Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΔΥΣΚΟΛΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ



ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ


ΔΥΣΚΟΛΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

Τα χρώματα κατάκοιτα, ελώδη.
Γλιστράν οι λέξεις σαν τις σαύρες
ανάμεσα χαρτιά και στόματα –
τόση αηδία πια για ομορφιές
που λίμνασαν μες στα υδρόβια σχήματά τους.
Και διαρκώς βρίσκουμε από ’να πρόσχημα
Για να μην αποχωριστούμε τίποτα.
Μας είναι τόσο πιο δύσκολη η συντροφιά
Των γυμνών, αυθεντικών πραγμάτων.



Από την ποιητική συλλογή «Αντιδικίες» (1955).
Από το βιβλίο: Τίτος Πατρίκιος, «Ποιήματα, ΙΙ (1953-1959)», Κέδρος, Αθήνα 19989, σελ. 46.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΤΖΟΥΖΕΠΠΕ ΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟ




Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο GIUSEPPE DI STEFANO

NAPOLI CA SE NE VA

E só' sbarcate 'nterra Marechiaro
tre cumitive 'e vascio â Sanitá:
Só' doje coppie 'e 'nnammurate,
doje maeste 'ngannaccate
cu 'e marite e nu cumpare
viecchio "capo 'e suggitá"

E che tavula speciale:
'nterra 'o cato cu 'a frutta e 'o vino,
nu mellone dint''a cantina,
'o cumpare dint''a cucina
ca "discute" cu 'a "principale".

E 'a luna guarda e dice:
"Si fosse ancora overo!
Chisto è 'o popolo 'e na vota:
gente semplice e felice...
chist'è Napule sincero
ca pur'isso se ne va..."

Divotamente mo se fanno 'a croce,
comm'è ll'usanza, primma 'e accumminciá...
'O cumpare ch'è 'struito,
fa nu brínnese "in pulito"...
Lle risponne, a una voce,
tutt''a tavula: "Addó' va!"

'A sié Rosa ca se cunzòla
pe' sti "suone" ca só' venute...
pe' 'sta voce ch'è "fina e bella",
p''a canzone ch'è "Palummella"...
...Palummella ca zómpa e vola...

E 'a luna guarda e dice:
"Si fosse ancora overo!
Chisto è 'o popolo 'e na vota:
gente semplice e felice...
chist'è Napule sincero
ca pur'isso se ne va..."

'E ttre famiglie tornano vucanno,
nu poco fatte a vino tutt'e tre...
'A varchetta 'e ccunnuléa,
na maesta scapuzzéa...
'O cumpare parla 'e quanno...
quanno 'o guappo era nu rre...

'E ffigliole, pe' sottaviento,
mo se fanno na zuppetella
cu 'e taralle 'int'a ll'acqua 'e mare...
Ll'acqua smòppeta, fragne e pare
ca 'e mmanelle só' tutte 'argiento...

E 'a luna guarda e dice:
"Si fosse ancora overo!
Chisto è 'o popolo 'e na vota:
gente semplice e felice...
chist'è Napule sincero
ca pur'isso se ne va..."



Στίχοι: Ernesto Murolo.

Μουσική: Ernesto Tagliaferri.


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

ΣΟΠΕΝ - ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΚΡΟΑΣΗ





FRÉDÉRIC CHOPIN: NOCTURNES


Πιάνο: MAURIZIO POLLINI

ΕΟΥΤΖΕΝΙΟ ΜΟΝΤΑΛΕ!




EUGENIO MONTALE


RIPENSO IL TUO SORRISO

Ripenso il tuo sorriso, ed è per me un'acqua limpida
scorta per avventura tra le pietraie d'un greto,
esiguo specchio in cui guardi un'ellera i suoi corimbi;
e su tutto l'abbraccio d'un bianco cielo queto.
Codesto è il mio ricordo; non saprei dire, o lontano
se dal tuo volto s'esprime libera un'anima ingenua,
o vero tu sei dei raminghi che il male del mondo estenua
e recano il loro soffrire con sé come un talismano.
Ma questo posso dirti, che la tua pensata effigie
sommerge i crucci estrosi in un'ondata di calma,
e che il tuo aspetto s'insinua nella mia memoria grigia
schietto come la cima d'una giovinetta palma.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΒΕΡΤΟ ΜΕΔΙΝΑ




ΠΑΙΖΕΙ Η ORQUESTA JULIO DE CARO
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO MEDINA 

ESTA NOCHE DE LUNA

Acercate a mi
y oirás mi corazón
contento latir
como un brujo reloj.
La noche es azul,
convida a soñar,
ya el cielo ha encendido
su faro mejor.
Si un beso te doy,
pecado no ha de ser;
culpable es la noche
que incita a querer.
Me tienta el amor,
acércate ya,
que el credo de un sueño
nos revivirá.

Corre, corre barcarola,
por mi río de ilusión.
Que en el canto de las olas
surgirá mi confesión.

Soy una estrella en el mar
que hoy detiene su andar
para hundirse en tus ojos.
Y en el embrujo
de tus labios muy rojos,
por llegar a tu alma
mi destino daré.
Soy una estrella en el mar
que hoy se pierde al azar
sin amor ni fortuna.
Y en los abismos
de esta noche de luna,
sólo quiero vivir,
de rodilla a tus pies,
para amarte y morir.

Acércate a mi
y oirás mi corazón
contento latir
como un brujo reloj.
Mi voz te dirá
Palabras de miel
que harán de tu pecho
fuego encender.
El canto del mar
repite en su rumor
qué noche de luna,
qué noche de amor.
Dichoso de aquel
que pueda decir,
yo tengo un cariño
qué dulce es vivir.

Corre, corre barcarola,
que la luna se escondió.



Letra: Héctor Marcó.
Música: José García / Graciano Gómez.

Τάνγκο του 1943.


ΤΟ ΦΩΣ




ΠΑΝΟΣ ΘΑΣΙΤΗΣ


ΤΟ ΦΩΣ

Τώρα το φως το ρίχνουν στα κασόνια
το καρφώνουν και το πάνε.
Οι πράκτορες εισπράττουν τα ναύλα
Χωρίς να το δουν· οι παραλήπτες το μοιράζουν
Χωρίς να το δούν.

Αθέατα χέρια
Το συνάζουν πάλι στα κατώγια.



Από το βιβλίο: Πάνος Κ. Θασίτης, «Τα ποιήματα», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2011, σελ. 84.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΑΠΟ ΣΤΙΓΜΕΣ ΩΡΑΙΕΣ ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ;


JAROSLAV SEIFERT


ΑΠΟ ΣΤΙΓΜΕΣ ΩΡΑΙΕΣ ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ;


Από στιγμές ωραίες τί απομένει;
Η λάμψη των ματιών,
μιά σταλίτσα ουσία,
ο αναστεναγμός επάνω στον γιακά,
η αναπνοή στο τζάμι,
από τα δάκρυα ένα ψίχουλο
κι ένα νύχι μόλις απ’ τη λύπη.
Και, ναι, πιστέψτε με, σχεδόν τίποτε άλλο.
Καπνός τσιγάρων
και φευγαλέα χαμόγελα
και μια χούφτα λόγια
που πετάνε στρίβοντας σε μιά γωνία
σαν νά ’ναι τίποτα σκουπιδάκια
που τα σαρώνει ο άνεμος.
Μα δεν θά ’θελα, όχι, να ξεχάσω
κι εκείνες τις τρεις χιονονιφάδες.
Αυτά μόνο, αυτό είν’ όλο κι όλο.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΤΣΕΛΛΟ ΚΟΛΑΣΟΥΡΝΤΟ



Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο MARCELLO COLASURDO: CATARINA

ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ



ROBERT DESNOS


LA FOURMI

Une fourmi de dix-huit mètres
Avec un chapeau sur la tête,
Ca n'existe pas, ça n'existe pas.

Une fourmi traînant un char
Plein de pingouins et de canards,
Ca n'existe pas, ça n'existe pas.

Une fourmi parlant français;
Parlant latin et javanais,
Ca n'existe pas, ça n'existe pas.

Eh! Pourquoi pas?

ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΠΟΛΚΕΣ: ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΤΑΡΑΓΟ ΡΟΣ




ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο TARRAGÓ ROS

BARRILITO DE CERVEZA
EL CALAVERA
LA PAISANA
ESTE ES MI MENSAJE

ΠΑΤΡΙΤΣΙΑ ΒΑΛΝΤΟΥΓΚΑ!




PATRIZIA VALDUGA


[NEL LUGLIO ALTERO, LUI TENERO AUDACE]

Nel luglio altero, lui tenero audace,
sensualmente a me lanciava da là:
prima di sera io ti scopo. Ah.
Fra trafficar di sguardi dove pace,
 
dove l'incompenetrabilità...
dove il tempo in quest'ombra... Lui tace
in un empio silenzio a farne fornace.
Poi apri, m'intima, apri... più dentro già
 
si spinge con suo tal colpo segreto.
Umidore, pare bacio di calore
su ammucchiarsi d'umano, alto m'accappia.
 
O inverni e lirici slanci (con metodo).
Mi sale... mi scende... io come granata
esplosa, contusa, to', che si sappia.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ



ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Στο λιμάνι,
με τ’ ασάλευτα πλοία
ένας κόσμος δύσκολος
και η ευτυχία μια λέξη
μπαλονάκι στον αφρό
στο λιμάνι
ρύποι ζωής που επιπλέουν
στο λιμάνι,
που τον ορίζοντα συνθέτουν οι γερανοί
μια σθεναρή αγκύλωση μνήμης
για το χρόνο που κάθισε στα σκαλάκια
και ένα σαξόφωνο που κάνει φάλτσο
στην κυκλοφορία του ετοιμόρροπου σήμερα
τέλη Οκτώβρη.



Από το βιβλίο: Μαρία Τσιράκου, «Επιστροφή από την απόΣταση», Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2012.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΤΑ ΠΑΡΑΦΟΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ




Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ


ΤΑ ΠΑΡΑΦΟΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ

Πέστε μου τη στιγμή, τη λέξη που θα γίνει αχτίνα
Το χέρι που θα παραμερίσει, το πόδι που θα κλωτσήσει
Το στόμα που θα φτύσει
Το μάτι που θα λάμψει από χαρά χαρά χαρά
Γύρνα λοιπόν, δείξε μου τη δαγκωνιά της ζωής σου
Πάρε το αίμα σου τίναξέ το παντού, στην ψυχρή αχτίνα
Στη ρίζα της σμυρτιάς στο ερωτικό χώμα
Στην Ανάγκη, το πιο πολύ αίμα στην Ανάγκη
Που είναι απ’ τις ρίζες του Θεού η πιο βαθειά στη γη

Φέρτε μου τα κόκαλα έτσι όπως είναι άσπρα
Και τα τρώει ο ήλιος, τ’ άσπρα κόκαλα
Σαν την αγνότητα, τα παράφορα λείψανα
Που κρατούν το μάτι αιχμάλωτο
Την πράξη αβέβαιη και την αυγή γονατιστή
Τσακισμένη με άκρη χειλιών στο σώμα του θανάτου
Τα κόκαλα τα παράφορα των Ελλήνων



Από την ποιητική συλλογή «Εντός παρενθέσεως» (1945-1949).
Από το βιβλίο: Δ.Π. Παπαδίτσας, «Ποίηση», Ευθύνη, Αθήνα 1997, σελ. 58.

ΣΤ' ΑΡΜΑΤΑ, ΣΤ' ΑΡΜΑΤΑ!



.
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΝΔΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ


ΣΤ’ ΑΡΜΑΤΑ, ΣΤ’ ΑΡΜΑΤΑ

Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα
μουγκρίζουν τ' Άγραφα σειέται η στεριά.
Στ' άρματα, στ' άρματα εμπρός στον αγώνα
για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά.

Ξαναζωντάνεψε τ' αρματολίκι
τα μπράτσα σίδερο φλόγα η ψυχή
λουφάζουν έντρομοι οι ξένοι λύκοι
στην εκδικήτρα μας αντρίκια ορμή.

Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα
στέλνει περήφανο χαιρετισμό
νέας ανάστασης χτυπάει η καμπάνα
μηνάν τα όπλα μας τον λυτρωμό.

Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα
που μας εβάραινε θανατερά.
Θέλουμε ελεύτερη εμείς πατρίδα
και πανανθρώπινη την λευτεριά.



Στίχοι: Νίκος Καρβούνης.
Μουσική: Άκης Συρναίος (Αστραπόγιαννος).

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΠΕΡΑΣΑΝ


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


[ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΑΣΑΝ]

Πολλά χρόνια πέρασαν. Μάχες χαμένες κι άλλες που τις κερδίσαμε
Χωρίς ποτέ να το μάθουμε, και πάντα η λησμονιά και τα φύλλα που
    έπεφταν.
Αλλά θά ’ρθει μιά μέρα που θα κλείσουμε ειρήνη με το όνειρο,
Αιώνια κυνηγημένοι – ώσπου τη νύχτα ήταν αδύνατο να μην τους
    συγχωρήσεις.
Κι, αχ, μόνο μ’ αυτό ζήσαμε, μ’ αυτό που δε θα βρει κανείς ποτέ
μέσα στις ιστορίες μας.



Από την ποιητική συλλογή: «Σκοτεινή πράξη» (1974).
Από το βιβλίο: Τάσος Λειβαδίτης, «Ποίηση», τόμος δεύτερος, Κέδρος, Αθήνα 1987, σελ. 125.

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΜΟΥΣΟΥΛΙΝΙ ΑΛΛΑΞΕ ΓΝΩΜΗ

Βρε γρουσούζη Μουσουλίνι
πού ’ν’ τα τόσα μεγαλεία
που ’ταζες κάθε λιγάκι
στην καημένη Ιταλία

Την ετάραξες στην πείνα
κι είναι πια ξελιγωμένη
Μοναχά η δική σου τσέπη
είναι παραφουσκωμένη

Τα καημένα τα παιδιά της
δεν τολμούν να πούν κουβέντα
τους εράψατε το στόμα
συ, ο Τσιάνος και η Έλντα

Μουσουλίνι άλλαξε γνώμη
έλα πια στα σύγκαλά σου
γιατί έφτασε η ώρα
να τινάξεις τα μυαλά σου.



Στίχοι: Γιώργος Φωτίδας.
Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης.

ΛΕΟΠΟΛΔΟ ΛΟΥΓΟΝΕΣ!




LEOPOLDO LUGONES


A LOS GAUCHOS

Raza valerosa y dura
que con pujanza silvestre
dio a la patria en garbo ecuestre
su primitiva escultura.
Una terrible ventura
va a su sacrificio unida,
como despliega la herida
que al toro desfonda el cuello,
en el raudal del degüello
la bandera de la vida.

Es que la fiel voluntad
que al torvo destino alegra,
funde en vino la uva negra
de la dura adversidad.
Y en punto de libertad
no hay satisfacción más neta,
que medírsela completa
entre riesgo y corazón,
con tres cuartas de facón
y cuatro pies de cuarteta.

En la hora del gran dolor
que a la historia nos paría,
así como el bien del día
trova el pájaro cantor,
la copla del payador
anunció el amanecer,
y en el fresco rosicler
que pintaba el primer rayo,
el lindo gaucho de Mayo
partió para no volver.

Así salió a rodar tierra
contra el viejo vilipendio,
enarbolando el incendio
como estandarte de guerra.
Mar y cielo, pampa y sierra,
su galope al sueño arranca,
y bien sentada en el anca
que por las cuestas se empina
le sonríe su Argentina
linda y fresca, azul y blanca.

Luego al amor del caudillo
siguió, muriendo admirable,
con el patriótico sable
ya rebajado a cuchillo;
pensando, alegre y sencillo,
que en cualesquiera ocasión,
desde que cae al montón
hasta el día en que se acaba,
pinta el cub de la taba
la existencia del varón.

Su poesía es la temprana
gloria del verdor campero
donde un relincho ligero
regocija la mañana.
Y la morocha lozana
de sediciosa cadera,
en cuya humilde pollera,
primicias de juventud
nos insinuó la inquietud
de la loca primavera.

Su recuerdo, vago lloro
de guitarra sorda y vieja,
la patria no apareja
preopación ni desdoro.
De lo bien que guarda el oro,
el guijarro es argumento;
y desde que el pavimento
con su nivel sobrepasa,
va sepultando la casa
las piedras de su cimiento.

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΗΝ ΑΠΩ ΑΝΑΣΤΟΛΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΣΤΗΝ ΑΠΩ ΑΝΑΣΤΟΛΗ


Τον χρόνο ροκανίζει σαν ανέμη ο μύλος
των λόγων, των ομιλιών με σπάνια πείνα.
Τα ροκανίδια του εκτοξεύονται στα σχίνα
(κάτι άπονα τρυπάνια, ιαπωνικά προδήλως)

και χτίζουν κήπους και πανιά (όπως θέλει ο θρύλος)
σε φιλιατρά σπηλαίων με λαλιές και κρίνα.
Τον χρόνο ροκανίζει σαν ανέμη ο μύλος
των λόγων, των ομιλιών με σπάνια πείνα.

Των γογγυσμών σειρήτια τα φιλτράρει ο σκύλος,
και την κρησάρα του καιρού συλεί η γλυσίνα.
Την κρίση ανακοινοί ο καδής (των ώμων φίλος)

ωμούς ανακινών μικάδους σαν σειρήνα.
Τον χρόνο ροκανίζει σαν ανέμη ο μύλος
των λόγων, των ομιλιών με σπάνια πείνα.

ΜΑΡΓΚΕΡΙΤΑ ΓΚΟΥΙΝΤΑΤΣΙ!




MARGHERITA GUIDACCI


NESSUNA PAROLA
 
Poichè non mi veniva nessuna parola
(la parola era "addio", ma non riuscivo a dirla)
ti ho dato il mio silenzio
ed ho ascoltato il tuo,

e non è stato un vuoto, ma condivisa pienezza
e ancora gioia, mentre accettavamo,
come la terra, un nostro tempo di neve,
bianco grembo d'attesa delle future estati.

Η ΤΕΜΠΑΛΝΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΒΕΡΝΤΙ




Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η RENATA TEBALDI


RITORNA VINCITOR

Ritorna vincitor!
E dal mio labbro uscì l'empia parola!
Vincitor del padre mio, di lui
Che impugna l'armi per me
Per ridonarmi una patria,
Una reggia e il nome illustre
Che qui celar m'è forza!

Vincitor de'miei fratelli ond'io lo vegga,
Tinto del sangue amato,
Trionfar nel plauso dell'Egizie coorti!
E dietro il carro,
Un Re, mio padre di catene avvinto!

L'insana parola o Numi sperdete!
Al seno d'un padre la figlia rendete,
Struggete le squadre dei nostri oppressor!

Ah! sventurata! Che dissi?
E l'amor mio?
Dunque scordar poss'io / questo fervido amore
Che, oppressa e schiava,
Come raggio di sol qui mi beava?
Imprecherò la morte a Radamès
a lui ch'amo pur tanto!
Ah! non fu interra mai da più crudeli
Angoscie un core affranto!

I sacri nomi di padre d'amante,
Nè profferir poss'io nè ricordar
Per l'un per l'altro confusa tremante
Io piangere vorrei pregar.
Ma la mia prece in bestemmia si muta
Delitto è il pianto a me colpa il sospir
In notte cupa la mente è perduta
E nell'ansia crudel vorrei morir.

Numi, pietà del mio soffrir!
Speme non v'ha pel mio dolor
Amor fatal tremendo amore
Spezzami il cor, fammi morir!



Στίχοι: Antonio Ghislanzoni.
Μουσική: Giuseppe Verdi.
Από την όπερα Aida (1871).

ΧΑΟΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ



ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ


ΧΑΟΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ

Αγάπη αγνώστων
Συνουσίες βιαστικών
Αρρώστιες αθώων
Παράκρουση σιωπηλών.
Όταν μια πεταλούδα αναζητά χρώμα ,
ένας εργάτης βλέπει βουβό κινηματογράφο.
– Έχετε άγνοια της τυχαιότητας
...ίσως γιατί είστε κοινής της ετυμολογίας.
– Πίνετε πολύ τσάι...
δεν κάνατε ποτέ παρέα σ’ ένα πτώμα
μια νύχτα έστω…
...στην εντατική.
Με την εφημερία να χασκογελάει
και να σας ξυπνά στρατιωτικά.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ



Αφιερωμένο στον γιό μου Δημήτρη για την ονομαστική του εορτή

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ GUNS N' ROSES: ESTRANGED

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗ


JUAN GELMAN


Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗ


αυτό το άρωμά σου / ανεβαίνει; / κατεβαίνει; /
έρχεται από σένα; / από μένα; / σε ποιόν άλλον
θά ’πρεπε να μεταμορφωθώ; / ποιός άλλος /
κι όχι εγώ / θά ’πρεπε νά ’μαι; /
για να ξέρω / να δω / τα κομμάτια
του κόσμου που ενώνεις σιωπώντας; /
έτσι σβήνεις αποστάσεις; /
ξαναφέρνοντάς με στο ζώο μου; / έτσι
μου δίνεις μεγαλείο / ή σώμα
που το εκπορθείς με την απουσία σου; /
με το βλέμμα σου / που
δεν θα γυρίσει στο μάτι σου / νά ’ναι ήδη πυρετός
χωρίς άλλο χρέος πάρεξ τον δρόμο; /
είσαι εδώ / είναι σαν να λες / τα πάντα είναι εδώ /
το κενό και η ένωση / και εσύ / και η
μοναξιά η ανάστατη



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΕΦΡΕΝ ΡΕΒΟΓΕΔΟ!


EFRÉN REBOLLEDO (1877-1929) 


LOS BESOS

Dame tus manos puras; una gema
pondrá en cada falange transparente
mi labio tembloroso, y en tu frente
cincelará una fúlgida diadema.

Tus ojos soñadores, donde trema
la ilusión, besaré amorosamente,
y con tu boca rimará mi ardiente
boca un anacreóntico poema.

Y en tu cuello escondido entre las gasas
encenderé un collar, que con sus brasas
queme tus hombros tibios y morenos,

y cuando al desvestirse lo desates
caiga como una lluvia de granates
calcinando los lirios de tus senos.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

ΦΘΟΝΕΙ


JAROSLAV SEIFERT


ΚΑΤΑΚΟΠΗ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΟΡΟ Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ


Κατάκοπη ύστερα από τον χορό η χορεύτρια
στο μεταξένιο εξάπλωσε λιβάδι
κι η μουσελίνα της φαρδιάς της φούστας
απλώθηκε ολόγυρά της
σάμπως δυό κύκλοι πάνω στο νερό.

Το αμέριμνό της γέλιο το άκουσα,
έφτασα όμως πολύ αργά.

Όταν έχει πια γεράσει ο άνθρωπος,
φτάνει πάντοτε αργά,
και μετά φθονεί και το λιβάδι ακόμα
για τα δυό λακκάκια που τού ’χουνε ανοίξει
της γυναίκας τα γόνατα τα νεανικά.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΝΤ ΣΤΙΟΥΑΡΤ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROD STEWART: RHYTHM OF MY HEART

ΧΟΣΕ ΜΑΡΙΑ ΙΝΟΧΟΣΑ!

JOSÉ MARIA HINOJOSA (1904-1936)


ERÓTICA IMPREVISTA

Hundido entre juncales,
eludí la pasión
de la mujer sin carne.

Eludí la pasión,
dentro de mi ramaje
y sin quererlo yo.

Perdida entre arenales
la mujer, ya voló
mi carne con su carne.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

DOMENICA DELLA GRANDIS




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


DOMENICA DELLA GRANDIS

       Il fait dimanche sur l’eau
           Blaise Cendrars

Την Κυριακή η Ντομένικα χτυπά καμπάνες.
Θυμάται τρίμματα ήχων στα νερά, αλυσίδες
ονείρων και αναστοχασμών πυγολαμπίδες
τον λυρισμό τους να προσδένουν σε χοάνες

περιενδεδυμένες τρυφερές αφάνες
σαν τη χλωρίδα πάνω σε βραχονησίδες
που τη βοσκάνε οι αδηφάγες γίδες
κι οι τράγοι που ξυπνάν στους ποιητές παιάνες.

Σεμνή Ντομένικα των όρθρων και της δύσης,
σε υμνεί το μεν ο νους, το δε το σώμα ορθίων
αισυμνητών, που κάθε Κυριακή με στύσεις

ορέγονται ουρανό και χώμα και εξ ιδίων
πληρώνουν τους σπασμούς που θα τους περιχύσεις
σαν νά ’σαι ο ήλιος ανατέλλων ή και δύων.

ΤΑ ΚΛΑΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΥΠΝΙΩΝ




ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΔΙΚΛΕΙΣ

Όταν μονάζουμε σκεπτόμενοι μελλοντικά ταξείδια
Ένα καράβι κάποτε περνά στην κάμαρά μας
Και γέρνουμε ν’ αναπαυθούμε στο κατάστρωμα
Ως που να φθάσουν τα κλαριά των ενυπνίων
Και λυτρωθούμε από τους κόπους της ημέρας
Στην πρασιά της ανευρέσεως
Σιτοβολώνος που διαλέξανε δυό κορασίδες
Για νάρθουν να με συναντήσουν.



Από την ποιητική συλλογή «Ενδοχώρα» (1934-1937).
Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Ενδοχώρα», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1980, σελ. 29.

ΛΟΥΙΤΖΙ ΜΠΟΚΕΡΙΝΙ





LUIGI BOCCHERINI : QUINTETTO op. 13 n. 5.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΑΩ ΤΟΥΣ ΣΚΥΛΟΥΣ


Ο Capitánγερμανικός ποιμενικός σκύλος, μένει στον τάφο του αφεντικού του τα τελευταία 6 χρόνια. Ο Miguel Guzmán, ο οποίος έζησε στο Villa Carlos Paz, μια μικρή πόλη στην Αργεντινή, απεβίωσε το 2006. Λίγο αργότερα, ο σκύλος της οικογένειας Guzmán, άρχισε να δείχνει σημάδια της θλίψης, να εμφανίζεται στο νεκροταφείο, όπου και βρηκε μόνος του τον τάφο του αφεντικού του. Από τότε κάθε βράδυ στις 18:00 ο Capitán επιλέγει να κοιμάται δίπλα στην ταφόπλακα.

ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΙ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΑΦΟΣΙΩΣΗ!

ΕΓΡΑΦΕ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1968 Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΣΤΗΝ ΛΕΡΟ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΣΕΠΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΔΑΦΝΗΦΟΡΙΑ

Είπαμε φέτος πια θα μείνουμε δω πέρα. Αρκετά. Τί ηλίθιες
   εξορμήσεις.
Μόνη σοφία του ανθρώπου: η μοναξιά. Λοιπόν, τί να τρέχουμε
   τώρα,
νυχτιάτικα, με δάδες, σκουντουφλώντας στις πέτρες, δίχως καν
   να ξέρουμε
το νόημα τέτοιων άσκοπων συμβολισμών – το στήσιμο της ξύλινης
   καλύβας,
η μυστική πομπή μ’ ένα παιδί επικεφαλής, το βέλος που καρφώνεται
   στην πόρτα,
μετά η πυρπόληση του καλυβιού, κι ο κόσμος να τρέχει προς τα
   Τέμπη
χωρίς να στρέψουν ούτε μια φορά πίσω τους το κεφάλι. Και, μετά
   τις θυσίες,
να γυρνάμε ξανά φορτωμένοι δαφνόκλαδα. Τα ίδια και τα ίδια
κάθε εννιά χρόνια (ίσως για να ξεχάσουμε στο μεταξύ· – κι αλήθεια
   που ξεχνάμε), Ε, όχι·
ετούτη τη φορά δεν το κουνάμε βήμα, – έτσι είπαμε. Μα όταν
   ακούστηκε
απόμακρα το νύχτιο τύμπανο και πέρασαν οι πυρσοφόροι αθόρυβα
   μπροστά στο σπίτι,
δεν αντέξαμε πάλι, πεταχτήκαμε στο δρόμο, στριμωχτήκαμε ανάμεσα
   στο πλήθος,
πήραμε μέρος στη φωτιά, στη φυγή, στις θυσίες, κι επιστρέψαμε
απ’ την Πυθιάδα οδό προς τους Δελφούς, περασμένα μεσάνυχτα,
   κρατώντας
δάφνες και δάφνες, μ’ όλο που δεν είχαμε (από χρόνια πιά) να
   στεφανώσουμε κανένα –
κι ήταν μια θλίψη, και μαζί περηφάνια, που δεν τό ’ξερε κανείς,
   και που όλοι
μας λογιάζαν δικούς τους. – Κάπνιζε ακόμα η καλύβα στον
   όρθρο. Γυρίζοντας σπίτι,
κοιτούσαμε τον ουρανό, καθάριο, γαλατένιο, γαλανό, τριανταφυλλή·
   κοιτούσαμε στο χώμα
τις πατημένες χάρτινες σημαιούλες, κάποιο παιδικό σαντάλι, ένα
   μαντίλι με σπέρμα·
κοιτούσαμε γαλήνια, εκστατικά, με κάποια αόριστη ευγένεια και
   ναυτία,
με την ευτυχισμένη κούραση και με το θάμπωμα της μεγάλης
   αγρύπνιας,
σαν ξεβαμμένοι ηθοποιοί, στο τέλος μιας ωραίας παράστασης,
   που φεύγουν διατηρώντας
στη νυσταγμένη τους ακοή το μάταιο βουητό των χειροκροτημάτων
   και μια κάποια
ενόχληση, όπως απομένει λίγη κόλλα στο πιγούνι τους από τη
   μεγαλόπρεπη γενειάδα
του Οιδίποδα ή του Προμηθέα, που ’χαν φορέσει και πάλι αυτή
   τη νύχτα

                  Λέρος, 23.Χ.68



Από την ποιητική συλλογή: «Επαναλήψεις, σειρά ΙΙ» (1968 / 1972).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι΄, Αθήνα, Κέδρος 1989, σελ. 79.

ΣΩΜΑ ΑΛΗΘΙΝΟ




YVES BONNEFOY


ΣΩΜΑ ΑΛΗΘΙΝΟ

Κλειστό το στόμα και πλυμένη η όψη
Εξαγνισμένο το κορμί, σαβανωμένο
Το πεπρωμένο τούτο φωτίζοντας τη γη του λόγου
Και ο γάμος ήδη τελεσθείς ο απώτατος.

Σκοτωμένη η φωνή που μού ’λεγε κατά πρόσωπο
Πως άγριοι είμαστε πως είμαστε χώρια.
Τοίχοι τα μάτια της: κι εγώ την Απόρροια κρατάω νεκρή
Στην τραχύτητά της που σφαλίστηκε μ’ εμένα πάλι.

Κι όσο μεγαλώνει το ψύχος που βγαίνει από το είναι σου
Όσο φλέγεται της οικειότητάς ο πάγος, Απόρροια,
Εγώ θα μιλάω εντός σου· και θα σ’ αγκαλιάζω
Στην πράξη της γνώσης και της ονοματοδοσίας.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΑ...

Είπεν ο Στουρνάρας: Θα πεινάσει κόσμος... 

 

Ενώ μέχρι τώρα έτρωγε με χρυσά κουτάλια...

ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ

     Tú sólo, sólo tú, sabes el modo
     De reducir el Universo a un beso !
              José Martí

Τον θησαυρό φυλάς στων δυό χειλιών τα ημίση,
σε φάκελλο με υδατογράφημα κρυστάλλων...
Το σύμπαν συμπυκνώνεται σε όρους μάλλον
ψιλούς παρά στων τηλεσκόπιων την κρίση.

Επιφωνήματα το κάνουν να δακρύσει·
το αχνό άγγιγμα στο πέλμα· η λύση των σανδάλων.
Τον θησαυρό φυλάς στων δυό χειλιών τα ημίση,
σε φάκελλο με υδατογράφημα κρυστάλλων...

Και γράμμα μού τον στέλνεις να με ειδοποιήσει
τί προμηνά των ασπασμών το περιβάλλον.
Σπασμένα κάτοπτρα σκυλιά έχεις απολύσει

φιλιά χρυσά κατά σκοπέλων τε και υφάλων.
Τον θησαυρό φυλάς στων δυό χειλιών τα ημίση,
σε φάκελλο με υδατογράφημα κρυστάλλων...

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΤΖΟΥΖΕΠΠΕ ΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟ




Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο GIUSEPPE DI STEFANO
CORE ’NGRATO

Catarí', Catarí'...
pecché mm''e ddice sti pparole amare?!
Pecché mme parle e 'o core mme turmiente Catarí'?!
Nun te scurdá ca t'aggio dato 'o core, Catarí'...
Nun te scurdá...
Catarí'...
Catarí', che vène a dicere
stu pparlá ca mme dá spáseme?
Tu nun ce pienze a stu dulore mio?!
Tu nun ce pienze, tu nun te ne cure...

Core, core 'ngrato...
T'hê pigliato 'a vita mia!
Tutto è passato...
e nun ce pienze cchiù.

Catarí', Catarí'...
tu nun 'o ssaje ca fino e 'int'a na chiesa
io só' trasuto e aggiu pregato a Dio, Catarí'...
E ll'aggio ditto pure a 'o cunfessore: "Io stó' a murí
pe' chella llá...
Stó' a suffrí,
stó' a suffrí nun se pò credere...
stó' a suffrí tutte li strazie..."
E 'o cunfessore, ch'è perzona santa,
mm'ha ditto: "Figliu mio lássala stá, lássala stá!..."

Core, core 'ngrato...
T'hê pigliato 'a vita mia!
Tutto è passato...
e nun ce pienze cchiù.



Στίχοι: Riccardo Cordiferro.
Μουσική: Salvatore Cardillo.
Τραγούδι του 1911.

ΣΙΩΠΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ




ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ (1929-1999)


ΣΙΩΠΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ

Η γυναίκα που βγαίνει απ’ τον ύπνο
με τα όνειρά της αχνιστά
στο σκοτάδι που λάμπει απ’ την επιθυμία του φωτός
όπως φαρμακερό ποτάμι
που σκίζει στα δυό τον κοιμισμένο κάμπο
μιά νύχτα μ’ αφρισμένο φεγγάρι

παλεύει να κρατήσει στην αγκαλιά της
την άσαρκη εικόνα του φονιά
ενώ η παλίρροια ανοίγει το χορό των νερών
και τα φύλλα πριν γίνουν φυτόχωμα
στροβιλίζονται με το γύρισμα του χρόνου.



Από την ποιητική συλλογή: «Ορατότης Μηδέν» (1992).
Από το βιβλίο: Σπύρος Τσακνιάς, «Τα ποιήματα (1952-1992), Στιγμή, Αθήνα 2000, σελ. 334.