Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

ΣΤΗ ΘΡΥΛΙΚΗ ΕΝΔΕΚΑΔΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΚΟΝΤΑ ΤΗΣ




ΝΙΚΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ


Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

«Στις 21 Μαρτίου τραυματίζεται
και 23 πεθαίνει ο γιός της καλογριάς
ακέφαλο μένει πιά το στράτευμα
τακτοί και άτακτοι βαθιά λαβωμένοι
απ’ το κακό μαντάτο περιμένουν την ώρα
π’ ανοχύρωτοι στην πεδιάδα
στις βολές του πεζικού και ιππικού
τη δύναμη του πυροβολικού
θα δεχθούν των εχθρών τα φουσάτα
φωτιά και σίδερο και άλογα
γίναν ένα με τους δικούς μας
που μάχονται μ’ ένα σπαθί στο χέρι
κι όσοι βλέπουν την καταστροφή
βάζουν φωτιά στο μπαρούτι
να σκοτωθούν μετά των αλλοφύλων»
ο νους μας βάρυνε ιστορικά
μιά άλλη μάχη θα δοθεί νωρίς
τ’ απόγευμα στα ένδοξα τα μέρη
ν’ ανατραπεί το βαρύ αποτέλεσμα
του πρώτου γύρου κόντρα στους Σκωτσέζους
κι η Ντάνφερμλιν να φύγει ντροπιασμένη
το ερυθρόλευκο στρατόπεδο στο πόδι
απ’ τη σημαία παίρνουμε άδεια
τις τελευταίες ώρες να βρεθούμε
στη θρυλική ενδεκάδα μιά ζωή κοντά της
να ενθαρρύνουμε με ιαχές θριάμβου
έτσι ολόψυχα ν’ αποστηθίσουμε
το ηρωικό του Φαλήρου μάθημα.



Από το βιβλίο: Νίκος Λεβέντης, «Ποίηση (1971-2007)», Ίνδικτος, Αθήνα 2008.




Με τον Νίκο Λεβέντη έξω από το νέο Γήπεδο Καραϊσκάκη

ΗΤΑΝΕ ΚΑΙ ΚΑΡΑΦΛΟΣ


Από ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ


ΗΤΑΝΕ ΚΑΙ ΚΑΡΑΦΛΟΣ


Ένα δύο δύο ένα
Κάτι ζάρια πεθαμένα
Πόκερ πόκα χαρακίρι
Με τον σπιτονοικοκύρη

Ήτανε και συν τοις άλλοις
Ένας κύριος μπακάλης
Με μιά κίτρινη κουρσάρα
Πιο χιοντρη κι απ' την κουμπάρα

Ήτανε και καραφλός
Έστρωσε μια κέντα φλος
Και μας πήρε τα λεφτά
Αυτά

Ένας κύριος με γραβάτα
Λίγο σκύλος λίγο γάτα
Με μοντέρνο μουστακάκι
Και τον λέγαν κύριο Τάκη

Παραμύθι και φιγούρα
Μάσαγε και κάτι πούρα
Κάτι δόντια μαυρισμένα
Σα βαγόνια από τραίνα

Ήτανε και καραφλός
Έστρωσε μια κέντα φλος
Και μας πήρε τα λεφτά
Αυτά

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝ' Η ΜΠΙΛΙΑ


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


ΤΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Δεν είναι ζέμπρα η αλήθεια –
δεν είναι, κύριοι, ραβδώσεις οι ατομικότητες
απ’ την ακόρεστην Ατέλεια προχωρώντας
προς τη μεγάλη κένωση: την ομορφιά μας.
Κάθε δικό μου και δικό σου είν’ ανύπαρχτο.
Κάθε δική μου και δική σου σκέψη μοιάζει πάντα
με τ’ ανήμπορα νούμερα της ανέμυαλης ρουλέτας.
Η αλήθεια είν’ η μπίλια.

Το επέκεινα στη θρησκεία είν’ όπως
η προοπτική στη ζωγραφική:
περιττεύει στην πλήρη θρησκευτικότητα.

Στην έκσταση δεν υπάρχει γεωμετρία.

Είδες ποτέ στον ξύπνιο σου
το σάλο των ηλεκτρονίων
ανάμεσα στο βλέμμα;

Η τανύφυλλη ελαία: η ατραπός του οράματος.

Ω σώμα σήμα της ψυχής
πιθάρι
της απέραντης ιαχής
δοξάρι
της λαλούμενης απέναντι σιγής
ηλιόλουστο τροπάρι!



Από την ποιητική συλλογή «Αναμνηστική λήθη» (1982).
Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα», τόμος Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 1994, σελ. 268.

ΚΟΝΤΑ ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠ' ΤΟΝ κ. ΝΤΟΜΙΝΙΚ ΣΤΡΩΣ-ΚΑΝ


ΗΛΙΑΣ ΓΚΡΗΣ


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ


Μόλις πάτησε πόδι ο Κυβερνήτης στο Ναύπλιο
μες στο ξυπόλυτο πλήθος τ’ ανυπόμονο
που στ’ άχτιστα θεμέλιά του
είδε το αίμα να τρελαίνεται

σαν αετός ξεχώρισε
με μύτη γαμψή και περικεφαλαία
φωταψία στέφανο μιάς θείας προσμονής
ο Γέρος του γένους πύρινο αντιστύλι
αγκάλιασε τον Καποδίστρια σταυρωτά

τον φίλησε. Εδώ που ήρθες, του είπε,
ο τόπος είναι καλός. Αλλά πατάς στα σκατά.



Από την ποιητική συλλογή «Αλφειός πρόγονος», Μεταίχμιο, Αθήνα 2005.
Από το βιβλίο: Ηλίας Γκρής (επιμ.), «Το 1821 στην ελληνική ποίηση», Κέδρος, Αθήνα 2011, σελ. 69.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΜΑΝΟ ΤΖΑΝΟΤΤΙ


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROMANNO ZANOTTI


LU CARDILLO


Sto crescenno no bello cardillo,
quanta cose che l'aggio amparà!
Adda ire da chisso e da chillo,
llimmasciate pò m'a da purtà.
Siente ccà bello mio lloco nnante
nc'è na casa, na nenna nce stà;
tu la vide ca non è distante,
chella nenna aje da ire a truvà!
Si la truove ca stace dormenno
pe na fata gué non la piglià!

No romore non fà co li penne,
gue cardì, tu l'àviss'a scetà?
Si affacciata po sta allo barcone,
pe na rosa l'àviss'a piglià!
gue, cardì... vi ca llà no te stuone,
va vattenne cardì ... n'addurà.
Si la truove che face l'ammore
sto cortiello nnascunnete ccà,
nfccancillo deritto allo core
e lo sango tu m'ai da purtà.

Ma si pensa... vattè chiano chiano,
zitto zitto te nce aje d'azzeccà,
si t'afferrà pò te vo cò la mano
prietso mpietto tu l'aje da zompà.
Si te vasa o t'afferra cianciosa,
tanno tu l'aje dire accussì:
lu patrone pe te non reposa,
poveriello, pecchè adda murì.
T'accarezza, te vasa! Ah... viato
chiù de me tu si cierto, cardì!
Si co tico cagnarme m'è dato
doppo voglio davero murì.

ΡΟΥΒΕΝ ΔΑΡΙΟ!



RUBÉN DARÍO (1867-1916)


AMA TU RITMO...


Ama tu ritmo y ritma tus acciones
bajo su ley, así como tus versos;
eres un universo de universos
y tu alma una fuente de canciones.

La celeste unidad que presupones
hará brotar en ti mundos diversos,
y al resonar tus números dispersos
pitagoriza en tus constelaciones.

Escucha la retórica divina
del pájaro del aire y la nocturna
irradiación geométrica adivina;
mata la indiferencia taciturna
y engarza perla y perla cristalina
en donde la verdad vuelca su urna.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Anastasia Cvetaeva.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΙΑΚΩΒΟ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ


Απεβίωσε σήμερα ο Ιάκωβος Καμπανέλλης

ΛΑΕ, ΜΗ ΣΦΙΞΕΙΣ ΑΛΛΟ ΤΟ ΖΩΝΑΡΙ

Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν' ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω,
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω.
Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό,
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό.
Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες,
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες
και ποιός πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ' την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί.

Το ριζικό μου ακόμα τί μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι.
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες.
Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί.
Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες,
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες.
Εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι,
σαράντα με το λάδι και το ξύδι
κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε,
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί.

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι.
Οι αγώνες που ’χεις κάνει δεν φελάνε
το αίμα το χυμένο, αν δεν ξοφλάνε.
Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή,
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί.



Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης.
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος.
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ


ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΟΥΜΠΑ


Χρόνια μες στην Τρούμπα
μαγκίτης κι αλανιάρης,
ρώτησε να μάθεις
κι ύστερα να με πάρεις.

Είμαι παιδάκι έξυπνο,
παίζω και μπουζουκάκι,
όλος ο κόσμος μ’ αγαπάει
γιατ’ είμαι Συριανάκι.

Στην πιάτσα που μεγάλωσα
όλοι μ’ έχουν θαυμάξει,
γιατ’ είμαι μάγκας έξυπνος
και σ’ όλα μου εντάξει.

Οι μάγκες με προσέχουνε
κι όλοι με λογαριάζουν,
όταν με βλέπουν κι έρχομαι
μαζί μου νταλκαδιάζουν.

ΣΤΟΥ ΛΙΝΑΡΔΟΥ ΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΘΕΜΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ


ΣΤΟΥ ΛΙΝΑΡΔΟΥ ΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ


Στου Λινάρδου τη ταβέρνα
βλέπεις πρόσωπα μοντέρνα.
Πάνε όλοι, ένας κι ένας,
οι αστέρες της ταβέρνας.
Εκεί πάει ο Παπαρούνας,
ο Βαρέλας κι ο Μουρούνας.
Πάει ο Σκόρδος ο τεμπέλης
και ο Θρούμπας κι ο Τσιγγέλης.

Πάει κι η κυρά Αγγέλω
με το μαύρο της το βέλο.
Και η μερακλού η Φώτω
που μεθάει με το πρώτο.
Εκεί πάει κι η Σταμάτα,
που μεθά και σπάει πιάτα.
Πάει κι η κυρά Πιπίνα,
για να πιεί καμιά ρετσίνα.

Εκεί πάει ο Νταμιτζάνας,
Μαϊντανός κι ο Μελιτζάνας.
Πάει ο Ρέγγας κι ο Μπαρδάκος,
Νεροχύτης και Ταμπάκος.
Εκεί πάει ο Χατζημπάμιας,
ο Γαρδούμπας και ο Λάμιας.
Πάει κι ο Χατζηραπάνης,
Παστουρμάς και Μπεχλιβάνης.

Σ' ένα τέτοιο ραβαΐσι
ποιός μπορεί να μη μεθύσει;
Άλλος τραγουδά χορεύει
κι άλλος έρωτα γυρεύει
Άλλος πίνει και πληρώνει
κι άλλος ζούλα την καρφώνει.
Βρε Λινάρδο ταβερνιάρη,
γράφ' τα κάτω απ' το σφουγγάρι



Στίχοι & Μουσική: Παναγιώτης Τούντας.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΝΤΡΙΑΝΑ ΒΑΡΕΛΑ


Ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ADRIANA VARELA


TANGO DE AYER


Cuando el gotan era puro
y estoy hablando del 20
los nenes de cuello duro
bailaban buscando la bronca inminente.

El Cabaret Royal Pigalle
champán -tangó tan lujoso
tango de ayer
te han cambiado la piel
lo más puro fue aquel que se fue.

Ese fue "le tangó" de porteña raíz
Corrientes y Maipú era entonces Montmartre
violador de fronteras fue golazo en Paris
y al cabaret garrón ibamos a bailar.

Aquel tango de smoking embrujó a la mujer
fue Vicente Madero bacán y bailarín
y Carlitos Gardel rival de Chevalier
y un maestro de lujo
llamado "el vasco Ain".

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο LEONCARLO SETTIMELI


E QUANDO MUOIO IO


E quando muoio io non voglio preti,
non voglio avemarie nè paternostri,
non voglio avemarie nè paternostri
ma la bandiera rossa dei socialisti.
E la rigi- la rigi- la rigiri,
la rigira la sempre arditi,
evviva i socialisti,
abbasso i gesuiti!

Hanno arrestato tutti i socialisti,
l'arresto fu ordinato dai ministri,
l'arresto fu ordinato dai ministri
e questi sono i veri camorristi.
E la rigi- la rigi- la rigiri,
la rigira e mai la sbaglia,
evviva i socialisti,
abbasso la sbirraglia!

La Francia ha già scacciato i preti e i frati,
le monache, i conventi ed i prelati,
le monache, i conventi ed i prelati,
perchè eran tutte spie e in ciò (perciò) pagati.
E la rigi- la rigi- la rigiri,
la rigira e la ferindora,
abbasso tutti i preti
e chi ci crede ancora!

Ma se Giordano Bruno fosse campato,
non esisterebbe più neanche il papato,
non esisterebbe più neanche il papato
e il socialismo avrebbe già trionfato.
E la rigi- la rigi- la rigiri,
la rigiri e la fa trentuno,
la rigiri la sul ventuno,
evviva i socialisti,
evviva Giordano Bruno!

E quando muoio io non voglio preti,
ma quattro bimbe belle alla mia barella,
ma quattro bimbe belle alla mia barella,
ci voglio il socialista e (con) la sua bella.
E la rigi- la rigi- la rigiri,
la ruota e la rotella,
evviva Giordano Bruno,
Garibaldi e Campanella!

Ο ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟ ΧΑΛΑΡΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ: ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ


Ο ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟ ΧΑΛΑΡΗ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ: ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

ΕΦΡΑΪΝ ΟΥΕΡΤΑ!




EFRAÍN HUERTA (1914-1982)


ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


REVELACIÓN


Alguien
Revelaba:
"Las tardes
En que
Me siento
Incapaz
De ser
Inteligente
Finjo
Que me
Aburro."


AY POETA

Primero
Que nada
Me complace
Enormísimamente
Ser
Un buen
Poeta
De segunda
Del
Tercer
Mundo.


TANGO

Hoy
Amanecí
Dichosamente
Herido
De
Muerte
Natural


TESTAMENTO

Ahora
Me
Cumplen
O
Me
Dejan
Como
Estatua


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Ana Campos.

Η ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ



Η ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΠΤΟΤΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ.

ΛΙΓΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ...

ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΟΡΙΣΕΙ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ


Από καιρό το ελατήριο και το τζάμι είχαν σπάσει.
Γύριζε με το δάχτυλό του τους δείχτες. Ο χρόνος
ήταν υποτελής του. Ανεβασμένος πάνω στην καρέκλα
χαμογελούσε· - ήθελε εφτά ή εννέα; - νά το· -
ήθελε δώδεκα; - νά το κι αυτό. Μονάχα δεν μπορούσε
να ξέρει και να ορίσει αν το έντεκα, το οχτώ, το εννέα
ήταν της μέρας ή της νύχτας, - μάλλον της νύχτας·
τούτα τα δύο κίτρινα κόκαλα μέσα στο μαύρο ξύλο
κι η χτένα της νεκρής με τα μικρά διαμάντια, στο τραπέζι.

                         4.ΙΙ.69



Από την ποιητική συλλογή: Κιγκλίδωμα (1968-1969).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 130.

ΟΡΑΣΙΟ ΣΑΛΑΣ!




HORACIO SALAS


INVENTARIO DE MIS DÍAS


Como no sé vivir
y ya no encuentro cómodo
llorar cada mañana,
como no sé vivir —insisto—
mientras vivo y desvivo
levanto el inventario de mis días.
Me palpo, me recorro,
con cualquier cosa compruebo mi existencia,
por medio de una voz,
de una sonrisa
o de cualquier mujer,
sé que estoy vivo.
Antes de despedir la madrugada
busco, revuelvo entre los trastos viejos,
y encuentro una palabra,
la desarmo,
le abro su panza de aserrín,
vuelvo a coserla igual que un minucioso cirujano
y escribo mi poesía.
Dando vueltas junto a los minuteros
tropiezo con el mismo ángulo recto
que invade a la mañana la oficina.
Prolijamente saludo a los relojes,
me anticipo a los pájaros ficticios,
digo que sí y que no con la cabeza.
Alargo inútilmente la memoria,
busco números claves con anteojos,
recorro con los dedos el lomo de la tarde,
giro sobre un sillón de cuero con sordina,
sumo porcientos grises, cifras azules y columnas rojas,
escribo sobre libros tremebundos,
pronuncio la palabra bibliorato
ochenta y cuatro veces por minuto;
comento un accidente, un crimen, media guerra,
y elogio los dobleces de algún sueño
para arrugarlo luego.
Enarbolo la pipa sobre el labio,
vuelvo a decir que sí de mala gana,
me angustio, resoplo, dramatizo,
a veces nombro a Sartre, a Dios, a Sanfilippo.
Huyo de mí,
me ignoro,
no me quiero.
Después, cuando el cansancio
comienza a recorrerme por la espalda,
saco de los bolsillos mi amor doblado en cuatro,
lo ejerzo tenazmente
y luego con vergüenza lo describo
o tan sólo amontono palabras y las tiro.
Antes de cada noche me apuntalo,
me miro en los espejos,
aliso mi soledad contra la almohada.
Sin que nadie me invite
me meto entre los sueños
o crezco con furia en otros muslos.
A veces también duermo.
O desvarío ante una biblioteca,
ante un poema de Éluard,
ante un Chagall plagiado,
o ante un tango.
Otras veces me siento a la orilla de mis ojos
y me miro asombrado y con espanto.
Me olvidaba,
a veces, también como.
En días de nostalgia
prefiero recordarme
o inventarle memorias a la tarde.
De vez en cuando vuelvo a leer a Borges.
Con la paciencia repito al acostarme
la delantera de Boca en el cincuenta
o escucho a Gardel contra el silencio.
Me desbordo de amigos casi siempre:
ya tengo tantos que nunca alcanza el tiempo
a descifrar sus nombres.
Cuando me quedo solo de espaldas a la noche
enumero los días transcurridos,
vuelvo a la infancia, al olor de los juegos,
converso con mi madre;
Los domingos mi padre sabe todas las respuestas
y todas las historias de aventuras.
Cuando se acaba el juego
evoco a algunos muertos,
voy al cine,
me reflejo en mis ojos preferidos,
aprendo los artículos del Código,
pienso en mi propia muerte
y mientras tanto crezco.
Como no sé vivir,
como no aprendo,
como no me interesan los deberes
ni tampoco me aplico para pasar de grado,
como no sé vivir —insisto—
me conformo con tratar de cambiar,
o simplemente
con inventar la vida
cada día.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Elenoire Casalegno.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΓΙΑΝΝΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ



Έργα και ημέραι μου εν γιουτουμβίω!

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΓΙΑΝΝΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ: ΠΑΡΕ ΜΟΥ ΜΙΑ ΠΙΠΑ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΑΝΤΡΑ ΜΑΝΤΟΒΑΝΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η SANDRA MANTOVANI: E PER LA STRADA

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΜΠΟΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΑΠ’ ΤΗ ΒΟΥΕΛΤΑ ΔΕ ΡΟΤΣΑ ΣΤΗ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ
Ή, ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΜΠΟΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ


              Στον Δημήτρη

Βουέλτα δε Ρότσα... γέφυρα ωμών χρωμάτων
που ξαναλένε σάμπως σε νωπογραφία
νοσταλγικούς καημούς ψυχών τε και σωμάτων:
της μετανάστευσης πυκνή μυθιστορία.

Λες χύθηκε η παλέττα του μαστρο-Κινκέλα
στον ουρανό, και ουράνιο βγήκε τόξο η Μπόκα
στον Ριατσουέλο απάνω: ασάδο και κανέλα
στο σ τ ό μ α γνέθει ξέφρενη του τάνγκο η ρόκα.

Αραβουργήματα άρρητα στο Καμινίτο
τη σάρκα και τα κόκκαλα έχουν της ουσίας·
στο Μπομπονέρα Dale Boca!... ήτοι Ζήτω
η Μπόκα Τζούνιορς!
– ιαχή που και ο Μαρσύας

θα βούταγε να κουβαλήσει στον Περαία
με τους τριανταδύο μπλε-κίτρινους αστέρες.
Μελωδημάτων όνειρα ευγενή και ωραία
απ’ του ρεμπέτικου το σύρμα φτιάχνουν βέρες

με τα παιδιά να τις αλλάξουνε του Θρύλου,
μπαντονεόν να γίνει το μπαγλαμαδάκι,
να μπουν με αντιχρονισμούς πρόσφυγα σκύλου
Μουράτης με Ρατίν μες στου Καραϊσκάκη,

για νά ’ναι το λιμάνι δυό φορές λιμάνι.
Βοστέρος γαύροι συνοδιά, καρδιά και γόνα,
στο Φάληρο γλυκολαλούν, γιατί έχει κάνει
ο Στράτος του Γαρδέλ φ ω λ ι ά στη Δραπετσώνα.


********************************************



Βουέλτα δε Ρότσα



Μαστρο-Βενίτο Κινκέλα



Η Μπόκα με τον χρωστήρα του Κινκέλα



Η Μπόκα στις αρχές του 20ού αιώνα



Ο Ριατσουέλο



Το Καμινίτο



Εστάδιο Λα Μπομπονέρα



Μπόκα Τζούνιορς



Στον παλιό Περαία



Στον Περαία σήμερα



Τα παιδιά του Θρύλου



Ανδρέας Μουράτης



Αντόνιο Ρατίν



Στου Καραϊσκάκη




Βοστέρος



Γαύροι



Στο Φάληρο



Στράτος Παγιουμτζής


Κάρλος Γαρδέλ



Στη Δραπετσώνα

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΕΡΤΖΙΟ ΚΑΠΟΥΤΟ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο SERGIO CAPUTO


IL GARIBALDI INNAMORATO


E il Garibaldi fissa il mare
e tira un sorso di rhum...
che di marsala qui all'Avana non ne sbarcano più...
ripensa ai fichi d'india della terra natia...
le notti calde giù a Bahia che malinconia.

E attacca banda, e se è una samba,
sia suonata da Dio...
c'è il Garibaldi innamorato per le strade di Rio...
cappello a larghe falde, e sotto un poncho marron,
e sotto il poncho Anita mia... batte un corasson...

Posso darti solo amore
tutto quello che vorrai
posso darti solo amore...
quando me lo chiederai.

Chi va là viva Garibaldi uè paisà...
fuoco a volontà...
che clamor! viva Garibaldi
si, senior... el conquistador...

E il Garibaldi è ricercato in tutti i mari del sud,
ma non si può tagliar la barba per questioni di look...
Anita dice "Peppe, quando gioca il Brazil...
si va a vederlo in Italy... pensaci Peppì!"

Posso darti solo amore
tutto quello che vorrai
si lo so non è questione
io non mi sbilancio mai.

Chi va là
supergaribaldi
ullallà el conquistador
ueh, paisà
proprio il Garibaldi
si, senor! proprio quello là...

Chi va là,
sempre Garibaldi
ueh paisà... fuoco a volontà...
che clamor... passa el Garibaldi
si senor, el conquistador....
E il Garibaldi fissa il mare
e tira un sorso di rhum...
che di marsala qui all'Avana non ne sbarcano più...
ripensa ai fichi d'india della terra natia...
le notti calde giù a Bahia che malinconia.

E attacca banda, e se è una samba,
sia suonata da Dio...
c'è il Garibaldi innamorato per le strade di Rio...
cappello a larghe falde, e sotto un poncho marron,
e sotto il poncho Anita mia... batte un corasson...

Posso darti solo amore
tutto quello che vorrai
posso darti solo amore...
quando me lo chiederai.

Chi va là viva Garibaldi uè paisà...
fuoco a volontà...
che clamor! viva Garibaldi
si, senior... el conquistador...

E il Garibaldi è ricercato in tutti i mari del sud,
ma non si può tagliar la barba per questioni di look...
Anita dice "Peppe, quando gioca il Brazil...
si va a vederlo in Italy... pensaci Peppì!"

Posso darti solo amore
tutto quello che vorrai
si lo so non è questione
io non mi sbilancio mai.

Chi va là
supergaribaldi
ullallà el conquistador
ueh, paisà
proprio il Garibaldi
si, senor! proprio quello là...

Chi va là,
sempre Garibaldi
ueh paisà... fuoco a volontà...
che clamor... passa el Garibaldi
si senor, el conquistador....

ΡΕΜΠΩ!




ARTHUR RIMBAUD


L'IDOLE, SONNET DU TROU DU CUL


Obscur et froncé comme un oeillet violet
Il respire, humblement tapi parmi la mousse
Humide encor d'amour qui suit la fuite douce
Des Fesses blanches jusqu'au coeur de son ourlet.

Des filaments pareils à des larmes de lait
Ont pleuré, sous le vent cruel qui les repousse,
À travers de petits caillots de marne rousse
Pour s'aller perdre où la pente les appelait.

Mon Rêve s'aboucha souvent à sa ventouse;
Mon âme, du coït matériel jalouse,
En fit son larmier fauve et son nid de sanglots.

C'est l'olive pâmée, et la flûte câline,
C'est le tube où descend la céleste praline:
Chanaan féminin dans les moiteurs enclos !



Το υλικό της ανάρτησης μας το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Sabina Baal.

ΚΟΥΡΚΟΥΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ - ΦΙΛΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΣΑΚΙΡΑΚΗΣ


ΤΙ ΤΑ ΘΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΘΥΜΑΣΑΙ;


Παίξε τη ζωή στα ζάρια
και τον κόσμο στα χαρτιά
κι από του καιρού τα χνάρια
μη γυρίζεις στα παλιά
Άλλαξαν τώρα οι τύχες
άλλαξαν και οι καρδιές
κι η αγάπη που μου είχες
σπίθα μες στις αστραπές

Τί τα θες και τα θυμάσαι
και τις νύχτες δεν κοιμάσαι
όπως το νερό της βρύσης
φεύγεις και δεν θα γυρίσεις

Πιάνεις τον καιρό απ’ το χέρι
να τον φέρεις στα παλιά
κι όλα μοιάζουν με μαχαίρι
που δεν κόβει άλλο πιά
Είχες όνειρα μεγάλα
κι ήθελες να σ’ αγαπώ
προκοπή δουλειά και άλλα
τώρα σου άλλαξαν σκοπό

Τί τα θες και τα θυμάσαι
και τις νύχτες δεν κοιμάσαι
όπως το νερό της βρύσης
φεύγεις και δεν θα γυρίσεις



Μουσική: Σπύρος Κουρκουνάκης.
Στίχοι: Αντώνης Παπαϊωάννου.

ΔΕΝ ΤΗ ΘΥΜΑΜΑΙ


ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ


ΠΟΡΤΕΣ


βάδιζε σε δρόμο έρημο
ανάμεσα σε πόρτες
που άνοιγε κι έκλεινε
βαδίζοντας συνέχεια
ανάμεσα σε πόρτες
ανάμεσα σε πόρτες
όλες ίδιες

κάποιες άνοιγαν μόνες τους
καθώς πλησίαζε
κι έκλειναν πίσω του
σαν προσπερνούσε

για πόσο βάδιζε δεν γνώριζε
ώσπου έφτασε σε μια λίμνη τριαντάφυλλα
τότε έγινε νερό και χύθηκε ανάμεσα
είχα μια επιθυμία είπε
μα τώρα πια δεν τη θυμάμαι.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΚΛΑΡΑ ΦΛΟΡΕΣ, Ή Ο ΣΑΙΞΠΗΡΟΣ ΣΤΗ ΣΕΒΙΛΛΗ


Φεγγάρι φεγγαρίσιο εστάθη πάλι
στο στήθος της μαλαματένιας κόρης.
Κιθάρες και σκαθάρια στο κοράλι
του ανθού της θ’ άρμεγες, αν επροχώρεις.
Μα δεν προχώρησες, και οι λεύκες σ’ έχουν
αχάραγο στον Μπέτις σημαδέψει.
Μικρά σουραύλια ονείρου σού προσέχουν
ό,τι άφησες στους κάμπους ν’ ασκητέψει.
Σε διάσελλο γυρνάει το μονοπάτι·
μονόπαντη μι’ αστροφεγγιά θα πλύνει
τις αύρες τις ολόμαυρες του αχάτη
που πουρλακάν απ’ το χρυσό λαγήνι,
  καθώς αδειάζει γέλια απ’ την κυψέλη
  η Κλάρα Φλόρες: το άνθος που ανατέλλει.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΘΕΜΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ:ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ


Φρέσκια ανάρτησή μου στο γιουτιούμπ.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΘΕΜΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ


ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ


Σε ζητούσα επιμόνως
κι είχε πιά περάσει χρόνος
να μου ρίξεις μια ματιά.
Τέλος πάντων, τέλος πάντων
ήταν των Αγίων Πάντων
κι αποφάσισα βουτιά.
Ώρα δώδεκα με δύο
είχες πιάνο στο ωδείο
και στις πέντε γαλλικά
κι είπα, για να μην ξεχάσω
το βιολί να ξαναπιάσω
που 'χε αράχνες μια οκά.
Πιάνο εσύ κι εγώ βιολάκι
και το μάθημα νεράκι
με τον Μπαχ και τον Σοπέν.
Στο φωταγωγό Μαρίες
και δυό διπλανές κυρίες
κάθονται κι ακούν και κλαιν.

Να μην τα πολυλογούμε
είπαμε να παντρευτούμε
και ν' ανοίξομε δουλειές:
συναυλίες και κοντσέρτα.
Μα εσύ μονάχα σκέρτσα
μού 'κανες και σκανταλιές.
Σου εξηγούσα επί τούτου
πως ο άνθρωπος τον νού του
δεν τον έχει μόνο εκεί.
Είπαμε να το χορτάσεις,
αλλά όχι και να σκάσεις
από το πολύ φαΐ!
Πιάνο εσύ κι εγώ βιολάκι
και το μάθημα νεράκι
με τον Μπαχ και τον Σοπέν.
Στο φωταγωγό Μαρίες
και δυό διπλανές κυρίες
κάθονται κι ακούν και κλαιν.


Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου.
Μουσική: Βασίλης Δημητρίου.

ΦΙΛΙΠ ΣΟΥΠΩ!




PHILIPPE SOUPAULT


HORIZON


Toute la ville est entrée dans ma chambre
les arbres disparaissaient
et le soir s'attache à mes doigts
Les maisons deviennent des transatlantiques
les bruit de la mer est monté jusuqu'à moi
Nous arriverons dans deux jours au Congo
j'ai franchi l'Equateur et le Tropique du Capricorne
je sais qu'il y a des collines innombrables
Notre-Dame cache le Gaurisankar et les aurores boréales
la nuit tombe goute à goute
j'attends les heures

Donnez-moi cette citronnade et la dernière cigarette
je reviendrai à Paris



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Victoria Silvstedt.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΒΕΛ ΙΒΡΟΥΔ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ABEL IVROUD: LA LEGENDA DEL MOJÓN

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

ΜΠΟΡΧΕΣ, ΜΠΟΚΑ ΚΑΙ ΓΑΡΔΕΛ


HORACIO SALAS


ΜΠΟΡΧΕΣ, ΜΠΟΚΑ ΚΑΙ ΓΑΡΔΕΛ


Τον Μπόρχες πάντα πιάνω και τόνε ξαναδιαβάζω.
Επαναλαμβάνω ξαπλωμένος
και με θεία αταραξία
την επιθετική γραμμή της Μπόκας του ’50*
ή ακούω τον Γαρδέλ και θραύεται η σιωπή.

Σε χρόνια πέτρινα έζησα,
ονειρεύτηκα μέρη άλλα αλλού,
έκανα φαντάρος και κλεφτρόνι,
υπήρξα δεξιός,
διετέλεσα ντέτεκτιβ, υπουργός πρόεδρος.

Στις δημοπρασίες μαθαίνω τη λέξη σπίτι,
βάζω τον ήλιο τον μουργιέλα κάτω απ’ τα δοκάρια,
πασάρω μια γκριμάτσα στις νεράιδες
και η κούραση όλης της ημέρας
με ρίχνει στη στιγμή στον ύπνο
τυλιγμένονε με τη φωνή της μάνας μου
που όλο μουρμουράει και λέει λόγια
στον αέρα των πρώτων-πρώτων ίσκιων.

Φέρνω την πίπα μου στο ύψος του επάνω χείλους,
βαριεστημένα λέω και πάλι «Ναι»,
αγχώνομαι, ασκοφυσάω, τα κάνω όλα δράμα,
και έστιν ότε μνημονεύω Σαρτρ, Θεό και Σανφιλίππο**.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

*************************************************

* Τη delantera, την επιθετική πεντάδα της Μπόκα Τζούνιορς του 1950 απάρτιζαν οι Herminio Gonzalez, Duílio Jorge Benítez, Juan José Ferraro, Francisco Campana και Marcos Ricardo Busico.

** José Francisco "El Nene" SANFILIPPO (born 4 May 1935 in Buenos Aires) is a former Argentine footballer.
During his club career he played for San Lorenzo, Boca Juniors and Banfield in Argentina, Nacional in Uruguay and Bangu and SC Bahia in Brazil He also earned 29 caps and scored 21 goals for the Argentina national football team, and represented the country at two World Cups, in 1958 and 1962.
Sanfilippo began his career at San Lorenzo in 1953, he set a remarkable record of being the topscorer in the Argentine league four seasons in a row between 1958 and 1961 for San Lorenzo. This achievement has yet to be surpassed.
Whilst playing for his club San Lorenzo in a friendly match against Coventry City in 1956 at Highfield road, he was sent off by referee Arthur Ellis in the 1st half with the score at 1-1. He refused to leave the pitch with some of his teammates trying to drag him off and Ellis abandoned the match.
In 1963 he moved to Boca Juniors, he was the topscorer in the Copa Libertadores with seven goals in seven games, but Boca were beaten in the final by Brazilian team Santos Futebol Clube. Sanfilippo played 27 games for Boca in all competitions, scoring 14 goals.
Sanfilippo then had spells with Nacional in Uruguay, Banfield back in Argentina, and Brazilian clubs Bangu and SC Bahia.
In 1972 Sanfilippo returned to San Lorenzo and took his place in the back to back championship squad that won the Metropolitano and the Nacional championships. At the end of the year he retired from football. At 1978, he played in the Club Atlético San Miguel, of the 4th. Division.
By the end of his career in Argentine football Sanfillipo had scored 226 goals in 330 games, making him the 5th highest scoring player in the history of the Argentine Primera.