Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

ΣΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΟΝΕΡΟ


FEDERICO GARCÍA LORCA


Η ΠΑΝΤΕΡΜΗ


Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυγή
την ώρα που απ’ τα σκοτεινά
βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά

Μαύρη μαυρίλα είν’ η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ’ αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια

- Παντέρμη τί ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

- Κι αν είναι κάτι να ζητώ
πέ μου σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω κείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε

- Παντέρμη πες ποιός ο καημός σου
ποιός ο αγιάτρευτος καημός σου;

- Ποιός ο καημός μου; Μαύρη πίσσα
’γίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί

- Παντέρμη λούσε το κορμί σου
λούσ’ το στο χελιδονονερό
κι άσε Κυρά μου την ψυχή σου
άσ’ τηνε νά ’βρει αναπαμό

Άχου τσιγγάνικες ψυχές
όλο κρυφές νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.


Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ: ΜΠΗΚΕ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

ΜΑΡΙΟ ΧΟΡΧΕ ΔΕ ΛΕΓΙΣ!





MARIO JORGE DE LELLIS (1922-1966)


PUENTE BUSTAMENTE


Pasabas tú, bajando, tú
y un nolopienses dicho hasta tu alma
y lluvias en esquinas y mateos
y finales tan dulces como las rosas dadas.

Pasaba el puente mismo,
el morirse en las vías, el despedirse en humo
y voz entrecortada
y pasaba palermo, pringles, barrios pobres,
felices por el pie de tu zapato y el calor de tu cara.

Te decía que no
y te miraba.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΙΝΙΑΣΙΟ ΚΟΡΣΙΝΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο IGNACIO CORSINI


FUMANDO ESPERO


Fumar es un placer, genial, sensual...
Fumando espero al hombre que yo quiero,
tras los cristales de alegres ventanales
Y mientras fumo mi vida no consumo
porque flotando el humo me suelo adormecer.

Tendida en mi sofá, fumar y amar,
ver a mi amado feliz y enamorado,
sentir sus labios besar con besos sabios.
Y el devaneo sentir con más deseo,
cuando sus ojos siento sedientos de pasión.

Por eso estando mi bien
es mi fumar un eden.
Dame el humo de tu boca
Dame que en mi,
pasión provoca.
Corre que quiero
enloquecer de placer,
sintiendo ese calor
del humo embriagador
que acaba por prender
la llama ardiente del amor.

La hora de inquietud con él no es cruel
sus espirales son sueños celestiales,
y forman nubes que hacia la gloria suben
y envuelta en ella, su chispa es una estrella,
que luce clara y bella con límpido fulgor.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΕΝΩ ΚΥΛΟΥΝΕ


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ


PROFESSIONAL BEAUTY

Είχε για τέχνη την καλλιέργεια της ομορφιάς της
έργο δύσκολο
αυτή η ξεχωριστή δυσχέρεια που προκαλείται από το τέλειο υλικό.

Τα μαλλιά όταν παίζει μ’ αυτά ο αγέρας
είναι σαν ένα δάσος σκοτεινό
όπου
ανάμεσα σε πυκνές σκιές
τραγουδούν ενώ κυλούνε
χρυσές ανταύγειες

ήχοι μοναδικοί για κουρασμένο αυτί.



Από το βιβλίο: Νικόλαος Κάλας, «Γραφή και φως», Ίκαρος, Αθήνα 1983, σελ. 89.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ: ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΥ, ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ ΣΟΥ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΛΙΒΕΡΤΑΔ ΛΑΜΑΡΚ


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η LIBERTAD LAMARQUE


LA CANCIÓN DE BUENOS AIRES


Buenos Aires, cuando lejos me vi
sólo hallaba consuelo
en las notas de un tango dulzón
que lloraba el bandoneón.
Buenos Aires, suspirando por ti
bajo el sol de otro cielo,
cuando lloró mi corazón
escuchando tu nostálgica canción.

Canción maleva, canción de Buenos Aires,
hay algo en tus entrañas que vive y que perdura,
canción maleva, lamento de amargura,
sonrisa de esperanza, sollozo de pasión.
Este es el tango, canción de Buenos Aires,
nacido en el suburbio, que hoy reina en todo el mundo;
este es el tango que llevo muy profundo,
clavado en lo más hondo del criollo corazón.

Buenos Aires, donde el tango nació,
tierra mía querida,
yo quisiera poderte ofrendar
toda el alma en mi cantar.
Y le pido a mi destino el favor
de que al fin de mi vida
oiga el llorar del bandoneón,
entonando tu nostálgica canción.



Στίχοι: Manuel Romero.
Μουσική: Orestes Cúfaro & Azucena Maizani.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΟΤΕΛΛΟ ΠΡΟΦΑΤΣΙΟ


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο OTELLO PROFAZIO


LA LEGGENDA DI COLAPESCE


La gente Cola pisci lu chiamava,
che comi un pisci sempri a mari stava,
d’unni vinia nuddu lu sapia
forsi era figghiu di Nettunnu diu.

Un ghiornu a Cola "u rre" u fici chiamari
e Cola di lu mari dda vos’iri
- O Cola lu me regnu a scandagliari
supra cchi pidimenti si susteni

Cola pisci curri e va’
- vaiu e tornu maista’
"ccussi’ si ietta a mari Cola pisci
e sutta l’unni subutu sparisci

ma dopu un pocu a sta’ nuvita’
a lu rignanti Cola pisci da’
- ….maista’ li terri vostri
stannu supra a tri pilastri

e lu fattu assai trimennu
una gia’ si sta’ rumpennu
- … O distinu chi "nfilici
cchi svintura mi pridici

chianci u re comu aia ffari
sulu tu mi poi salvari.
Cola pisci curri e va’
vaiu e tornu maista’.

E passaru tanti iorna
cola pisci non ritorna
e l’aspettunu a marina
lu so’ rre ccu la rigina.

Poi si senti la so vuci
di lu mari superfici….
- maista’… sugnu cca….
sugnu cca o maista’

nta stu funnu di lu mari,
ma non pozzu cchiu’ turnari
vui prigati a la Madonna,
staiu riggennu la culonna

ca s’idda si spezzera’
'a Sicilia sparira’
maista’ o maista’,
maista’ iu restu cca.

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

ΠΑΡΑΠΟΝΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΥΒΡΙΣΤΗΣ


Διαβάζω στη σημερινή ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ τι είπε μεταξύ άλλων ο γενικός υβριστής Θεόδωρος Πάγκαλος:

"Κατ' εξοχήν έχει την ευθύνη ο κ. Χρήστος Παπουτσής. Έχοντας αγωνισθεί επί χρόνια για τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών βρέθηκα εις τας δυσμάς του βίου μου να μην μπορώ να διασχίσω την Πλατεία Συντάγματος χωρίς να λοιδορηθώ από τον κάθε τυχόντα. Σε μια ζούγκλα που δημιούργησαν κοινοβουλευτικά κόμματα και βουλευτές κινητοποιώντας τραμπούκους, αλήτες, κακοποιούς, μην πω και τρομοκράτες."

********************

Λοιπόν, Θεόδωρε, να πιστέψω ότι δεν υπάρχει ούτε ένας μη τραμπούκος, μη αλήτης, μη κακοποιός, μην πω και μη τρομοκράτης στα 4.000.000 κατοίκων της Αττικής να σε προστατεύσει, όταν πας να διασχίσεις την Πλατεία Συντάγματος; Θυμάσαι, αλήθεια, πότε ήταν η τελευταία φορά που διέσχισες την Πλατεία Συντάγματος; Και το άλλο: σαν πολλοί δεν είναι οι 4.000.000 κάτοικοι της Αττικής, για να τους χαρακτηρίζεις ως "τον κάθε τυχόντα";

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ: Ο ΑΓΥΜΝΑΣΤΟΣ

ΑΡΑΓΚΟΝ!




LOUIS ARAGON


C’EST UNE CHOSE ETRANGE A LA FIN QUE LE MONDE


C'est une chose étrange à la fin que le monde
Un jour je m'en irai sans en avoir tout dit
Ces moments de bonheur ces midis d'incendie
La nuit immense et noire aux déchirures blondes

Rien n'est si précieux peut-être qu'on le croit
D'autres viennent Ils ont le cœur que j'ai moi-même
Ils savent toucher l'herbe et dire je vous aime
Et rêver dans le soir où s'éteignent les voix

Il y aura toujours un couple frémissant
Pour qui ce matin-là sera l'aube première
Il y aura toujours l'eau le vent la lumière
Rien ne passe après tout si ce n'est le passant

C'est une chose au fond que je ne puis comprendre
Cette peur de mourir que les gens ont chez eux
Comme si ce n'était pas assez merveilleux
Que le ciel un moment nous ait paru si tendre...

Malgré tout je vous dis que cette vie fut telle
Qu'à qui voudra m'entendre à qui je parle ici
N'ayant plus sur la lèvre un seul mot que merci
Je dirai malgré tout que cette vie fut belle


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Almudena Fernandez.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΒΕΡΤΟ ΓΟΓΕΝΕΤΣΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO POLACO GOYENECHE: QUE FALTA QUE ME HACES

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΠΑΝΩ ΣΑΣ ΓΑΝΤΖΩΝΩ ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΟΥ


ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ Χ. ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ


ΠΑΝΩ ΣΑΣ ΓΑΝΤΖΩΝΩ ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΟΥ


Από χαλυβουργεία και διυλιστήρια
Στην αλλοτρίωση των καύσεων
Έρημες φτωχές λέξεις σας κουβαλώ
Σε πόλη αδιάφορη πρησμένη σκουπίδια
Και γύρω λυσσασμένοι για επιτυχία
Ενώ μοντάρω όργανο υποθετικής επικοινωνίας
Δρόμοι υψικάμινοι και τρέχουν
Ισοζύγιοι οραματιστές
Καλπάζουν στην καταναλωτική μανία
Κλούβες μπαγλαρώνουν την απεργία
Και σταλάζει ο ουρανός κατράμι
Φτωχές ελληνικές μου λέξεις
Πάνω σας γαντζώνω τη φωνή μου
Και βουλιάζω


15 του Δεκέμβρη 1980



Από το βιβλίο: Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, «Έσχατη υπόσχεση», Ποιήματα 1958-1992, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996, σελ. 159.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΟΥΣΑΝΑ ΡΙΝΑΛΔΙ


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η SUSANA RINALDI


A UN SEMEJANTE


Vení... charlemos, sentate un poco.
La humanidad se viene encima.
Ya no podemos, hermano loco
buscar a Dios por las esquinas...
Se lo llevaron, lo secuestraron
y ¡nadie paga su rescate!
Vení que afuera está el turbión,
de tanta gente sin piedad
de tanto ser sin corazón.

Si a vos te duele como a mí...
La lluvia en el jardín y en una rosa.
Si te dan ganas de llorar,
a fuerza de vibrar, por cualquier cosa.
Decí qué hacemos vos y yo
qué cosa vos y yo sobre este mundo.
¡Buscando amor en un desierto
tan estéril y tan muerto
que no crece ya la flor!

Vení... charlemos, sentate un poco.
¡No ves que sos mi semejante!
A ver probemos, hermano loco
salvar el alma cuanto antes.
Es un asombro, tener tu hombro
y es un milagro la ternura...
¡Sentir tu mano fraternal!
Saber que siempre para vos...
¡El bien es bien y el mal es mal!



Στίχοι & μουσική: Eladia Blázquez.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑΣ ΝΟΤΑΣ


ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΑΝΤΣΙΑΣ: ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑΣ ΝΟΤΑΣ

ΧΟΡΧΕ ΒΑΛΔΕΣ ΔΙΑΣ-ΒΕΛΕΣ!


JORGE VALDÉS DÍAZ-VÉLEZ (1955)


NOCHE VIEJA


Miras arder lo que ha quedado
en pie del último sendero:
la luna llena de otro enero
sobre la piel de tu pasado,

un mar que olvidas y ha olvidado
en su esplendor tu verdadero
rostro, la luz que fue primero
verbo y temblor en tu costado

y que hoy dejas partir a solas,
detrás del fuego. Hacia el poniente
moja tu máscara un sol frío.

Ya en ti la noche alza sus olas
mansas. La oyes indiferente
abrir el fuego y tu vacío.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΟΡΛΑΝΔΟ ΒΕΡΑ ΚΡΟΥΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ORLANDO VERA CRUZ: BUSCANDO TRINOS / SANTA FE DIJO QUE SI

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΝΟΥΣ ΑΦΑΡΙΝ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΝΟΥΣ ΑΦΑΡΙΝ

ΚΛΑΣΙΚΟΣ ΠΕΡΣΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ


ΚΛΑΣΙΚΟΣ ΠΕΡΣΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ


Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Τα πλάσματα που βρίσκονται εκείθεν
του κεραυνού έχουν πει πως ο Θεός
    είναι αγάπη.
Γι’ αυτό κ’ οι στεναγμοί της ευφροσύνης μας,
το παραλήρημα, τα βογγητά μας, οι ανάσες μας,
είν’ όλα η γλώσσα της αγάπης
είν’ όλα αυτά η γλώσσα του Θεού.
    Οι άνθρωποι
όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άνθρωποι
δεν την αναγνωρίζουν και γι’ αυτό
λένε: «Θεός φυλάξοι... τ’ είν’ ετούτο...
ήρθε ο Σατανάς μέσα στα σπίτια μας... δεν ντρέπονται...
και νά ’χουμε παιδιά να τους ακούν...»
    Όμως οι άγγελοι
όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άγγελοι
ξέρουν κι ανακρατώντας τις φτερούγες τους
πάντα με σεβασμό παραμερίζουν.



Από το βιβλίο: Γιάννης Υφαντής, «Οι μεταμορφώσεις του μηδενός», Εκδόσεις Άγκυρα, Αθήνα 2006, σελ. 107.

ΜΠΛΑΙΖ ΣΑΝΤΡΑΡ!




BLAISE CENDRARS


COUCHERS DE SOLEIL


Tout le monde parle des couchers de soleil
Tous les voyageurs sont d’accord pour parler des cou-
chers de soleil dans les parages
Il y a plein de bouquins où l’on ne décrit que les couchers
de soleil
Les couchers de soleil des tropiques
Oui c’est vrai c’est splendide
Mais je préfère de beaucoup les levers de soleil
L’aube
Je n’en rate pas une
Je suis toujours sur le pont
A poils
Et je suis toujours le seul à les admirer
Mais je ne vais pas décrire les aubes
Je vais les garder pour moi seul



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Daniella Sarahyba.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΕΝΡΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ENRICO CARUSO


ADDIO Α NAPOLI

Addio mia bella Napoli,
Addio, addio
La tua soave immagine
Chi mai chi mai scordar potrà

Del ciel l'azzurro fulgido
La placida marina
Qual core lo rinebria
Ardea ardea di voluttà

Il ciel, la terra e l'aura
Favellano l'amore
E sola al mio dolore
Dal porto io sognerò, sì
Io sognerò

Addio mia bella Napoli,
Addio, addio
Addio care memorie
Del tempo che passò

Tutt'altro ciel mi chiama,
Addio, addio
Ma questo cor ti brama
E il cor e il cor ti lascerò

Di baci e d'armonia
È l'aura tua... riviera
Oh magica sirena
Fedèl fedéle a te sarò

Al mio pensier più tenero
Ritornano gli istanti
Le gioie e le memorie
Dei miei felici dì,
I miei felici dì

Addio mia bella Napoli,
Addio, addio
Addio care memorie
Del tempo che passò

Addio mia bella Napoli,
Addio, addio
Addio care memorie
Del tempo... che passò!



Στίχοι & μουσική: Teodoro Cottrau.

ΧΟΡΕΥΟΥΝ Ο ΜΙΓΕΛ ΑΝΧΕΛ ΣΟΤΤΟ ΚΑΙ Η ΝΤΑΪΑΝΑ ΓΟΥΣΠΕΡΟ


ΧΟΡΕΥΟΥΝ Ο MIGUEL ÁNGEL ZOTTO ΚΑΙ Η DAIANA GUSPERO: LA CUMPARSITA

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

ΠΑΙΖΕΙ ΤΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ "ΚΑΝΤΣΟΝΙΕΡΕ ΓΚΡΕΚΑΝΙΚΟ ΣΑΛΕΝΤΙΝΟ"


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ:

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΟ CANZONIERE GRECANICO SALENTINO


BALLATI TUTTI QUANTI


Ballati tutti quanti ballati forti
Ca la taranta è viva e nun è morta

Na Nina Nina mia na Nina balla
Ca quandu balli tie felice cantu

Ieu tegnu na chitarra tutta rotta
Ca quandu canti tie meghiu sona

Addu te pizzicau cu bessa ccisa
Sutta lu giru giru te la camisa

Quant’ave ca nu passu te sta strada
Te ce se maritau la beddha mia

Quandu all chiesa matre la purtara
Comu na cagnolina te retu scia

None none none nu mandare ca nu te ole
Ca aggiu mandate ieu e aggiu persu le parole

E Nella Nella Nella carciratu lu Prucinela
E percè stae carciratu pe nu cucumbaru c’ha rubatu

Turi turi turi su de Lecce li sonaturi
E la zita è de Scorranu beddha mia tamme la manu

E Nella Nella Nella dumala e stutala la lanterna
E moi ca l’hai dumata dumala e stutala n’auddhra fiata

Ballati tutti quanti ballati forti
Ca la taranta è viva e nun è morta

ΣΑΝ ΗΧΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΣΥΛΛΑΒΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ


CHARLES BAUDELAIRE


Η ΑΡΡΩΣΤΗ ΜΟΥΣΑ


Τι έχεις, Μούσα μου φτωχή, σήμερα δε μου λες;
Φάσματα νύχτια τ’ αμαυρά τα μάτια σου κοιτάνε,
και βλέπω από την όψη σου μια-μια ν’ αντιπερνάνε
τρέλα και φρίκη, σκοτεινές, κρύες και σιωπηλές.

Τάχα το ρόδινο στοιχειό κ’ οι πρασινοξωθιές,
το φόβο και τον έρωτα στα στήθια σου σκορπάνε;
Τάχα ο βραχνάς με τη σκληρή, βαρειά γροθιά του νά ’ναι
που σ’ έπνιξε σε μυστικές βαθιά βαλτονεριές;

Θε νά ’θελα, ξεχύνοντας υγείας ευωδιά,
αιώνια σκέψεις δυνατές τα στήθια σου να κλείνουν,
και το αίμα σου, χριστιανικό, νά ’τρεχε ρυθμικά,

σαν ήχος πλούσιος συλλαβών αρχαίων που τις λαμπρύνουν
βασιλικά με τη σειρά, του τραγουδιού ο αφέντης
ο Φοίβος, κι ο μεγάλος Παν, των τρύγων ο λεβέντης.



Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης.
Από το βιβλίο: Μπωντλαίρ, «Τα άνθη του κακού», Εκδόσεις Μαρή, Αθήνα [χ.χ.], σελ. 37.



****************************************




Ο ΜΙΣΕΛ ΠΙΚΟΛΙ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ


LA MUSE MALADE


Ma pauvre muse, hélas! qu'as-tu donc ce matin?
Tes yeux creux sont peuplés de visions nocturnes,
Et je vois tour à tour réfléchis sur ton teint
La folie et l'horreur, froides et taciturnes.

Le succube verdâtre et le rose lutin
T'ont-ils versé la peur et l'amour de leurs urnes?
Le cauchemar, d'un poing despotique et mutin
T'a-t-il noyée au fond d'un fabuleux Minturnes?

Je voudrais qu'exhalant l'odeur de la santé
Ton sein de pensers forts fût toujours fréquenté,
Et que ton sang chrétien coulât à flots rythmiques,

Comme les sons nombreux des syllabes antiques,
Où règnent tour à tour le père des chansons,
Phoebus, et le grand Pan, le seigneur des moissons.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΛΙΒΕΡΤΑΔ ΛΑΜΑΡΚ


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ:

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η LIBERTAD LAMARQUE


TANGO MÍO


Cuando sepa que estás lejos, cuando tu canción
llegue hasta tus oídos,
una angustia habrás tenido y sentirás vos
que está muy lejos de tu sol,
y si piensas en tu casa,
si recuerdas tus andanzas
por esas calles de Dios,
pensarás en tu Corrientes,
tus amigos, tus parientes,
llorarás con tu canción.

Tango,
tango mío que llegás al corazón;
Tango,
es pedazo de mi tierra tu canción.
Tango,
lejos cuando se oye tu cantar,
a tu lado está otra vez,
el amigo que dejás
y estar lejos es un sueño.
Tango,
tango mío cuantas vidas ves pasar.
Tango,
alegrías y tristezas al vibrar.
Tango,
fuiste reo por tu cuna, sí,
por tu lengua, tu caló,
pero te sabés vestir.
¡Todo el mundo te entendió!

Estar lejos, sin amigos, estar sin amor...
hará extrañar tu suelo,
sos el hombre que primero, sin probar favor,
despintará su ilusión.
Cuántos, cuántos corazones
estrellaron ambiciones
en los puertos sin timón.
Y al pensar en tu Corrientes
tus amigos, tus parientes,
¡sufrirá tu corazón!



Στίχοι: Emilio Fresedo.
Μουσική: Osvaldo Fresedo.

ΡΟΝΣΑΡ!




PIERRE DE RONSARD


SONNET À MARIE


Je vous envoie un bouquet que main
Vient de trier de ces fleurs épanouies ;
Qui ne les eût à ce vêpres cueillies,
Chutes à terre elles fussent demain.

Cela vous soit un exemple certain
Que vos beautés, bien qu’elles soient fleuries,
En peu de temps cherront, toutes flétries,
Et, comme fleurs, périront tout soudain.

Le temps s’en va, le temps s’en va, ma dame
Las ! le temps, non, mais nous nous en allons,
Et tôt serons étendus sous la lame ;

Et des amours desquelles nous parlons,
Quand serons morts, n’en sera plus nouvelle.
Pour c’aimez-moi cependant qu’êtes belle.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Maria Sanssouci.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΛΙΛΙΑΝΑ ΦΕΛΙΠΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η LILIANA FELIPE


SI DIOSITO

Si diosito hubiera querido que no me masturbara o masturbasé,
me hubiera puesto el sexo mas abajo, o las manos mas arriba,
o las tetas en la espalda, o mi cuerpo en batería.
cada cosa que vez, son dos cosas o tres,
cada cosa que vez tiene su derecho y su revés
cada cosa que vez, son dos cosas o tres,
cada cosa que vez tiene su derecho y su revés

Si diosito hubiera querido que no razonara o razonase,
me hubiera puesto un hueco en el cerebro, o los pelos para adentro,
o las nalgas en la frente, o los pies en la cabeza
cada cosa que vez, son dos cosas o tres,
cada cosa que vez tiene su derecho y su revés
cada cosa que vez, son dos cosas o tres,
cada cosa que vez tiene su derecho y su revés

Si diosito hubiera querido que blasfemara o blasfemase,
me hubiera demostrado su existencia, o me hubiera hecho de piedra,
o con pelos en la lengua o sin hoyo en el ombligo
cada cosa que vez, son dos cosas o tres,
cada cosa que vez tiene su derecho y su revés
cada cosa que vez, son dos cosas o tres,
cada cosa que vez tiene su derecho y su revés

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Η ΜΑΣΣΑΛΛΙΩΤΙΣ!




LA MARSEILLAISE

Τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας σε αυτήν την υπέροχη εκτέλεση μάς τον έστειλε ο εικονιζόμενος φίλος του ιστολογίου κ. Γιάννης Φετφατζίδης.

STÉPHANE MALLARMÉ


Η ΚΟΜΗ

Η κόμη, φλόγας πέταγμα, τώρα
Που έσβησε ο πόθος της να την αφήσει λεύτερη,
Κείτεται αφημένη (θαμπό θά ’λεγα διάδημα)
Στο μέτωπό της στέμμα, στην αρχική εστία της.

Μα, δίχως στεναγμό ή θλίψη γι’ αυτό το σύννεφο το λαμπερό,
Το πύρωμα της φωτιάς, της πάντα εσωτερικής
Αυτής της μιάς και μόνης, αδιάκοπα υπάρχει
Στο σπίθισμα της καθαρής και γελαστής ματιάς.

Προσβάλλει η τόλμη του τρυφερού εραστή
Αυτήν που, μη κινώντας τα στολισμένα δάχτυλά της,
Τη θηλυκότητά της λιγότερο δε δείχνει,
Αστραποβόλα, κάνοντας έτσι τον ποιητή

Να σπέρνει με πετράδια τις αμφιβολίες του
Όπως μια προστατευτική, μια δάδα χαρωπή.



Μετάφραση: Αλέξης Ζήρας.
Από το βιβλίο: Stephane Mallarme, «Ποίηση και μουσική», Επιλογή Αλέξης Ζήρας, Πλέθρον, Αθήνα 1983, σελ. 51.


**********************************************


LA CHEVELURE

La chevelure vol d'une flamme à l'extrême
Occident de désirs pour la tout déployer
Se pose (je dirais mourir un diadème)
Vers le front couronné son ancien foyer

Mais sans or soupirer que cette vive nue
L'ignition du feu toujours intérieur
Originellement la seule continue
Dans le joyau de l'oeil véridique ou rieur

Une nudité de héros tendre diffame
Celle qui ne mouvant astre ni feux au doigt
Rien qu'à simplifier avec gloire la femme
Accomplit par son chef fulgurante l'exploit

De semer de rubis le doute qu'elle écorche
Ainsi qu'une joyeuse et tutélaire torche.

ΑΡΑΓΚΟΝ!




LOUIS ARAGON


CHAMBRES D’UN MOMENT


Sur de blancs canots
Suivant les canaux
Ombreux et tranquilles
Les touristes font
Les chemins profonds
Qui baguent la ville

Les bars qu'on entend
Les cafés-chantants
Les marins y règnent
Et la rue a des
Sourires fardés
Ses enseignes saignent

Chambres d'un moment
Qu'importe comment
On se déshabille
Tout est comédie
Hormis ce qu'on dit
Dans les bras des filles

Traîne sur les quais
L'enfance manquée
Des gamins étranges
Qui parlent entre eux
Qui sait de quel jeu
Peu fait pour les anges

Et dans ce quartier
Où le monde entier
Cherche l'aventure
Celui qu'on y joue
Montre ses bijoux
A la devanture

Chambres d'un moment
Qu'importe comment
On se déshabille
Tout est comédie
Hormis ce qu'on dit
Dans les bras des filles

Femmes-diamant
Qui patiemment
Attendent preneur
Pour la somme due
Qui débitent du
Rapide bonheur

Beaux monstres assis
Tout le jour ainsi
Près de leur fenêtre
Vivre ici les voue
Aux faux rendez-vous
D'où rien ne peut naître

Chambres d'un moment
Qu'importe comment
On se déshabille
Tout est comédie
Hormis ce qu'on dit
Dans les bras des filles

La main le rideau
Le petit cadeau
Mets-toi là qu'on s'aime
Leurs habits ôtés
Ce que les beautés
Au fond sont les mêmes

Souvenirs brisés
Baisers ô baisers
Amours sans amour
Une fois de plus
A Honolulu
Comme à Singapour

Chambres d'un moment
Qu'importe comment
On se déshabille
Tout est comédie
Hormis ce qu'on dit
Dans les bras des filles

Les matelas crient
La même tuerie
A d'autres oreilles
Et les matelots
Ont même sanglot
A moment pareil

Tous les hommes sont
La même chanson
Quand c'est à voix basse
Et leur cour secret
Bat tant qu'on dirait
Qu'il manque de place

Chambres d'un moment
Qu'importe comment
On se déshabille
Tout est comédie
Hormis ce qu'on dit
Dans les bras des filles



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Candice Swanepoel.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΚΡΕΤΣΙΑ ΣΑΛΕΝΤΙΝΑ!



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο PANTALEO STOMEO ΚΑΙ Ο ANTONIO RUSSO


STORNELLI


I cànni mian ghiurnà zzichrìi
ca èssu-mu puru e’ ccàjo na stasìi.

Piànni ce cànni mian òrrian broscera
en’orrio na stasi’ ma mia’ cchiatèra.

Poi canni’ mmia’ llumèra’ ffitta
depòi caìzi ce stiàzi’ mmia’ ppìtta.

Depòi vàddhi puru ala’ cce alài
depòi caìzi’ tt’ en’ òrrio n’ I’ ffai.

Erìrta sto coràfi na fao dio sica
ce ìche to’ ppadrùna ce’ en embìca.

Apìrta plèon ambròvo na dò tis ene
ce ìano o culòno ma ’ttà chiatère.

Òrria e mana ce òrria e chiatèra
ce rrio puru’so starnatisèo.

Sàtti pìrtane na sti’ Sciudèca
’o’ mmuson vàsta màvvro san diàni’ ppalèo.

Òrria e mana ce òrria e chiatèra
ce rrio puru’su starnatisèo.

Stti pìane es Starnatìa
ma tis eguènne puru ambrò’ cce ambrò’
ce tos eguennane ambrò’ cce ambrò’.

Na iundi de lu mare, lu mare è Nella
la casa è bassa e la padruna è bella.


Ακκορντεόν: Raffaele De Santis
Ηχογραφήθηκε το 1975 στο Martano.


*************************************

STORNELLI

Quando fa una giornata fredda
in casa mia è meglio stare.

Prepara subito un bel bracere
è bello stare al caldo con una figliola.

Accendi un fuoco vigoroso
è poi siediti e prepara una “pitta”.

Poi mettici pure sale e olio
e siediti perchè è buona da mangiare.

Sono andato in un podere a mangiare due fichi
c’ era il padrone e non ci sono entrato.

Andai più Avanti per vedere chi fosse
ed era il colono con sette figliole.

Bella la madre e bella la figlia
e bello pure quello di Sternatia.

Quando andarono alla “Sciudeca”
avevano il volto nereo come una vecchia padella.

Bella la madre e bella la figlia
bello pure tu Sternatese.

Quando andavano a Sternatia
tutti quanti uscivano loro incontro.

Le onde del mare, il mare è Nella
La casa èbassa e la padronna è bella.

ΦΥΓΗ ΣΤΑ ΕΝΔΟΤΕΡΑ


MANUEL ALTOLAGUIRRE


ΦΥΓΗ ΣΤΑ ΕΝΔΟΤΕΡΑ


Οι τελευταίες λέξεις, οι αδύνατες,
έπεσαν στου λαιμού του τη βαθιά πηγή,
με το θρόισμα αυτού που για πάντα δραπετεύει
σε έναν αναστεναγμό ατέρμονο.

Μια βιασύνη εσωτερική ξεγύμνωνε
από ζωή το σαστισμένο θαρρείς περίγραμμά του.
Στο γεγονός εγώ παρών.
Δε ήταν, παρά στο κέντρο της ψυχής,
όπου συνέπεσαν
το στερνό το ρόδισμα στα μάγουλα
και η λάμψη στα μάτια του η στερνή.

Τελευταία πνοή. Στο τραπέζι απάνω, τα κρύσταλλα
με τα γινωμένα φρούτα, η πλήρης αντίθεση.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΝΕΛΛΥ ΟΜΑΡ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η NELLY OMAR


DESDE EL ALMA

...Alma, si tanto te han herido,
¿por qué te niegas al olvido?
¿Por qué prefieres
llorar lo que has perdido,
buscar lo que has querido,
llamar lo que murió?

Vives inútilmente triste
y sé que nunca mereciste
pagar con penas
la culpa de ser buena,
tan buena como fuiste
por amor.

Fue lo que empezó una vez,
lo que después dejó de ser.
Lo que al final
por culpa de un error
fue noche amarga del corazón.

¡Deja esas cartas!
¡Vuelve a tu antigua ilusión!
Junto al dolor
que abre una herida
llega la vida
trayendo otro amor.

Alma, no entornes tu ventana
al sol feliz de la mañana.
No desesperes,
que el sueño más querido
es el que más nos hiere,
es el que duele más.

Vives inútilmente triste
y sé que nunca mereciste
pagar con penas
la culpa de ser buena,
tan buena como fuiste
por amor.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ


ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ


Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα.
Έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω,
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε,δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους,
τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία.
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής. Θα πέσει η πόλις.


Στίχοι: Μανόλης Αναγνωστάκης.
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος.




ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ: ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΚΡΕΤΣΙΑ ΣΑΛΕΝΤΙΝΑ!


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ:

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο LUIGI COSTA


DIÀVÌCA


Diàvìca azze mian òria ma ghetonìa
ce ida tin agapi ’so zzilò.

Ìstìne pu pòtizè ti’ mmerodia
m’ ’in buccaleddha ìrìtte to nerò.

C’ ivò votìstim’olo ma ti’ ccardìa
Da’-mmu na’ ffiuro ja na miristò.

Cini votisti m’olo ma ti’ ccuruna
tis pianni to’ ffiuro pianni ti’ ppatruna.


******************************


PASSAI


Passai da un bel vicinato
e c’era il mio amore in alto.

Stava innaffiando le piante odorose
con la brocca versava l’acqua.

Mi girai con tutto il cuore
dammi un fiore per sentire l’odore.

Lei so voltò con tutta la corona :
« Chi prende il fiore pdrende la padrona ! »

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΕΔΜΟΥΝΔΟ ΡΙΒΕΡΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο EDMUNDO RIVERO


AMABLEMENTE

La encontró en el bulín y en otros brazos...
Sin embargo, canchero y sin cabrearse,
le dijo al gavilán: "Puede rajarse;
el hombre no es culpable en estos casos."

Y al encontarse solo con la mina,
pidió las zapatillas y ya listo,
le dijo cual si nada hubiera visto:
"Cebame un par de mates, Catalina."

La mina, jaboneada, le hizo caso
y el varón, saboreándose un buen faso,
la siguió chamuyando de pavadas...

Y luego, besuqueándole la frente,
con gran tranquilidad, amablemente,
le fajó treinta y cuatro puñaladas.



Μουσική: Edmundo Rivero.
Στίχοι: Iván Diez.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΑ ΤΑ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ



ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΑ ΤΑ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ


Για το θεαθήναι υιοθέτησε ο μπουμπούκος το πολυτονικό σύστημα. Ανάθεμα κι αν καταλαβαίνει τίποτα από το τί είναι και πώς λειτουργεί η γλώσσα και ο τονισμός της. Και βέβαια, στο πολυτονικό σύστημα το ουσιαστικό "υφυπουργός" και ο σύνδεσμος "και" παίρνουν βαρεία, και όχι οξεία, εφ' όσον δεν ακολουθούνται από σημείο στίξεως. Άρα δύο λάθη σε εφτά λέξεις!
Αλλά σιγά μην αρχίζουμε τώρα να ζητάμε ορθογραφία και από της μυλωνούς τον κώλο, που λέει και η παροιμία!

ΟΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΡΥΦΗ Η ΓΥΝΑΙΚΑ Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ


PAUL ELUARD


ΟΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΡΥΦΗ Η ΓΥΝΑΙΚΑ Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ


Βιαίως η αδιαφορία αποκλεισθείσα
Και όλα μετράγανε
Γύρω απ’ την κοιλιά άνευ λόγου και από τις λέξεις ασυνέκτως
Γυναικός δι’ εαυτήν πλασμένης
Γυμνότερης δε μάλλον θά ’λεγες παρά πραγματικής

Διέθετε και γοητεία επί πλέον
Εκείνης που τη γέννησε
Και παρείχεν υποσχέσεις αφειδώς

Και μάλιστα τόσα μα τόσα θαυμαστά εσύναζε
Καθώς και τα μυστήρια όλα
Στο φως το γουρλωμένο
Και κάτω απ’ την τεράστια κόμη της
Και κάτω απ’ τα χαμηλωμένα της βλέφαρα

Με υπόκωφη φωνή ανάμεικτη με γέλωτες
Εκείνη και τα χείλη της αφηγούντο
Τη ζωή
Άλλων χειλιών που μοιάζαν στα δικά της
Και γύρευαν σε χείλη νά ’βρουν το καλό τους
Όπως ζητάμε σπόρους στον άνεμο
Όπως και στη ζωή ζητάμε ομοίως
Ανδρών που για τη ζωή δεν έδιναν πεντάρα
Γυναικών που ’χαν καημούς ιδιόρρυθμους
Και βάφονται να παν ν’ αφανιστούν κατόπιν

Ουδείς δε εκεί ένιωθε σε ποιό βεβαιοτήτων και απολαύσεων βάθος
Η μνήμη η μελλοντική η μνήμη η τελείως άγνωστη
Θα μέτραγε πιο πάνω απ’ την ελπίδα
Που ουδέποτε μέτρησε στα κοινά και τα συνήθη.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑΩ


ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ


ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑΩ


Κάθε λέξη που γεννάω –μπαμ-μπαμ
Καταβροχθίζεται δια μιας-
από μια καταπαχτή-
Στο πάτωμα ενός σπιτιού-
Που το χτίσανε χωρίς καμιά-
χειρωναχτική δουλειά-
Δυό νοματέοι με γυαλιά-
Ένας ψηλός κι ένας κοντός-
Με μπλουζάκι και με γραβατίτσα-
Παίζοντας δυο μπαγλαμάδες-
Και νά ’σου κι έρχονται από ψηλά-
Δυο άγγελοι με φλογερά-
Σπαθιά που κυματίζουνε-
Και χωρίς καμιά χειρονομία-
Βάζουνε φωτιά στο σπίτι-
Που τό ’χτισαν τα δυο παιδιά-
Κι έμεινε μες στο χωράφι μόνη-
Μια κρυφή καταπαχτή-
Που άμα την ανοίξεις βγαίνει-
Το σκοτάδι του μυαλού-
Που αχόρταγο καταβροχθίζει-
Κάθε λέξη που γεννάω –ντουγρού.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΙ Ο ΑΛΒΕΡΤΟ ΒΙΛΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ALBERTO VILA: POR QUE

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ!




JULIO CORTÁZAR


AFTER SUCH PLEASURES


Esta noche, buscando tu boca en otra boca,
casi creyéndolo, porque así de ciego es este río
que me tira en mujer y me sumerge entre sus párpados,
qué tristeza nadar al fin hacia la orilla del sopor
sabiendo que el placer es ese esclavo innoble
que acepta las monedas falsas, las circula sonriendo.

Olvidada pureza, cómo quisiera rescatar
ese dolor de Buenos Aires, esa espera sin pausas ni esperanza.
Solo en mi casa abierta sobre el puerto
otra vez empezar a quererte,
otra vez encontrarte en el café de la mañana
sin que tanta cosa irrenunciable hubiera sucedido.
Y no tener que acordarme de este olvido que sube para nada,
para borrar del pizarrón tus muñequitos
y no dejarme más que una ventana sin estrellas.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Laura Bailey.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΑΜΠΛΟ ΛΟΣΑΝΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο PABLO LOZANO: MUCHACHOS YO TENGO UN TANGO

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ΤΥΦΛΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ


ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ


ΤΥΦΛΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ


Αυτός ή φαγωμένη προσωπίδα του εφιάλτη
του, κοιμόταν άγρυπνος μες στον υδράργυρο –
μέσα στο μέταλλο το υγρό του χρόνου του. Και
το γυαλί μιά επίχρυση κορώνα λεπτουργούσε,
επίχρισμα του αόρατου, κινήσεις που εναλλάσ-
σονταν και χρώματα, καθρέφτης τυφλός παντε-
πόπτης.

Σφυριά τον χτυπούσαν, εκείνος αράγιστος.

Μισός εφιάλτης μισός ν’ αλαφιάζεται (αυτός, ο
Νεκρός ο αγέννητος)
σ’ έν’ άδειο ιπποδρόμιο ζωής.

Σφυρί και ραγίζει, γυαλί κι είν’ αράγιστος.



Από το βιβλίο: Αντώνης Φωστιέρης, «Ποίηση, 1970-2007», Συγκεντρωτική έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σελ. 198.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΣΙΤΑ ΚΙΡΟΓΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ROSITA QUIROGA


NEGRO


Nada turbaba la paz de mi dicha,
Alegremente, sin penas vivía,
En mi piecita reinaba tan sólo
La luz y la alegría:
Era un nido de amor.

Con su cariño vivía tranquila,
Era feliz, cuando él me besaba.
Mi corazón
De placer rebosaba,
No había en mi cielo
Ni un nubarrón.

Pero una tarde, de triste recuerdo,
Atormentada por un mal consejo,
Y sin pensar en el mal que me causaba
Abandoné a mi viejo:
Perdí mi bienestar.

No hallo consuelo que calme mi pena,
Hoy lloro y sufro mi error de aquel día,
En mi vivir
Se acabó la alegría,
Y como en sueños
Suelo decir:

¡Negro!, Quiero... adorarte así toda la vida.
¡Negro!, Quiero... que me beses siempre con amor.
¡Negro!, Quiero... estar a tu lado eternamente.
¡Negro!, Quiero... que nunca termine nuestro ardor.



Στίχοι: Víctor Soliño.
Μουσική: Adolfo Antonio Mondino.
Τάνγκο του 1926.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΒΕΡΤΟ ΡΟΥΦΙΝΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO RUFINO: NIDO GAUCHO

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΩ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ


Κ.Θ. ΦΩΤΕΙΝΟΣ


ΤΑ ΠΙΚΡΑ ΜΟΥ ΛΟΓΙΑ


Τα πικρά μου λόγια που ηχούν
στων ημερών μου τα βάσανα,
τα λειψά τραγούδια που θρηνούν
τα όσα πήρε η φυγή η ανεπάντεχη
με τα χέρια σκληρά στων σκοινιών
το παράδοξο λύσιμο,
με τη σμίλη μαλακή στην ανυπόταχτη πέτρα,
να χτίσω τους ναούς μου και να στεγάσω
τις αγάπες μου όλες που σκόρπισαν
χωρίς να δοκιμάσω το απόλυτο.



Από το βιβλίο: Κ.Θ. Φωτεινός, «Της μικρής μας πόλης», Το Ροδακιό, Αθήνα 2011, σελ. 43.

ΣΩΦΕΡΑΚΙ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ


ΣΩΦΕΡΑΚΙ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ


Σωφεράκι σε πειρατικό
Κολωνό Ομόνοια Παγκράτι
στην καρδιά τον Ολυμπιακό
στην κορνίζα μέσα τον Μουράτη

Το Λενάκι με το νυχτικό
στη βεράντα κάθε μεσημέρι
καφεδάκι τούρκικο γλυκό
και στο ράδιο Φώτη Πολυμέρη

Τσιγαράκι νούμερο εφτά
πιπεριά στην οδοντογλυφίδα
με το ρήγα κέρδιζα λεφτά
διφραγκάκι-τάλληρο η παρτίδα



Δίσκος: Τα τραγούδια του ήλιου, 1979.
Μουσική: Γιώργος Κατσαρός.
Τραγούδι: Μιχάλης Βιολάρης.

Οι στίχοι περιέχονται στο βιβλίο "Ασπρα κόκκινα κίτρινα μπλε" με τους στίχους του Γιάννη Λογοθέτη, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Παπαϊωάννου.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΟΥΣΤΑΒΟ ΓΙΤΣΟΝ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο GUSTAVO GUICHÓN


DONDE NO PASO LA CIENCIA


Se presentó Santa Rosa,
temporal de la leyenda,
y llevaba una semana
apaciguando una seca.

Se habían cortao los caminos,
aislando gente y hacienda;
la estancia se despertó
en un rumor de tragedia:

la mimosa del patrón
había amanecido enferma.
Era una rubia preciosa,
un ángel sobre la tierra;
y a juzgar por el estao
no alumbraba cosa buena.

El patrón por el teléfono,
le habló al doctor que saliera,
que él iba a salir también
para adelantar su enferma.

Pero al llegar al arroyo,
pa'cruzarlo...¿de'ande, yerba?
Si estaba fuera 'e los causes
más de dos cuadras y media.
Allí terminó el camino,
allí siguió la tristeza.

La madre abrazada a su hija
miraba el agua revuelta
y el doctor en la otra orilla
dando recetas por señas.

Iluminó la tormenta
y recortó en la llanura,
un relámpago de acero
a un gaucho de tez morena.

Que venía en un tordillo
galopeando a media rienda,
paró, sofrenó el caballo;
de un salto echó pie a tierra...
Su saludo fue diciendo
aquí estoy pa lo que quiera.

La madre le quiso hablar
pero la ahugó la tristeza,
y el padre tartamudeando
le decía a media lengua:
-"¿Sabe Señor, lo que pasa,?
¡que está muy grave mi nena!...

"¡Mire el doctor dónde está!,
pero hasta allá, ¿cómo llega?!"
Entonces dice el moreno:
"¡No está muerto quien pelea!".

Desensilló su caballo,
le sacó recao y rienda;
se acomodó el chiripá,
descalzó las nazarenas...

De un salto volvió a montar
y gritó con voz serena:
-"¡Lo único que le pido,
que me la den desenvuelta"...

"Ya ven que el diablo anda suelto,
pero que Dios me proteja!
¡Via llegar con mi caballo
donde no pasó la ciencia!".

Se volvió corriente arriba
pa después tirarse en ella,
él sabía que su tordillo
iba a cumplir su promesa.
Porque un sabino jamás,
desmereció la leyenda.

Cuando llegaron al medio,
remolinos de tragedia,
querían sacar del brazo
aquella flor de inocencia.

Que apretada sobre un hombro
y acostada en la derecha,
parecía un escapulario
sobre un albardón de tierra.

Cuando llegó en la otra orilla
y se afirmó en la ribera,
vió que la mano de Dios
le había encendido una estrella.

Allí se la dio al "dotor",
palmeó el pingo en la paleta,
y le dijo: "Bueno, hermano,
está al medio tu promesa".

"Ahora descanse un ratito,
le viá exigir otra fuerza",
a las dos horas y medias
estaba el negro de vuelta.

Con la chiquita en los brazos
y cumplida su promesa,
por lo que dice el papá
-"Se ha ganado esta carrera...
y usted, ¿cuánto va a cobrar?"
-"¿Yo?, ni las gracias siquiera,
Cuando hago de estas gauchadas
¡nunca fijo recompensa!"

"Pero sí viá reprocharle,
para aliviar mi conciencia,
de que hace unos cuántos años
dicen que por muy chambón,
Usted me echó de una yerra".

"Le via a hablar por mi caballo
él fue quien cruzó a su nena,
y aunque es un pobre animal
quiero que tuitos lo sepan".

"Que aquí naides es más que naides
frente a la naturaleza,
y a mí que por ser moreno
la sociedad me desprecia,
que por pobre y por humilde,
no pude ir a la escuela..."

"Y a usted, Señora, le pido,
cuando haga dormir su nena,
en esas noche de lluvia
en que el sueño matrerea,
le enriede un cuento como éste
que tiene olor a pobreza".

"De que éste moreno viejo,
que no conoce una letra,
que por pobre y por humilde,
no pudo ir a la escuela
cruzó, donde hace un momento,
no pudo cruzar la ciencia".

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

ΝΑ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ


CZESŁAW MIŁOSZ


ARS POETICA


Πάντοτε προσέβλεπα σε μια φόρμα πιο ανοιχτή
ελεύθερη από τα δεσμά της ποίησης ή της πεζογραφίας
που θα μας άφηνε να κατανοούμε ο ένας τον άλλο χωρίς
    να εκθέτει
τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη σε υπέρτατες αγωνίες.

Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές:
φανερώνονται πράγματα που δεν ξέραμε ότι κρύβαμε
    μέσα μας
γι’ αυτό ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα, σαν να είχε
    ξεπηδήσει ένας τίγρης
και στεκόταν μπροστά μας στο φως, τινάζοντας την
    ουρά του.

Σωστά λένε λοιπόν πως η ποίηση υπαγορεύεται από
    ένα δαιμόνιο,
αν και θά ’ταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς
    αγγελικό.
Είναι δύσκολο να μαντέψεις πού οφείλεται η υπεροψία
    των ποιητών,
όταν τόσο συχνά ντροπιάζονται με την αποκάλυψη
    της αδυναμίας τους.

Ποιός άνθρωπος λογικός θα ήθελε να είναι ένας τόπος
    δαιμόνων,
που ζούνε εντός του ανέμελα, μιλούνε διάφορες γλώσσες,
του κλέβουν τα χείλια ή το χέρι και δεν χορταίνουν
αλλά ζητούν και τη μοίρα του να αλλάξουνε για το
    δικό τους κέφι;
Είναι αλήθεια πως ό,τι το νοσηρό περνιέται τώρα
    για σπουδαίο,
κι ίσως νομίζετε πως εγώ απλώς αστειεύομαι
ή πως επινόησα ένα ακόμα τρόπο
για να εξυμνήσω την Τέχνη με τη συνδρομή
    της ειρωνείας.

Υπήρχε κάποτε εποχή που μόνο τα σοφά διαβάζονταν
    βιβλία,
βοηθώντας μας να αντέξουμε τον πόνο και τη δυστυχία.
Όμως αυτό δεν είναι, φυσικά, το ίδιο
με το ξεφύλλισμαχιλιάδων έργων που μόλις βγήκαν
    από τα ψυχιατρεία.

Κι όμως ο κόσμος δεν είναι έτσι όπως φαίνεται
κι εμείς δεν είμαστε όπως νομίζουμε στο
    παραλήρημά μας.
Οι άνθρωποι κρατούν σιωπηλά την ακεραιότητά τους
έτσι κερδίζοντας το σεβασμό των συγγενών και των
    γειτόνων.

Ο σκοπός της ποίησης είναι να μας θυμίζει
πόσο δύσκολο είναι να παραμείνει κανείς ο εαυτός του,
γιατί το σπίτι μας είναι ανοιχτό, δεν υπάρχουν κλειδιά
    στις πόρτες,
και επισκέπτες αόρατοι μπαίνουν και βγαίνουν ελεύθερα.

Αυτά που λέω εδώ δεν είναι ποίηση, συμφωνώ,
γιατί τα ποιήματα πρέπει να γράφονται σπάνια και
    δίχως ευκολία,
κάτω από αφόρητη πίεση και μόνο με την ελπίδα
ότι πνεύματα αγαθά, όχι κακά, μας διάλεξαν για
    όργανό τους.


           Μπέρκλεϋ, 1968



Μετάφραση: Αντώνης Μακρυδημήτρης.
Από το βιβλίο: Τσέσλαφ Μίλος, «Ποιήματα», Εισαγωγή – μετάφραση Αντώνης Μακρυδημήτρης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005, σελ. 53-57.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΟΡΛΑΝΔΟ ΒΕΡΑ ΚΡΟΥΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ORLANDO VERA CRUZ: EL RIO NO ES SOLO ESO

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΔΙΠΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ CLANCY BROTHERS


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ DROPKICK MURPHYS


JOHNNY, I HARDLY KNEW YE


When goin' the road to sweet Athy, hurroo, hurroo
When goin' the road to sweet Athy, hurroo, hurroo
When goin' the road to sweet Athy
A stick in my hand and a drop in me eye
A doleful damsel I heard cry,
Johnny we hardly knew ye.

With your drums and guns and guns and drums, hurroo, hurroo
With your drums and guns and guns and drums, hurroo, hurroo
With your drums and guns and guns and drums
The enemy nearly slew ye,
O why did you run from me and the child
Faith, Johnny, we hardly knew ye.

Where are the eyes that looked so mild, hurroo, hurroo
Where are the eyes that looked so mild, hurroo, hurroo
Where are the eyes that looked so mild
When my heart you first beguiled,
Oh my darling dear, Ye look so queer,
Faith, Johnny, we hardly knew ye.

Where are the legs with which you run, hurroo, hurroo
Where are the legs with which you run, hurroo, hurroo
Where are the legs with which you run
When you went for to carry a gun?
O why did you run from me and the child
Faith, Johnny, we hardly knew ye.

I'm happy for to see you home, hurroo, hurroo
I'm happy for to see you home, hurroo, hurroo
I'm happy for to see you home
All from the island of Ceylon,
So low in flesh, so high in bone,
Faith, Johnny, I hardly know ye.


*******************************





ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΑΝΟΣ ΤΖΑΒΕΛΛΑΣ


ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΟΧΟΥ «ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΫΡΟΝ»

Έχε γεια χαρά! Σπουδάζουσα γενιά, γενιά,
που ρίχτηκες στον αγώνα για τη λευτεριά.
Βουνά και λόγγοι και της Αθήνας όλοι οι δρόμοι
αντιλαλούνε "Λόρδος Μπάϋρον", "Λόχος ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ"
Ιερός Λόχος των Σπουδαστών..

Φλογάτα νιάτα σπουδαστών, εμπρός, εμπρός,
στο πέρασμά σας γονατίζει ο κάθε εχθρός.
Του φασισμού είστε σεις φοβέρα,
σαν ακουστεί μες στον αγέρα
"Λόρδος Μπάϋρον", λόχος των Σπουδαστών.

ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΦΕΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ


ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΦΕΕ


Η πλατεία ήταν γεμάτη
από το νόημα που ’χει κάτι
απ’ τις φωτιές
στις γωνίες και στους δρόμους
από συντρόφους οικοδόμους, φοιτητές
και εσύ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου
κι ήσουν φως μου
κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή
Σε γιορτή που δεν ξανάδα στη ζωή μου τη σκυφτή

Η πλατεία ήτανε άδεια
και τρελός απ’ τα σημάδια
σαν σκυλί
Με συνθήματα σχισμένα
σ’ έναν έρωτα για σένα
έχω χυθεί
Στ’ αμφιθέατρο σε ψάχνω,
στους διαδρόμους και τους δρόμους
και ζητώ πληροφορίες και υλικό
Να φωτίσω τις αιτίες που μ’ αφήνουνε μισό

Η πλατεία είναι γεμάτη
κι απ’ το πρόσωπό σου κάτι
έχει χαθεί
Στον αγώνα του συντρόφου
στην αγωνία αυτού του τόπου
για ζωή
Στα παιδιά και στους εργάτες,
στους πολίτες, στους οπλίτες
στα πλακάτ και τη σκανδάλη που χτυπά
Η συγκέντρωση ανάβει κι όλα είναι συνειδητά

ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΓΡΟΘΙΕΣ


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ


[ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΠΝΟΗ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ]

Δομή και πνοή το ποίημα
σάρκα λέξεων, του λογισμού φουρτούνα,
ακτίνα του υπερεγώ
του σεαυτού ιερογλυφία.

Αθροίζω ονόματα
ζάρια αλφαβητικά τα ρίπτουν.
Παραμερίστηκαν τα γεγονότα
χάθηκε η αφορμή
πάω εκεί όπου θα είμαι.
Ταυτολογώ.
Ας εκποιήσουμε την ομολογία
με λέξεις και γροθιές.



Από το βιβλίο: Νικόλαος Κάλας, «Οδός Νικήτα Ράντου», Ίκαρος, Αθήνα 1977, σελ. 139.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ


ΠΟΙΟΣ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ


Ποιός τη ζωή μου, ποιός την κυνηγά
να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;
Ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
σαν ψάρι μ' έχουν πιάσει μες στα δίχτυα.

Για κάποιον μες στον κόσμο είν' αργά.
Ποιός τη ζωή μου, ποιός την κυνηγά;

Ποιός τη ζωή μου, ποιός παραφυλά,
στου κόσμου τα στενά ποιός σημαδεύει;
Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά,
που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;

Για κάποιον μες στον κόσμο είν' αργά.
Ποιός τη ζωή μου, ποιός την κυνηγά;



Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης.

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ ΕΟΡΤΗ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΧΡΕΟΣ

Μιρό, σου χρωστάω αυτά τα δύο ανόμοια-όμοια χρώματα
στην πάνω αριστερή γωνία του αόρατου κίτρινου (όχι κίτρινο,
μάλλον αχνά πορτοκαλί – όπως είναι το αόρατο πάντα)
και το φτωχό βαζάκι της μουστάρδας, που σηκώθηκε η μητέρα,
άρρωστη, με 40 πυρετό, όταν έλειπαν όλοι, κι έβαλε μέσα
δυό ερημικά λουλούδια, κι άξαφνα τα λουλούδια πολλαπλασιάστηκαν,
ευώδιασε το σπίτι ολόκληρο ώς έξω στον πολυάσχολο δρόμο,
γιατί ’ταν η λησμονημένη εορτή των Ηρώων και των μαρτύρων.


Από την ποιητική συλλογή «Οχτώ οχτάστιχα για τον Μιρό» (1973).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. ΙΑ΄, Κέδρος, Αθήνα 1993, σελ. 143.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΛΒΕΡΤΟ ΜΕΡΛΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ALBERETO MERLO: EL DORADILLO MENTAO

ΠΑΤΡΙΚ ΚΑΒΑΝΑ!




PATRICK KAVANAGH (1904-1967)


APRIL DUSK


April dusk
It is tragic to be a poet now
And not a lover
Paradised under the mutest bough.

I look through my window and see
The ghost of life flitting bat-winged.
O I am as old as a sage can even be,
O I am as lonely as the first fool kinged.

The horse in his stall turns away
From the hay-filled manger, dreaming of grass
Soft and cool in hollows. Does he neigh
Jealousy-words for John MacGuigan's ass
That never was civilised in stall or trace.

An unmusical ploughboy whistles down the lane
Not worried at all about the fate of Europe.
While I sit here feeling the subtle pain
Of one whose Tree of God has been uprooted.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Mila Kunis.

ΓΕΙΑ ΣΟΥ, ΣΤΑΘΗ!





Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Ο ΚΥΡ ΣΕ ΜΕΓΑΛΑ ΚΕΦΙΑ (ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΜΕ ΤΑ ΧΑΛΙΑ ΜΑΣ)



Με κλίκ πάνω στην εικόνα, η εικονά μεγεθύνεται και διαβάζεται άνετα.

ΣΤΗ ΔΙΑΒΟΥΒΗ ΒΥΚΑΝΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


AMÉDÉE


Την κατωφέρεια των ροδώνων μαύρου δάσους
διαστίζουν δάκρυα αδιάκριτα, ίσως κρυσταλλώδη,
με σταφυλές που σκάνε ωσάν σταλμένο ρόδι
ανάμεσα σε στόλους βράχων ατιθάσους.

Ομόλογος δασώνας στων δοντιών τους άσους
αμάλαγος ορμά απ’ τα χείλη, καταπόδι
ακολουθώντας άνθη ανθεκτικά, υδατώδη,
προς του λαιμού της και του στήθους τους πηγάσους.

Σαν τ’ άλογο που εναρμονίζεται στη μέθη
των γαλανών ματιών της –λυγμική μελάνη,
συνώνυμο ομαλό του μήλου που όλο αλέθει

παράδεισους– εγώ άλλος νά ’μουν Μοντιλιάνι
εδώ (με καλπασμούς, χωρίς αιδώ) τα έθη
του ιμέρου να τρυγώ στη διάβουβη βυκάνη.

ΑΡΑΓΚΟΝ!




LOUIS ARAGON


JE SUIS VERS TOI COMME VA LE FLEUVE À LA MER


Je suis venu vers toi comme va le fleuve à la mer
J'ai sacrifié d'un coup mon cours et mes montagnes
J'ai quitté tout pour toi mes amis mon enfance
Chaque goutte d'eau de ma vie a pris le sel de ton immensité
Ton soleil a dissipé mon folklore
Tu règnes sur mon sang mon rêves mes démences
Je t'ai donné ma mémoire comme une boucle de cheveux
Je ne dors plus que dans tes neiges
J'ai débordé mon lit chassé mes fées marraines
J'ai renoncé depuis longtemps à mes légendes
Où sont Rimbaud Cros et Ducasse
Valmore qui pleure à minuit
La corde Nerval a cassé
Et la balle qui traverse Lermontov a passé par mon coeur
Divisé par tes pas
Dispersé par ton geste
Comme un grand vent amoureux d'une forêt
Je suis la poussière qu'on chasse au matin de la maison
Et qui revient patiente invisiblement tout le long du jour
Le lierre qui croit sans qu'on le remarque
Jusqu'à ce qu'on le mutile dans sa fidélité
Je suis la pierre usée à force que tu passes
La chaise qui t'attend à l'endroit familier
La vitre où ton front brûle à regarder le vide
Le roman de deux sous qui ne parle qu'à toi
Une lettre ouverte publiée avant d'être lue
La phrase interrompue à qui revenir est sans importance
Le frémissement des chambres traversées
Le parfum derrière toi que tu laisses
Et quand tu sors je suis malheureux comme ton miroir



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Almudena Fernandez.