Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

ΑΝΡΙ ΝΤΕ ΡΕΝΙΕ!





HENRI DE RÉGNIER (1864-1936)



LE JARDIN MOUILLÉ

La croisée est ouverte; il pleut
Comme minutieusement,
À petit bruit et peu à peu,
Sur le jardin frais et dormant.

Feuille à feuille, la pluie éveille
L’arbre poudreux qu’elle verdit;
Au mur, on dirait que la treille
S’étire d’un geste engourdi.

L’herbe frémit, le gravier tiède
Crépite et l’on croirait là-bas
Entendre sur le sable et l’herbe
Comme d’imperceptibles pas.

Le jardin chuchote et tressaille,
Furtif et confidentiel;
L’averse semble maille à maille
Tisser la terre avec le ciel.

Il pleut, et les yeux clos, j’écoute,
De toute sa pluie à la fois,
Le jardin mouillé qui s’égoutte
Dans l’ombre que j’ai faite en moi.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Marie-Eve Nadeau.

ΟΙ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΔΕΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ: ΟΙ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΔΕΣ

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ



ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

Σαν το άνθος της βουκαμβίλιας
αέρινο
είναι το χάδι σου.
Και σαν του ροδιού τους σπόρους
αμέτρητα
τα χαρίσματά σου.
Κι όπως του ρυακιού το ανάβρυσμα
έτσι κυλάει η φωνή σου.
Καθώς μου τραγουδάει τα κελαρυστά
ρήματα της Αγάπης.
Μου περιγράφει τα φανταστικά ταξίδια
που μας έχει προγραμματίσει ο Έρωτας.
Τελικά, ένας ανθισμένος κήπος είσαι.
Μια όαση μέσα στην έρημο.
Με τα νερά, τα πουλιά
τα φιλιά και τα χάδια σου.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΙΝΙΑΣΙΟ ΚΟΡΣΙΝΙ

 

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο IGNACIO CORSINI 


EL ADIÓS

En la tarde que en sombras se moría,
buenamente nos dimos el adiós;
mi tristeza profunda no veías
y al marcharte sonreíamos los dos.
Y la desolación, mirándote partir,
quebraba de emoción mi pobre voz...
El sueño más feliz, moría en el adiós
y el cielo para mí se obscureció.
En vano el alma
con voz velada
volcó en la noche la pena...
Sólo un silencio
profundo y grave
 lloraba en mi corazón.

Sobre el tiempo transcurrido
vives siempre en mí,
y estos campos que nos vieron
juntos sonreír
me preguntan si el olvido
me curó de ti.
Y entre los vientos
se van mis quejas
muriendo en ecos,
buscándote...
mientras que lejos
otros brazos y otros besos
te aprisionan y me dicen
que ya nunca has de volver.

Cuando vuelva a lucir la primavera,
 y los campos se pinten de color,
otra vez el dolor y los recuerdos
de nostalgias llenarán mi corazón.
Las aves poblarán de trinos el lugar
y el cielo volcará su claridad...
Pero mi corazón en sombras vivirá
y el ala del dolor te llamará.
 En vano el alma
dirá a la luna
 con voz velada la pena...
Y habrá un silencio
profundo y grave
 llorando en mi corazón.  


Στίχοι: Virgilio San Clemente. 
Μουσική: Maruja Pacheco Huergo. 
Τάνγκο του 1937.

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗΣ

JORGE CARRERA ANDRADE


ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗΣ, IV

Λούζεται το κορμάκι σου όλο λούζεται
στης κόμης σου τον καταρράχτη,
ύδωρ εξαγνιστικό που πέφτει και όπως πέφτει
ό,τι βράχια βρει θωπεύει.
Ο καταρράχτης αετός θά ’θελε νά ’ταν,
μα τα λεπτά φτερά του χάνονται, πεθαίνουν:
ρόγχος μεταξωτός και λοίσθιος
στην έρημο της ράχης σου την πυρωμένη.

Δεντράκι ο καταρράχτης θά ’θελε νά ’ταν,
δάσος ολόκληρο στις φλόγες,
τις γλώσσες τους να παίρνει και να γλείφει
την ασημένια πανοπλία σου,
μικρή μου νικηφόρα πολεμίστρια,
της γης μοναδική εσύ βασίλισσα.
Παρανάλωμα είναι τώρα το κορμί σου
μες στην καταρρακτώδη της κόμης σου πυρά.  


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΛΟΥΙΖΑ ΛΑΜΠΕ!


LOUISE LABÉ 


JE VIS, JE MEURS 

 Je vis, je meurs : je me brûle et me noie,
J’ai chaud extrême en endurant froidure ;
La vie m’est et trop molle et trop dure,
J’ai grands ennuis entremêlés de joie.

Tout en un coup je ris et je larmoie,
Et en plaisir maint grief tourment j’endure,
Mon bien s’en va, et à jamais il dure,
Tout en un coup je sèche et je verdoie.

Ainsi Amour inconstanment me mène
Et, quand je pense avoir plus de douleur,
Sans y penser je me trouve hors de peine.

 Puis, quand je crois ma joie être certaine,
Et être en haut de mon désiré heur,
Il me remet en mon premier malheur.

ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΝΑΕΙ ΓΥΜΝΗ, ΒΕΒΑΡΗΜΕΝΗ· ΚΥΜΑΤΙΖΟΥΝ...


PIERRE LOUŸS (1870-1925)


[ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΝΑΕΙ ΓΥΜΝΗ, ΒΕΒΑΡΗΜΕΝΗ· ΚΥΜΑΤΙΖΟΥΝ]


Στριφογυρνάει γυμνή, βεβαρημένη· κυματίζουν
με γαλανές σκιές οι λαγόνες της και μες σε ιδρώτα
ατίθασο. Άλικο το στόμα της στην κόμη χνώτα
φυσά, το βλέμμα σβήνει, και τα δάχτυλα ακραγγίζουν

τ’ απόκρυφα της χείλη, τη γλυκιά όλο να θωπεύουν
επιδερμίδα, την παντρύφερη του στήθους θέρμη.
Οι αγκώνες τεντωτοί σε μαξιλάρι πάνω, κι έρμοι
τον θησαυρό των μασχαλών της ασπασμοί σκυλεύουν.

Η μέση της, υπτίως κεκαμμένη, την αγνή της
κοιλιά πονεί, και κάτω από τη ρόμπα την καλή της,
τη μαύρη, την αραχνοΰφαντη, φουσκανασαίνει.

Τα ολόλευκά της μπράτσα με νωχελικές κινήσεις,
στο περσικό χαλί τα κρύα της πόδια επίσης
τον εραστή ζητούν που η φαντασία της προσμένει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΟΛΕΔΑΔ ΒΙΓΙΑΜΙΛ

Η SOLEDAD VILLAMIL ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ATAHUALPA YUPANQUI: MILONGA DEL SOLITARIO

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ




PAUL VERLAINE (1844-1896)


ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Ω, οι κουβέντες της καρδιάς, οι πρώτες ερωμένες!
μαλλιά χρυσά, μάτια γλαρά, κι ολάνθιστα κορμάκια·
κ’ ύστερα οι νιές τους αγκαλιές, γλυκιές, ευωδιασμένες,
τ’ αυθόρμητά τους, τα δειλά τα χάδια, τα φιλάκια!

Τόσο λες νά ’ναι μακριά όλες τους οι χαρούλες
κι όλες τους οι αθωότητες; όλες μπρος στη μαγεία
της νοσταλγίας μου σκιάχτηκαν τη μαύρη μου αγωνία,
την πλήξη κι αηδία μου, και παν, χαθήκαν ούλες!

Και νά ’μαι μόνος τώρα πια, μόνος και πικραμένος
κι ανέλπιδος κι από ’νανε παππού πιο παγωμένος,
σαν ορφανό φτωχό χωρίς μεγάλη μια αδερφούλα.

Ω, η χαδιάρα, η σκεφτική κι ολόθερμη ερωμένη,
η καστανούλα που ποτέ δεν είναι ξαφνιασμένη
και σε φιλεί στο μέτωπο κάποτε σαν παιδούλα.



Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης.
Από το βιβλίο: Γιώργης Σημηριώτης, «Γαλλική ανθολογία εικονογραφημένη, 1750-1950», 6η έκδοση αναθεωρημένη και συμπληρωμένη, Χρυσή Δάφνη, Αθήνα 1954, σελ. 164-165.


*****************************


VOEU

Ah ! les oaristys ! les premières maîtresses !
L'or des cheveux, l'azur des yeux, la fleur des chairs,
Et puis, parmi l'odeur des corps jeunes et chers,
La spontanéité craintive des caresses !

Sont-elles assez loin toutes ces allégresses
Et toutes ces candeurs ! Hélas ! toutes devers
Le printemps des regrets ont fui les noirs hivers
De mes ennuis, de mes dégoûts, de mes détresses !

Si que me voilà seul à présent, morne et seul,
Morne et désespéré, plus glacé qu'un aïeul,
Et tel qu'un orphelin pauvre sans soeur aînée.

Ô la femme à l'amour câlin et réchauffant,
Douce, pensive et brune, et jamais étonnée,
Et qui parfois vous baise au front, comme un enfant !

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΧΟΡΧΕ ΚΑΦΡΟΥΝΕ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο JORGE CAFRUNE: ZAMBA DE UN CANTOR

ΚΑΚΟΥΡΓΑ ΜΑΓΙΣΣΑ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΤΡΑΪΔΗΣ: ΚΑΚΟΥΡΓΑ ΜΑΓΙΣΣΑ

ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ


ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ

Εκεί ψηλά στο σώμα σου που δένεις τα νερά
γίνομαι χρώματα πολλά κι ονόματα ιερά.
Τα τραγούδια των μικρών ανοίξεων του κορμιού σου
δίδαξέ μου απόψε
στις εξαίσιες ακρογιαλιές σου.
Ξέρεις πως ψηλώνω στο δύσκολο μπλε
και περνάω πιο βαθιά στα μάτια σου
κάθε φορά, την εποχή των ποταμών,
και μαθαίνω λέξεις και τα αινίγματα των δέντρων.
Τρίγωνα θάλασσας σε γεωγραφούν
χτίζοντας κυκλικά τα νησιά και τα όρη μου
προς τη μεριά του ήλιου και του ξαφνικού αέρα
που με ταξιδεύει μια στα χέρια σου
και μια στη μοναξιά μου.



Από το βιβλίο: Διονύσης Καρατζάς, «Ποιήματα (1972-1997)», Εκδόσεις Διάττων, Αθήνα 1999, σελ. 89.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΗΔΟΝΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ…


JUAN GELMAN


Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΗΔΟΝΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ…

η μυστική ηδονή του πόνου
είναι διαφάνεια / βγαίνει έξω
απ’ τη μανιώδη παραίτηση απ’ τον ύπνο /
ψάλλει στο στόμα της απωλείας

στις απαρχές της / στη φήμη
της υπάρξεως που
της καρφώνει το κεφάλι στο μεγάλο φόβο /
στο διπλό πήγαινε / στο διπλό νήμα / στη

μη αλήθεια να είσαι όπως δεν είσαι /
στην αδέξια πτήση που μας πλάθει /
ό,τι σπάει το φως / μνήμη

συγκεχυμένη μ’ όλους τους αριθμούς της /
στήθος που κρατάει όσο κι ένα χνάρι /
το τίποτα που σ’ αγαπάει



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΚΑΠΝΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΠΑΙΡΝΕ


RENÉ CHAR


ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΚΑΠΝΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΠΑΙΡΝΕ

Εκείνος ο καπνός που μας έπαιρνε ήταν αδέλφι του ραβδιού που ξεβολεύει την πέτρα και του σύννεφου που ξεκλειδώνει τον ουρανό. Δεν είχε περιφρόνηση για μας, μας έπαιρνε όπως ήμασταν, λιανά ρυάκια θρεμμένα ελπίδα κι αταξία, μ’ ένα σύρτη στα σαγόνια κι ένα βουνό στο βλέμμα.


Μετάφραση: Αντώνης Ζέρβας.
Από το βιβλίο: Αντώνης Ζέρβας, «Εκ του γαλλικού», Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2003, σελ. 87.


******************************************


CETTE FUMÉE QUI NOUS PORTAIT

Cette fumée qui nous portait était sœur du bâton qui dérange la pierre et du nuage qui ouvre le ciel. Elle n’avait pas mépris de nous, nous prenait tels que nous étions, minces ruisseaux nourris de désarroi et d’espérance, avec un verrou aux mâchoires et une montagne dans le regard.

ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΗΣ


[ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ]

Άδειο τοπίο με λιόδεντρα·
ούτε τζιτζίκια, ούτε στο βάθος η θάλασσα.
Τίποτα που να σε κάνει να θυμηθείς
   τα παλιά καλοκαίρια.
Ο ήλιος ωστόσο άφθαρτος
σα νεόκοπη λέξη.
Κάτω απ’ το νύχι του κίτρινα ξεράγκαθα,
κι ανάμεσά τους μια δαγκωμένη φέτα ψωμιού
και τ’ άδεια τσόφλια από πεθαμένα τζιτζίκια.
Οι νεκροί, βέβαια, δεν θυμούνται,
όμως το ξέρεις πως
   πάνω τους κρατιέται η μνήμη.



Από το βιβλίο: Γιώργος Γεωργούσης, «Φωνήεντα δέντρα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα  2006, σελ. 17.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΒΕΡΤΟ ΡΟΥΦΙΝΟ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO RUFINO: VOLVER A SOÑAR

ΡΕΜΠΩ!



ARTHUR RIMBAUD


LES CHERCHEUSES DE POUX

Quand le front de l'enfant, plein de rouges tourmentes,
Implore l'essaim blanc des rêves indistincts,
Il vient près de son lit deux grandes sœurs charmantes
Avec de frêles doigts aux ongles argentins.

Elles assoient l'enfant auprès d'une croisée
Grande ouverte où l'air bleu baigne un fouillis de fleurs,
Et dans ses lourds cheveux où tombe la rosée
Promènent leurs doigts fins, terribles et charmeurs.

Il écoute chanter leurs haleines craintives
Qui fleurent de longs miels végétaux et rosés
Et qu'interrompt parfois un sifflement, salives
Reprises sur la lèvre ou désirs de baisers.

Il entend leurs cils noirs battant sous les silences
Parfumés ; et leurs doigts électriques et doux
Font crépiter parmi ses grises indolences
Sous leurs ongles royaux la mort des petits poux.

Voilà que monte en lui le vin de la Paresse,
Soupirs d'harmonica qui pourrait délirer ;
L'enfant se sent, selon la lenteur des caresses,
Sourdre et mourir sans cesse un désir de pleurer.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

ΣΤΟΥ ΜΠΕΖΕΣΤΕΝΗ ΤΗΝ ΑΥΛΗ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ Ή ΜΕΜΕΤΗΣ: ΣΤΟΥ ΜΠΕΖΕΣΤΕΝΗ ΤΗΝ ΑΥΛΗ

ΠΙΕΡ ΡΕΒΕΡΝΤΥ!



PIERRE REVERDY


NOCTURNE

Dans  ce soir  d'accalmie,  les vitres  éclairées  rient
comme  des  faux  visages.  Des  grimaces  de  joie
aux  rides  de  douleur.
Un bruit à contre sens court  sous  les  tentes  grises
qui  ondulent  et  claquent  sous  le vent.  Les portes
sont  fermées,  les  murs  lourds  de  sueur  dans  les
coins  plus aigus  des  façades  qui   pleurent. Il  y  a
comme  un  courant  d'air  sourd  qui pousse vers  la
haie des  cyprès,  émoulus  sur  la  pierre  du  temps,
qui  encadrent  le  cimetière où  le silence sans  fêlure
se promène. Tous les yeux  sont  éteints,  tout  couve
à l'intérieure des villes sous la terre.
Sur  l'écran  du  ciel  noir, au  revers  de  la  nuit,  les
signes  lumineux, en  langage  secret,  tissent  le voile
détendu de l'interminable mystère.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΝΑΤΥ ΚΟΡΤΕΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η NATY CORTEZ: DESENCUENTRO

ΔΙΑΤΗΡΗΣΑ Μ’ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΗΔΩΝΗΣ


[ΔΙΑΤΗΡΗΣΑ Μ’ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ]

Διατήρησα μ’ επιμέλεια τόσα χρόνια στα βάθη της ψυχής μου
έωλα όνειρα χτισμένα στην άμμο κάποιας άγνωστης παραλίας.
Χρειάστηκαν να περάσουν αρκετά χρόνια,
μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι όλα όσα επιθύμησα
ήσαν μια τρύπα στο Ιόνιο.
Αλήθεια, σκεφτόμουν πού πήγαν πράγματι τόσα ινδάλματα,
τόσες σκέψεις, τόσες υγρές νύχτες
που ήλπιζα να τον δω νά ’ρχεται κατά το σούρουπο φορτωμένος,
και ν’ απλώνει με τα μαύρα χέρια του
τις άγουρες ηδονές του;
Διατήρησα όσο ποτέ άλλοτε
την ισορροπία της εκδικητικής βροχής,
που απειλούσε πλέον να συντρίψει οτιδήποτε
μπορούσε να μου προσφέρει ακόμη ελπίδα και φως.
Εκτεθειμένος στην αλαζονεία της ομορφιάς του,
δυστυχώς, αρνήθηκα κάθε προσφερόμενη υπηρεσία
λιμενικών ανδρών,
που τα μεστωμένα σώματά τους
περίμεναν αδίκως έν’ άγγιγμα από τα μουσκεμένα χέρια μου.


Στον Μάκη Ζωχιό

Δημοτική Πινακοθήκη Κέρκυρας,
10.12.2011

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΜΟΥΡΟΛΟ



Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO MUROLO


'A CANZONE D''A FELICITÀ


Na bella luggetella a Marechiaro,
cu 'a tènna e 'a luce elettrica p''a sera;
Teresenella cu 'e bbraccelle 'a fora,
s'abbraccia 'nu palummo e guarda a mmare...
e, a ll'aria fresca 'e 'nu tramonto d'oro,
na voce 'nterr''a rena ca suspira:

". . . Glù-glù-glù
comm''o palummo io só'
e 'a notte, 'mbracci'a mme,
'na turturella si'..."
Canta! Canta!
Canta chi vò' cantá...
Chest'è 'a canzone d''a felicitá.


Nu juorno, nu vicchiotto cu 'e denare,
cercaje Teresenella pe' mugliera...
Dicette 'a mamma d'essa: "Quant'onore..."
E 'o pate, 'a copp''a mano: "Che piacere!..."
Ma 'e notte, se sentette dint''o scuro,
cchiù ddoce, 'a stessa voce, 'mmiez' 'o mare:

". . . Glù-glù-glù
comm''o palummo io só'
e tu, abbracciata a mme,
'na turturella si'..."
Canta! Canta!
Canta chi vò' cantá...
Chest'è 'a canzone d''a felicitá.



'A sera d''a parola...Ammore! Ammore!
'a sposa scumparette...e bonasera!
Sudava friddo 'o viecchio e, p''a tintura,
s'era 'nguacchiata 'a faccia nera nera!...
E pe' Surriento, sott''a luna chiara,
felice, suspiravano duje core:

". . . Glù-glù-glù
comm''o palummo io só'
e 'a notte, 'mbracci'a mme,
'na turturella si'..."
Canta! Canta!
Canta chi vò' cantá...
Chest'è 'a canzone d''a felicitá.



Στίχοι: Ernesto E. Murolo.
Μουσική: Ernesto Tagliaferri.
Τραγούδι του 1930.

ΖΥΛ ΣΥΠΕΡΒΙΕΛ!


JULES SUPERVIELLE


LE PREMIER ARBRE

C'était lors de mon premier arbre,
J'avais beau le sentir en moi
Il me surprit par tant de branches,
Il était arbre mille fois
Moi qui suis tout ce que je forme
Je ne me savais pas feuillu,
Voilà que je donnais de l'ombre
Et j'avais des oiseaux dessus.
Je cachais ma sève divine
Dans ce fût qui montait au ciel
Mais j'étais pris par la racine
Comme à un piège naturel.
C'était lors de mon premier arbre,
L'homme s'assit sous le feuillage
Si tendre d'être si nouveau.
Etais-je un chêne ou bien un orme
C'est loin et je ne sais pas trop
Mais je sais bien qu'il plut à l'homme
Qui s'endormit les yeux en joie
Pour y rêver d'un petit bois.
Alors au sortir de mon somme
D'un coup je fis une forêt de grand arbres nés centenaires
Et trois cents cerfs la parcouraient
Avec leurs biches déjà mères.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Raica Oliveira.

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

ΕΒΡΕΧΕ ΟΛΟ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ


ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ


ΕΒΡΕΧΕ ΟΛΟ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Έβρεχε όλο κείνο το διάστημα·
βροχερά δελτία καιρού
έμοιαζαν σα μυκτηρισμοί
κι όταν δίχως ειρωνεία βεβαιώναν
πως θάχαμε έπειτ’ από λίγο αιθρία
ή πως θα λιγόστευε η βροχή τουλάχιστον.

Οι φίλοι μας βροχεροί
βουλιάζαν νοτισμένοι στη σιωπή
ή σαν αποφασίζαν να μιλήσουν
ψιχάλιζε στα λόγια τους ατέλειωτα.

Ψιχάλιζε
πίσω απ’ τα πικρά χαμόγελά τους
όταν χαμογελούσαν
μόνο για να ξεχάσουνε κατά το δυνατόν
μόνο για να ξεχάσουμε για λίγο

πως έβρεχε
πως έβρεχε χωρίς να σταματά όλο κείνο το διάστημα.



Από το βιβλίο: Σταύρος Βαβούρης, «Ποιήματα», Ερμής, Αθήνα 1977, σελ. 158.

ΜΠΛΑΙΖ ΣΑΝΤΡΑΡ!


BLAISE CENDRARS


ILES


Iles
Iles
lles où l’on ne prendra jamais terre
Iles où l’on ne descendra jamais
Iles couvertes de végétations
Iles tapies comme des jaguars
Iles muettes
Iles immobiles
Iles inoubliables et sans nom
Je lance mes chaussures par-dessus bord car je voudrais
bien aller jusqu’à vous

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

ΟΔΗΓΙΕΣ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΟΔΗΓΙΕΣ


Ο κρεμασμένος και το δέντρο· – α, όχι· ο κρεμασμένος
θα πρέπει δίχως άλλο να παραλειφθεί· – πολύ βαραίνει
ετούτη η κάθετος· κόβει τον πίνακα στα δυό, καταστρέφει
τις σχέσεις των γραμμών· – μάλλον μιά διαγώνιος αρμόζει· –
η πύκνωση του αγέρα, μιά κηλίδα κόκκινη, μια μαύρη·
κι η δίδυμη σκιά που συνεχίζεται πέρα απ’ τον πίνακα, έξω
ελεύθερη, απροσποίητη (δεν είναι πια δουλειά σου), ίσως νά ’ναι
η σκιά των δυό πουλιών που μεταφέρουν τα φθαρμένα του
  σαντάλια
πάνω απ’ τα ξυλουργεία του προαστίου, ψηλά στα νέφη.
Και το σκοινί (πίσω απ’ τον πίνακα) σε μιάν αόρατη γωνία να
  κρατάει
γερά τη ζωγραφιά σ’ ένα καρφί στον τοίχο της τραπεζαρίας.



Από την ποιητική συλλογή «Χειρονομίες» (1969-1970).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα» τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 186.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΜΟΥΡΟΛΟ



Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO MUROLO


'A SONNAMBULA

Carmela è na bambola,
e fa 'ammore cu me...
Ma 'a mamma è terribile:
Nun mm' 'a vò' fá vedé...

Allora aggio truvato
nu bellu ritrovato:
Carmela fa 'a sunnambula
pe' mme vení a truvá...
E fa scema a mammá!

E cu 'a scusa ch'è na sunnambula,
chesta bambola, nèh, che fa?
Tutt' 'e ssere, pe' copp'a ll'ásteco,
vène a ll'ùnnece a passiggiá...

'Ncopp'a ll'ásteco ce stóngh'io
e lle dico: "Stó' ccá pe' te..."
E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

'O pate, 'On Arcangelo,
pe' dispietto nun vò'...
Lle sóngo antipatico
e mm'ha ditto ca no...

Ma a me che mme ne 'mporta?
Io tengo aperta 'a porta...
Carmela, comm''o ssolito,
mme vène a cunzulá...
E fa scemo a papá!!

E cu 'a scusa ch'è na sunnambula,
chesta bambola, nèh, che fa?
Tutt' 'e ssere, pe' copp'a ll'ásteco,
vène a ll'ùnnece a passiggiá...

'Ncopp'a ll'ásteco ce stóngh'io
e lle dico: "Stó' ccá pe' te..."
E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

'Ncopp'a ll'ásteco ce stóngh'io
e lle dico: "Stó' ccá pe' te..."
E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!



Στίχοι: Gigi Pisano.
Μουσική: Eduardo Alfieri.

ΤΟΥΜΑΣ ΤΡΑΝΣΤΡΕΜΕΡ!



TOMAS TRANSTRÖMER


MINNENA SER MIG

En junimorgon då det är för tidigt
att vakna men för sent att somna om.
Jag måste ut i grönskan som är fullsatt
av minnen, och de följer mig med blicken.
De syns inte, de smälter helt ihop
med bakgrunden, perfekta kameleonter.
De är så nära att jag hör dem andas
fast fågelsången är bedövande.


Το υλικό της ανάρτησης μας το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Maria Grazia Cucinotta.

ΕΝΑ ΤΑΝΓΚΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΠΟΚΑ ΤΖΟΥΝΙΟΡΣ


DALE BOCA!... DALE BOCA!... DALE BOCA!... DALE BOCA!... DALE BOCA!...  


***********************

BOCA JUNIORS

Στίχοι και μουσική: : Rodolfo Sciammarella.
Παίζει η Orchestra Miguel Caló
Τραγουδάει ο Roberto Arrieta
Εγγραφή δίσκου: 23/06/1954 Buenos Aires
Odeon 55965 19536



Το υπέροχο αυτό τάνγκο το ακούμε εδώ!

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

ΛΙΜΝΟΥΛΑ


FEDERICO GARCÍA LORCA


ΛΙΜΝΟΥΛΑ


Στα μάτια σου κοιτάχτηκα –
σκεφτόμουν την ψυχή σου.

Ροδοδαφνούλα μου άσπρη.

Στα μάτια σου κοιτάχτηκα –
ο στόμα σου σκεφτόμουν.

Ροδοδαφνούλα μου άλικη.

Στα μάτια σου κοιτάχτηκα –
μα εσύ ’σουν πεθαμένη.

Ροδοδαφνούλα ολόμαυρη.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΓΙΑΛΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ


ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ


ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΓΙΑΛΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ

Ρεμβαστική παλιά μου φίλη
ήρθε η Σελήνη να με πάρη.
Για το λαμπρόν ορίζοντά σου
η νοσταλγία μας θ’ απάρη.

Δυό πλανεμένες μέσ’ στη νύχτα
πάνω σου σκιές θ’ αργοπερνούνε.
Θ’ αναθυμούνται, θα σωπαίνουν,
καθώς σωπαίνουν που ξεχνούνε.

Με μαγικά πετράδια θάχης
στρωμένη την πλατιά σου αγκάλη,
ώς την αυγή να μας πλανέψης
να μείνουμε κοντά σου πάλι.

Θα γίνη ατλάζινο το κύμα
και θα ρουφάμε τη δροσιά σου,
χλωμές κ’ οι δυό μας νοσταλγίες,
ενάντιωμα στην αρνησιά σου.

Ώρες θα μείνουμε σαν πρώτα,
μάτια στα μάτια καρφωμένα,
να πίνω θλίψη εγώ από κείνη
και κείνη τη σιωπή από μένα.

Και θα μας εύρη η αυγή γερμένες
σ’ ένα ναυαγισμένο καΐκι,
στους κόλπους σου αποτραβηγμένο
κι’ απ’ τον αγώνα κι’ απ’ τη νίκη,

σα ναυαγούς και μάς κοντά σου
με τη γαλήνη σου δεμένες
τη μιά χλωμότερη απ’ την άλλη
να σβήνουμε συλλογισμένες...



Από το βιβλίο: Μαρία Πολυδούρη, «Άπαντα», Εκδόσεις Στρουμπούκη, Αθήνα 1981, σελ. 133-134.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ & Ο ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ & Ο ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ


ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΥΡΑ ΦΡΥΔΙΑ

Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά
Άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος και στο μάγουλο ελιά

Άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος και στο μάγουλο ελιά
Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά

Μαυρομάτα μου για σένα εκατάντησα τρελός
Θα πεθάνω, δεν αντέχω, έχω γίνει φθισικός

Πόνους έχω εγώ κρυμμένους μες στα φύλλα της καρδιάς
Με τα μαγικά σου μάτια, όταν φως μου με κοιτάς

Τέτοιαν εμορφιά ποτές μου, αχ, τσαχπίνα μου γλυκιά
δεν την έχω απαντήσει εισέ τούτο τον ντουνιά

ΝΤ. Χ. ΛΩΡΕΝΣ!




D.H. LAWRENCE (1885-1930)


COLDNESS IN LOVE

And you remember, in the afternoon
The sea and the sky went grey, as if there had sunk
A flocculent dust on the floor of the world: the festoon
Of the sky sagged dusty as spider cloth,
And coldness clogged the sea, till it ceased to croon.

A dank, sickening scent came up from the grime
Of weed that blackened the shore, so that I recoiled
Feeling the raw cold dun me: and all the time
You leapt about on the slippery rocks, and threw
The words that rang with a brassy, shallow chime.

And all day long that raw and ancient cold
Deadened me through, till the grey downs darkened to sleep.
Then I longed for you with your mantle of love
to fold
Me over, and drive from out of my body the deep
Cold that had sunk to my soul, and there kept hold.

But still to me all evening long you were cold,
And I was numb with a bitter, deathly ache;
Till old days drew me back into their fold,
And dim sheep crowded me warm with companionship,
And old ghosts clustered me close, and sleep was cajoled.

I slept till dawn at the window blew in like dust,
Like the linty, raw-cold dust disturbed from the floor
Of a disused room: a grey pale light like must
That settled upon my face and hands till it seemed
To flourish there, as pale mould blooms on a crust.

Then I rose in fear, needing you fearfully,
For I thought you were warm as a sudden jet of blood.
I thought I could plunge in your spurting hotness, and be
Clean of the cold and the must.--With my hand on the latch
I heard you in your sleep speak strangely to me.

And I dared not enter, feeling suddenly dismayed.
So I went and washed my deadened flesh in the sea
And came back tingling clean, but worn and frayed
With cold, like the shell of the moon
: and strange it seems
That my love has dawned in rose again, like the love of a maid.


 

Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Manila Nazzaro.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΑΝΤΡΑ ΛΟΥΝΑ



Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η SANDRA LUNA


DUELO CRIOLLO

Mientras la luna serena
baña con su luz de plata
como un sollozo de pena
se oye cantar su canción;
la canción dulce y sentida
que todo el barrio escuchaba
cuando el silencio reinaba
en el viejo caserón.

Cuentan que fue la piba de arrabal,
la flor del barrio aquel que amaba un payador.
Sólo para ella cantó el amor
al pie de su ventanal;
pero otro amor por aquella mujer,
nació en el corazón del taura más mentao
que un farol, en duelo criollo vio,
bajo su débil luz, morir los dos.

Por eso gime en las noches
de tan silenciosa calma
esa canción que es el broche
de aquel amor que pasó...
De pena la linda piba
abrió bien anchas sus alas
y con su virtud y sus galas
hasta el cielo se voló.



Στίχοι: Lito Bayardo.
Μουσική: Juan Rezzano.
Τάνγκο του 1928.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1827


Σαν σήμερα το 1827 δολοφονήθηκε στο Φάληρο ανάνδρως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Ο στρατηγός στο νεκροκρέβατο, πριν εκπνεύσει, είπε: « Ξέρω τον αίτιο κι αν ζήσω του παίρνω το χάκι*, ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάσουνε τον πούτζο κι αυτός! Τι κέρδισε; »


* "Χάκι" είναι η εκδίκηση.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ


ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ


ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

                Στον Αντρέα Εμπειρίκο

Μερόπη κλείνω τα μάτια μου να θυμηθώ το χώμα που ρούφηξε το αίμα των σκοτωμένων πουλιών στα σπλάχνα του κι έγινε κάπου μιά φωτιά ένας καπνός κι ένα σίδερο πέρα απ’ τη σκόνη των ποταμιών που οι λυγαριές τραγουδάνε. Πάνω στα βραδυνά βουνά αναβοσβύνει ένα άστρο θέλει ν’ αρχίσει το χορό των αηδονιών και των γρύλλων.



Από το βιβλίο: Νίκος Γκάτσος, «Δάνεισε τα μετάξια στον άνεμο», Ίκαρος, Αθήνα 1994, σελ. 25.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΤΙΤΑ ΜΕΡΕΓΙΟ



Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η TITA MERELLO


SOBRE EL PUCHO

Un callejón de Pompeya
y un farolito plateando el fango
y allí un malevo que fuma,
y un organito moliendo un tango;
y al son de aquella milonga,
más que su vida mistonga,
meditando, aquel malevo
recordó la canción de su dolor.

Yo soy aquel que, en Corrales,
-los carnavales
de mis amores-
hizo brillar tus bellezas
con las lindezas
de sus primores;
pero tu inconstancia loca
me arrebató de tu boca,
como pucho que se tira
cuando ya
ni sabor ni aroma da.

Tango querido
que ya pa'siempre pasó,
como pucho consumió
las delicias de mi vida
que hoy cenizas sólo son.
Tango querido
que ya pa'siempre calló,
¿quién entonces me diría
que vos te llevarías
mi única ilusión?



Στίχοι: José González Castillo.
Μουσική: Sebastián Piana.
Τάνγκο του 1923.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ & Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΗΡΟΜΥΤΗΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ & Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΗΡΟΜΥΤΗΣ


ΟΤΑΝ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΞ

Γιατί ρωτάτε να σας πω
αφού σας είναι πια γνωστό
όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε
πίνουν οι μάγκες αργιλέ

Με τη σειρά μου θα τον πιω
τώρα τις τσίλιες μου κρατώ
αυτοί τον πίνουνε κι εγώ σφυρίζω
στης μαστούρας το σκοπό

Τριγύρω όλοι στις φωτιές
και βόλτα φέρνει ο αργιλές
μ' ένα κελάηδημα το ίδιο πάντα
στης μαστούρας το σκοπό



Στίχοι & μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης.

ΓΛΟΡΙΑ ΦΟΥΕΡΤΕΣ!


GLORIA FUERTES


NO PERDAMOS EL TIEMPO


Si el mar es infinito y tiene redes,
si su música sale de la ola,
si el alba es roja y el ocaso verde,
si la selva es lujuria y la luna caricia,
si la rosa se abre y perfuma la casa,
si la niña se ríe y perfuma la vida,
si el amor va y me besa y me deja temblando...
¿Qué importancia tiene todo eso,
mientras haya en mi barrio una mesa sin patas,
un niño sin zapatos o un contable tosiendo,
un banquete de cáscaras,
un concierto de perros,
una ópera de sarna?
Debemos inquietarnos por curar las simientes,
por vendar corazones y escribir el poema
que a todos nos contagie.
Y crear esa frase que abrace todo el mundo;
los poetas debiéramos arrancar las espadas,
inventar más colores y escribir padrenuestros.
Ir dejando las risas en la boca del túnel
y no decir lo íntimo, sino cantar al corro;
no cantar a la luna, no cantar a la novia,
no escribir unas décimas, no fabricar sonetos.
Debemos, pues sabemos, gritar al poderoso,
gritar eso que digo, que hay bastantes viviendo
debajo de las latas con lo puesto y aullando
y madres que a sus hijos no peinan a diario,
y padres que madrugan y no van al teatro.
Adornar al humilde poniéndole en el hombro nuestro verso;
cantar al que no canta y ayudarle es lo sano.
Asediar usureros y con rara paciencia convencerles sin asco.
Trillar en la labranza, bajar a alguna mina;
ser buzo una semana, visitar los asilos,
las cárceles, las ruinas; jugar con los párvulos,
danzar en las leproserías.

Poetas, no perdamos el tiempo, trabajemos,
que al corazón le llega poca sangre.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΑΡΙΑ ΓΚΡΑΝΙΑ



Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MARÍA GRAÑA


Y NO PUEDO OLVIDARTE

Yo no sé ni a quien odiar en mi tormento,
si a la vida, si al amor o a mi destino,
si morirme o seguir por mi camino,
camino de amarguras, camino sin tu amor.
Yo no quiero las caricias de otras manos,
yo no quiero de otros labios la dulzura,
qué me importa de otros ojos la ternura
si en tus ojos y en tus manos se quedó mi corazón.

Desesperado,
sin tu querer
y atormentado
por el ayer.
Con tu recuerdo
que duele tanto,
mojado en llanto
y en padecer.
Desesperado,
por vos me muero
porque te quiero,
hoy más que ayer.

Es terrible lo que has hecho con mi vida
si hasta ahora no he podido consolarme,
muchas veces no he querido ni acordarme
y cuanto más lo intento más quiero recordar.
Si tuviste o no razón para dejarme
no lo entiende mi cariño todavía,
ni tampoco se resigna el alma mía
si te pierde para siempre, al nombrarte y al llorar.



Στίχοι: Abel Aznar.
Μουσική: Armando Cupo.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΚΟΝΤΑΙ ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΘΛΑΣΙΣ


Σήμερα τήκονται τα χελιδόνια
Βάναυση λύσσα που μεθά τους οργωτάς του πόνου
Τώρα που τα παιχνίδια των αιλουροειδών
Προδίδουν την διάθεσι της ώρας.

Α τα καϋμένα τα χελιδόνια
Τήκονται άδίκως μέσ’ στον ήλιο
Σε μια φωτιά που ανάψανε με ρούμι
Οι τυμβωρύχοι.

Α τα καϋμένα τα χελιδόνια
Την μοίρα τους την είπε ψίθυρος
Τσιγγάνας με μαστούς παλλόμενους
Πριν πέσει ο ήλιος στα ξανθά πλεμάτια
Των αλιευτικών της ανοικτής θαλάσσης.



Από την ποιητική συλλογή «Ενδοχώρα» (1934-1937).
Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Ενδοχώρα», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1980, σελ. 49.

ΘΑ ΚΑΝΩ ΝΤΟΥ ΒΡΕΙ ΠΟΝΗΡΗ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΚΑ ΝΙΝΟΥ


ΘΑ ΚΑΝΩ ΝΤΟΥ ΒΡΕΙ ΠΟΝΗΡΗ

Θα κάνω ντου βρε πονηρή
στα στέκια που αράζεις
κι αν σε τρακάρω πουθενά
μ' αυτόν τον άνθρωπο ξανά
να ξέρεις δεν τη βγάζεις

Καθάρισε τη θέση σου
μ' αυτή σου την κατάσταση
πριν κάνω επανάσταση

Τον τελευταίο τον καιρό
μου τά 'χεις κάνει ρόιδο
δυο τρεις μου την καρφώσανε
πως πάλι σε τσακώσανε
με κείνο το κορόιδο

Καθάρισε τη θέση σου
μ' αυτή σου την κατάσταση
πριν κάνω επανάσταση

Θα κάνω ντου για να σε βρω
Αθήνα και Περαία
κι αν θα σε κάνω τσακωτή
να ξέρεις η βραδιά σου αυτή
θα είν' η τελευταία

Καθάρισε τη θέση σου
μ' αυτή σου την κατάσταση
πριν κάνω επανάσταση

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΒΕΡΤΟ ΡΟΥΦΙΝΟ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO RUFINO


CASCABELITO

Entre la loca alegría
volvamos a darnos cita
misteriosa mascarita
de aquel loco Carnaval.
Donde estás Cascabelito,
mascarita pizpireta,
tan bonita y tan coqueta
con tu risa de cristal.

Cascabel, Cascabelito;
ríe, ríe y no llores
que tu risa juvenil
tenga perfumes de tus amores.
Cascabel, Cascabelito;
ríe, no tengas cuidado
que aunque no estoy a tu lado
te llevo en mi corazón.

Mascarita misteriosa,
por tener mi alma suspensa
me ofreciste en recompensa
tu boca como un clavel.
Y cuando nos despedimos
llenos de dulce embeleso,
el ruido de nuestro beso
lo apagó tu cascabel.



Μουσική: José Bohr.
Στίχοι: Juan Andrés Caruso.
Τάνγκο του 1924.

ΕΡΝΕΣΤΟ ΚΑΡΔΕΝΑΛ




ERNESTO CARDELAL


SE OYERON

Se oyeron
unos tiros anoche

Se oyeron
del lado del cementerio.

Nadie sabe a
quién mataron,
o los mataron.
Nadie sabe nada.

Se oyeron unos tiros
anoche.

Eso es todo.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ: ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ: ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

ΤΑ ΜΑΝΤΙΛΙΑ



ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ


ΝΤΟΝ ΖΟΥΑΝ

Ιππότης θρυλικός απ’ τη Σεβίλλια,
τάχα μονάχα ο Ντον-Ζουάν εστάθη,
τόσων θριάμβων τρόπαιο, τα μαντίλια
των «χαίρε» στους Μεγάλους, τόσα πάθη.

Δεν είχε μιά η Ανδαλουσία μαντήλια
σκεπασμένη, πολλές –ποιός να τις μάθει!–
μαύρες, ξανθές και καστανές, τα δείλια
π’ αντέχουν μες στων σαλονιών τα βάθη.

Κι άλλες σε πύργο ερημικό, στους δρόμους
οι καταφρονεμένες που προσμένουν
το Μοιραίο, ανυπόταχτες σε νόμους

ζωής κακής κι εκείνες που πεθαίνουν
κατάδικες μιάς κλίσης απ’ αγάπη
κι απόδιωχτες από το σκληρό Σατράπη.



Από το βιβλίο: «Ρώμος Φιλύρας. Μια παρουσίαση από τον Γιάννη Δάλλα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 19799, σελ. 31.

ΜΑΡΙΟ ΒΕΝΕΔΕΤΤΙ




MARIO BENEDETTI


PIEDRITAS EN LA VENTANA

De vez en cuando la alegría
tira piedritas contra mi ventana
quiere avisarme que está ahí esperando
pero me siento calmo
casi diría ecuánime
voy a guardar la angustia en un escondite
y luego a tenderme cara al techo
que es una posición gallarda y cómoda
para filtrar noticias y creerlas

quién sabe dónde quedan mis próximas huellas
ni cuándo mi historia va a ser computada
quién sabe qué consejos voy a inventar aún
y qué atajo hallaré para no seguirlos

está bien no jugaré al desahucio
no tatuaré el recuerdo con olvidos
mucho queda por decir y callar
y también quedan uvas para llenar la boca

está bien me doy por persuadido
que la alegría no tire más piedritas
abriré la ventana




Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Paz Vega.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΛΟΥΙΣ ΑΓΙΛΕ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο LUIS AGUILÉ: DE HOMBRE A HOMBRE

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΓΑΘΩΝΑΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΓΑΘΩΝΑΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΣΟΥ


Σαν σουρώνω πέφτω κάτω και λασπώνομαι
βάζω μπρoς τα δυο μου χέρια και σηκώνομαι

Τα παιδιά της γειτονιάς σου με πειράζουνε
πάλι μεθυσμένος είσαι μου φωνάζουνε

Τα παιδιά της γειτονιάς σου τα μπαγάσικα
θα τα πιάσω να τα δείρω να ’ναι χάσικα

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ



GUILLAUME APOLLINAIRE


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Τινάζουμε την ψάθα
κοιτάζουμε το χιόνι
συντάσσουμε ραππόρτα
λαμβάνουμε εντολές

Καπνίζουμε μιά πίπα
τον έρωτα ποθούμε
τα κάστρα μας υπάρχουν
κοιτάζουμε το ρόδο

Η στέρνα δεν εστέρεψε
μήτε ο χρυσός της ψάθας
κοιτάζουμε τη μέλισσα
το μέλλον δεν μας νοιάζει

Κοιτάζουμε τα χέρια μας
είναι ολόιδια το χιόνι
το ρόδο και η μέλισσα
που είναι και το μέλλον



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΑ ΣΤΙΛΠΝΑ ΕΤΟΥΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑ



ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΔΡΙΒΑΣ


ΠΙΑΣΕ ΜΕ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΣΟΥ

Πιάσε με τα δάχτυλά σου
αυτά τα λίγα βότσαλα
που η άρμη ο ήλιος κι η φουρτούνα
έχουν λειάνει :
Ομορφία λυγμός ανάμνηση
ταξίδι στα νησιά μας
μοναξιά με αγριοπερίστερα
με σκίνα και φιδιές.
Το κρασί
το κρίθινο ψωμί
και το φαΐ των ψαράδων
ψημμένο στα γκρίφια
η βαμμένη κατράμι ψαρόβαρκα
και τα βρεγμένα τους κοκκινόμαυρα δίχτυα.
Αναμνήσεις από τη θάλασσα
που τα  στιλπνά ετούτα βότσαλα
με συντριβή θα σου πούνε.



Από το βιβλίο: Αναστάσιος Δρίβας, «Μιά δέσμη αχτίδες στο νερό», Πρόσπερος, Αθήνα 1978, σελ. 41.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΒΕΡΤΟ ΡΟΥΦΙΝΟ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO RUFINO


CHARLEMOS

¿Belgrano sesenta once?
Quisiera hablar con Renée...
¿No vive allí?... No, no corte...
¿Podría hablar con usted?
No cuelgue... La tarde es triste.
Me siento sentimental.
Renée ya sé que no existe...
Charlemos... Usted es igual...

Charlando soy feliz...
La vida es breve...
Soñemos en la gris
tarde que llueve.
Hablemos de un amor...
Seremos ella y él
y con su voz
mi angustia cruel
será más leve...
Charlemos, nada más.
Soy el cautivo
de un sueño tan fugaz
que ni lo vivo.
Charlemos, nada más,
que aquí, en mi corazón,
oyéndola siento latir
otra emoción...

¿Qué dice? ¿Tratar de vernos?
Sigamos con la ilusión...
Hablemos sin conocernos
corazón a corazón...
No puedo... No puedo verla...
Es doloroso, lo sé...
¡Cómo quisiera quererla!
Soy ciego... Perdóneme. . .



Στίχοι και μουσική: Luis Rubistein.
Τάνγκο του 1940.

ΕΡΝΣΤ ΜΠΛΑΣ!




ERNST BLASS


KREUZBERG 1

Blaßmond hat Hall und Dinge grau geschminkt.
Das Wundern lernte selbst der karge Greis,
Der unten, auf der Bank, im engsten Kreis
Vor sich den mageren Spazierstock schwingt.

Da liegt die große Stadt: schwer, grau und weiß,
Ein Rauchen, Greifen, Atmen, daß es stinkt.
Eh sie dem heil'gen Tag das Dunkle wild entringt,
Erwachen Nerventräume, blaß und heiß.

Fort mit dem süßen Blick! Fort mit dem Kusse!
Hörst du die roten Nacht- und Not- Alarme?
Die heißen, blassen Träume sind verstreut.

Mir stehen riesige, liebes-, hasseswarme
Gebäude zu durchwandern weit bereit.
Da unten rollen meine Autobusse!  



KREUZBERG 2

Wir schleifen auf den müdgewordnen Beinen
Die Trägheit und die Last verschlafner Gierden.
Uns welkten (ach so schnell!) die bunten Zierden.
Durch Dunkliges kriecht geil Laternenscheinen.

Im Trüben hat ein träger Hund gebollen.
Auf Bänken übertastet man die Leiber
Zum Teile gar nicht unsympathscher Weiber.
Die schaukeln noch - wir wissen, was wir wollen.

Du gähnst mich an - in deinem Gähnen sielt
Sich halbverfaulte Geilheit. Hundgebelle.
Und durch das überlaubte Dings da schielt,
In Stein gemetzt, der Bürgermeister Zelle.