΑΣΤΕΡΙΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ


ΚΛΑΨΤΕ ΟΥΡΑΝΟΙ ΚΙ ΑΣΤΕΡΙΑ

Κλάψτε ουρανοί κι αστέρια
κι ορφανά πουλιά της ερημιάς
χίλια χέρια με μαχαίρια
την καρδιά ξεσκίζουν της καρδιάς.
Πόνε γίνε μαξιλάρι να κοιμηθώ
νά 'ρθει η νύχτα να με πάρει
και να μην ξημερωθώ.

Φωτιά θ' ανάψω να σε κάψω ουρανέ
στάχτη να γίνεις μες στα στήθια μου καημέ
φλόγα και φωτιά σωρό να κάψω τα φιλιά
να φουντώσει τ' όνομά σου και να καεί
κάθε αχνάρι απ' τη σκιά σου και να μην ξαναβρεθεί.



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος.
Τραγούδι του 1968.

Ε ΡΕ ΚΟΡΟΪΔΙΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ 


Ε ΡΕ ΚΟΡΟΪΔΙΑ

Ε ρε κοροϊδία, αυτά τ’ αφεντικά
σαν πεντόβολα μας παίζουν σ’ αυτή την αγορά,
στα λόγια λένε ισότης στη δουλειά
κι όλα στην πάντα σαν γίνει μοιρασιά,
στα λόγια λένε πάντα ισότης στη δουλειά
κι όλα στην πάντα σαν γίνει μοιρασιά.

Ε ρε κοροϊδία, μας δίνουν διαταγές
όλοι αυτοί τα οικονομάνε κι εμείς ψωμί κι ελιές
και μαργαρίνη για βούτυρο να τρως,
σου λεν για ειρήνη κι έχουνε τ’ όπλο μπρος,
και μαργαρίνη πάντα για βούτυρο να τρως,
σου λεν για ειρήνη κι έχουνε τ’ όπλο μπρος.

Σέβεσαι και φροντίζεις για το καλόν της επιχειρήσεως,
λέγε, σέβεσαι, πες το ναι άνευ αντιρρήσεως, ΝΑΙ.

Ε ρε κοροϊδία, αυτά τ’ αφεντικά
σαν πεντόβολα μας παίζουν σ’ αυτή την αγορά,
κι όλο με κέρδος μετράνε τις στιγμές
με κέρδος, πάλι, μετράνε τις ζωές,
κι όλο με κέρδος πάντα μετράνε τις στιγμές
με κέρδος, πάλι, μετράνε τις ζωές.

Σκίζεσαι, να πλουτίζει τ’ αφεντικό της επιχειρήσεως,
λέγε, σκίζεσαι, πες το ναι άνευ αντιρρήσεως, ΝΑΙ.

Ε ρε κοροϊδία, αυτά τ’ αφεντικά
σαν πεντόβολα μας παίζουν σ’ αυτή την αγορά,
στα λόγια λένε ισότης στη δουλειά
κι όλα στην πάντα σαν γίνει μοιρασιά,
στα λόγια λένε πάντα ισότης στη δουλειά
κι όλα στην πάντα σαν γίνει μοιρασιά.


Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης. 
Μουσική: Δήμος Μούτσης.

ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΚΑΠΡΟΝΙ!




GIORGIO CAPRONI


PER LEI

Per lei voglio rime chiare,
usuali: in -are.
Rime magari vietate,
ma aperte: ventilate.
Rime coi suoni fini
(di mare) dei suoi orecchini.
O che abbiano, coralline,
le tinte delle sue collanine.
Rime che a distanza
(Annina era cosí schietta)
conservino l’eleganza
povera, ma altrettanto netta.
Rime che non siano labili,
anche se orecchiabili.
Rime non crepuscolari,
ma verdi, elementari.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΕΚΤΩΡ ΡΙΒΕΡΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο HECTOR RIVERA: ACCELERANDO

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΝΑΝΤΙΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η NADIA: AMORE INEVITABILE

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

"ΟΛΥΜΠΙΑΚΕ ΜΕΓΑΛΕ..." ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΟΝΤΟ






Στις 31 Μαΐου 2012 έγινε στην Κέρκυρα εκδήλωση παρουσιάσεως του βιβλίου της Τριπλέττας Θρύλου «Κουίζ ολυμπιακογνωσίας και θρυλοφροσύνης». Την Τριπλέττα Θρύλου την αποτελούν ο Νίκος Μαυρωνάς, ο Θόδωρος Πέππας και ο μπλογκάρχης. Δυστυχώς την ημέρα εκείνη απεβίωσε ο πατέρας μου κι έτσι δεν πήγα στην εκδήλωση. Πληροφορήθηκα, όμως, ότι ο βαρύτονος Παντελής Κοντός, υπέροχος σύγγαυρος, τραγούδησε διάφορα ερυθρόλευκα άσματα με τον κανόνα της τέχνης του με τη συνοδεία του Γιάννη Κούρκουλου.
Ο Θόδωρος Πέππας έγραψε και ανάρτησε στο γιουτιούμπ το σχετικό βιντεάκι. Από εκεί το πήρα και το αναρτώ κι εγώ εδώ. Και αναρτώ και ένα δεύτερο, ανεβασμένο στο γιουτιούμπ από τον vertigo XIII, γιατί εκεί ακούγεται όλος ο ύμνος. Κι αν δεν είναι πολύ καλή η λήψη της εικόνας και η ποιότητα του ήχου, κρίνω ότι τα βιντεάκια αξίζει να τα ακούσουμε.

Η ανάρτηση αφιερώνεται στη μνήμη του πατέρα μου, Δημητρίου Κεντρωτή, που έβαλε το χεράκι του να γίνω οπαδός του Ολυμπιακού.




ΟΙ ΡΥΘΜΙΚΟΙ ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ...




ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


ΟΙ ΡΥΘΜΙΚΟΙ ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ...

Οι ρυθμικοί βηματισμοί στις υγρές πλάκες
—Του ρολογιού χτυπήματα στην τελεσίδικη ώρα—
Φωνές πίσω απ’ τη μνήμη μικρόχαρων στιγμών
Τα χαραγμένα μάταια γράμματα στους τοίχους.
Πίσω από το Αύριο Πρωί δεν είναι τίποτα
Ούτε για την αθέμιτη χαρά μιάς αυταπάτης
Επιστροφή σ’ ένα κενό χωρίς διέξοδο
Χωρίς καν απλή βράδυνση απ’ την ανέκκλητη ώρα.



Από την ποιητική συλλογή: «Εποχές 3».
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα, 1941-1971», δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 82.