Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ

Αγαπητοί φίλοι, έχω ξεμείνει εδώ και δέκα μέρες από Η/Υ. Οι αναρτήσεις, που εμφανίζονται, είναι προγραμματισμένες από παλιά και μπαίνουν αυτόματα. Ελπίζω σε λίγες μέρες να έχω τον καινούργιο Η/Υ. Σας χαιρετώ.

Ο ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ ΒΙΤΖΕΝΖΟ ΚΟΡΝΑΡΟ


Ο ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ ΒΙΤΖΕΝΖΟ ΚΟΡΝΑΡΟ

Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης.

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Ο ΚΑΜΑΡΟΝ ΔΕ ΛΑ ΙΛΑ ΚΑΙ Ο ΧΟΥΑΝ ΜΑΝΟΥΕΛ ΣΕΡΡΑΤ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ ΑΝΤΟΝΙΟ ΜΑΤΣΑΔΟ


Ο CAMARON DE LA ISLA ΚΑΙ Ο JUAN MANUEL SERRAT ΕΡΕΜΗΝΕΥΟΥΝ ANTONIO MACHADO


LA SAETA


¿Quién me presta una escalera
para subir al madero,
para quitarle los clavos
a Jesús el Nazareno?

¡Oh, la saeta, el cantar
al Cristo de los gitanos,
siempre con sangre en las manos,
siempre por desenclavar!
¡Cantar del pueblo andaluz,
que todas las primaveras
anda pidiendo escaleras
para subir a la cruz!
¡Cantar de la tierra mía,
que echa flores
al Jesús de la agonía,
y es la fe de mis mayores!
¡Oh, no eres tú mi cantar!
¡No puedo cantar, ni quiero
a ese Jesús del madero,
sino al que anduvo en la mar!

ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΠΡΙΝ ΣΤΟ ΜΟΝΤΕΡΕΫ ΤΟΥ ΜΕΞΙΚΟΥ


OTTORINO RESPIGHI: NOTTURNO

Πιάνο: Francisco Hernández Bolaños
29 Ιανουαρίου 2010.
Monterrey, Mexico

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΧΟΣΕ ΑΝΤΟΝΙΟ ΛΑΒΟΡΔΕΤΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο JOSÉ ANTONIO LABORDETA


ALBADA


Adiós a los que se quedan
y a los que se van también.
Adiós a Huesca y provincia
a Zaragoza y Teruel.

Esta es la albada del viento
la albada del que se fue
que quiso volver un día
pero eso no pudo ser.

Las albadas de mi tierra
se entonan por la mañana
para animar a las gentes
a comenzar la jornada.

Arriba los compañeros
que ya ha llegado la hora
de tener en nuestras manos
lo que nos quitan de fuera.

Esta albada que yo canto
es una albada guerrera
que lucha porque regresen
los que dejaron su tierra.

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΕΠΠΙΝΟ ΓΚΑΛΙΑΡΝΤΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο PEPPINO GAGLIARDI


COME LE VIOLE

Son tornate le viole quaggiù
ma non hanno colore per te
quella calda
tenerezza che tu
portavi nei tuoi occhi
no, non c'è più
come le viole
anche tu ritornerai
la primavera con te riporterai
avevi la mia
vita
avevi la mia vita fra le tue braccia
te ne sei andata non so
te ne
sei andata con chi dai sogni miei
forse domani chissà tu piangerai
quando
il mio amore lo so tu capirai
rifioriranno tante primavere
come le viole
anche tu
ritornerai
rifioriranno tante primavere
come le viole anche
tu
ritornerai

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΒΕΣΠΑΚΙ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ: ΤΟ ΒΕΣΠΑΚΙ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ

ΧΟΣΕ ΑΝΧΕΛ ΒΟΥΕΣΑ!




JOSÉ ÁNGEL BUESA


POEMA CREPUSCULAR


En el recogimiento de la tarde que muere,
entre las imprecisas brumas crepusculares,
cada jirón de sombra cobra vida, y sugiere
vaporosas siluetas familiares.

En la brisa que pasa, parece que suspira
la virgen de ojos claros que aún sueña en mi regreso;
el rumor de las frondas abre el ala de un beso,
y desde aquella estrella, alguien me mira...

Allá, entre la alameda, se perfila la sombra
grácil de la mujer que amé más en la vida,
y en la voz de la fuente vibra una voz querida,
que en su canción de oro y cristal me nombra...

Todo canta, a esa hora, la canción olvidada;
todo sueña el ensueño que quedó trunco un día,
y verdece de nuevo la ilusión agostada,
ebria de fe, de ardor y de armonía...

Y entre la sutil bruma de prestigios de incienso
que exalta mis recuerdos y mi melancolía,
en la paz de este parque abandonado, pienso
en la mujer que nunca será mía...



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Beatrice Dalle.

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

120 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ




22 Ιανουαρίου 1891. Σαν σήμερα πριν από 120 χρόνια γεννήθηκε ο Antonio Gramsci.
Στην πρώτη εικόνα έργο του Nicola Peroni, και στη δεύτερη εικόνα "Ο Γκράμσι στη Μεγάλη Βρετανία".

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΑΡΙΑ ΝΑΤΣΙΟΝΑΛΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MARIA NAZIONALE: REGINELLA

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΚΟΠΠΕ!



FRANÇOIS COPPÉE (1842-1908)


RITOURNELLE


Dans la plaine blonde et sous les allées,
Pour mieux faire accueil au doux messidor,
Nous irons chasser les choses ailées,
Moi, la strophe, et toi, les papillons d'or.

Et nous choisirons les routes tentantes,
Sous les saules gris et près des roseaux,
Pour mieux écouter les choses chantantes,
Moi, le rythme, et toi, le choeur des oiseaux.

Suivant tous les deux les rives charmées
Que le fleuve bat de ses flots parleurs,
Nous vous trouverons, choses parfumées,
Moi, glanant des vers, toi, cueillant des fleurs.

Et l'amour, servant notre fantaisie,
Fera, ce jour-là, l'été plus charmant :
Je serai poète, et toi poésie ;
Tu seras plus belle, et moi plus aimant.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Jenny Amarillo.

ΤΣΕΣΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ - ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ


CESARE PAVESE - LE RADICI DEL MITO

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΣΑΟΥΣΑΚΗΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΣΑΟΥΣΑΚΗΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ: ΚΑΤΣΕ Ν' ΑΚΟΥΣΕΙΣ ΜΙΑ ΠΕΝΙΑ

Η ΓΚΙΖΕΛΑ ΜΑΫ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ


Η GISELA MAY ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ BERTOLT BRECHT


VOM ERTRUNKENEN MÄDCHEN


1
Als sie ertrunken war und hinunterschwamm
Von den Bächen in die größeren Flüsse
Schien der Opal des Himmels sehr wundersam
Als ob er die Leiche begütigen müsse.

2
Tang und Algen hielten sich an ihr ein
So daß sie langsam viel schwerer ward.
Kühl die Fische schwammen an ihrem Bein
Pflanzen und Tiere beschwerten noch ihre letzte Fahrt.

3
Und der Himmel ward abends dunkel wie Rauch
Und hielt nachts mit den Sternen das Licht in der Schwebe.
Aber früh ward er hell, daß es auch
Noch für sie Morgen und Abend gebe.

4
Als ihr bleicher Leib im Wasser verfaulet war
Geschah es (sehr langsam), daß Gott sie allmählich vergaß
Erst ihr Gesicht, dann die Hände und ganz zuletzt erst ihr Haar.
Dann ward sie Aas in Flüssen mit vielem Aas.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

ΣΕ ΚΛΙΜΑ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ


ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


ΚΟΛΛΑΖ


Αν πω μια καλημέρα, ώρα που πάνε
τα χαμομήλια την πρωινή τους τσάρκα,
νομίζω πιο πολύ θα μ’ αγαπάνε
οι αγύρτες που χασομερούν στα πάρκα.

Κι αν πείσω τη μαντάμ να υιοθετήσει
για παννυχίδα οργίων το χαβαλέ μου,
θά ’χω φτιάξει κολλάζ μια νεκρή φύση
σε κλίμα αυθεντικού Μεσοπολέμου.



Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Ακουατίντα».

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ


Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΒΙΛΛΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο CLAUDIO VILLA: CANTO MA SOTTOVOCE

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

ΣΩΦΕΡΑΚΙ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ


Αυτό είναι το πρώτο "γιουτιουμπάκι" που ανέβασα!

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ


ΣΩΦΕΡΑΚΙ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ


Σωφεράκι σε πειρατικό
Κολωνό Ομόνοια Παγκράτι
στην καρδιά τον Ολυμπιακό
στην κορνίζα μέσα τον Μουράτη

Το Λενάκι με το νυχτικό
στη βεράντα κάθε μεσημέρι
καφεδάκι τούρκικο γλυκό
και στο ράδιο Φώτη Πολυμέρη

Τσιγαράκι νούμερο εφτά
πιπεριά στην οδοντογλυφίδα
με το ρήγα κέρδιζα λεφτά
διφραγκάκι-τάλληρο η παρτίδα


Δίσκος: Τα τραγούδια του ήλιου, 1979.
Μουσική: Γιώργος Κατσαρός.
Τραγούδι: Μιχάλης Βιολάρης.

Οι στίχοι περιέχονται στο βιβλίο "Ασπρα κόκκινα κίτρινα μπλε" με τους στίχους του Γιάννη Λογοθέτη, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Παπαϊωάννου.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΓΚΑΜΠΕΡ





ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο GIORGIO GABER


LO SHAMPOO


Una brutta giornata
chiuso in casa a pensare
una vita sprecata
non c'? niente da fare
non c'? via di scampo
mah, quasi quasi mi faccio uno shampoo.

Uno shampoo?

Una strana giornata
non si muove una foglia
ho la testa ovattata
non ho neanche una voglia
non c'? via di scampo
devo farmi per forza uno shampoo.

Uno shampoo?

Scende l'acqua, scroscia l'acqua
calda, fredda, calda...
Giusta!
Shampoo rosso e giallo, quale marca mi va meglio?
Questa!
Schiuma soffice, morbida, bianca, lieve lieve
sembra panna, sembra neve.

[parlato]: La schiuma ? una cosa buona, come la mamma, che ti accarezza la testa quando sei triste e stanco: una mamma enorme, una mamma in bianco.

Sciacquo, sciacquo, sciacquo.

Seconda passata.

Son convinto che sia meglio quello giallo senza canfora.
I migliori son pi? cari perch? sono antiforfora.
Schiuma soffice, morbida, bianca, lieve lieve
sembra panna, sembra neve.

[parlato]: La schiuma ? una cosa pura, come il latte: purifica di dentro. La schiuma ? una cosa sacra che pulisce la persona meschina, abbattuta, oppressa. ? una cosa sacra. Come la Santa Messa.

Sciacquo, sciacquo, sciacquo.
Fffffff... Fon.

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΖΕΛΟ ΜΕΡΛΙΝΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ANGELO MERLINO: MAMMA ROSA

ΒΟΡΔΙΓΑΛΑ, ΓΑΥΓΑΜΗΛΑ, ΚΑΠΥΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΧΕΙΡ ΕΠΟΙΕΙ


    Le poète est celui qui inspire bien plus    
    que celui qui est inspiré.
                  
              PAUL ELUARD

Ενσπείρει σπίρτα στους ολκούς της λύρας·
την πάλη σπεύδει πνέων ν’ απαλύνει
των ιάμβων και των αναπαίστων· κλίνη
ρυθμού αποκλίνουσα υπό τας φιλύρας

ξεστρώνει αυτός για τους βολβούς της πείρας·
τις σπειροειδείς βαλβίδες διαφαιδρύνει
που ρήμαξαν γυρίνοι ή βεδουίνοι,
και των φωστήρων είναι επιρρωστήρας.

Ακροβατεί στις βάτους των εγκάτων
και κάτω αποσοβεί ό,τι επάνω σείει
απ’ τους γενέσιους όγκους των χωμάτων.

Βορδίγαλα, Γαυγάμηλα, Καπύη
και μήλα ή γάλα σκύλων ή και γάτων
ανέκαθεν δική του χείρ εποίει.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΧΙΛΝΤΕΓΚΑΡΤ ΚΝΕΦ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η HILDEGARD KNEF


IN DIESER STADT


Leere, bunte Zigarettenschachteln und zerknülltes Butterbrotpapier auf dem Schulweg, den wir täglich machten, seh' ich, als ob's heute wär', vor mir; und wir klauten auf dem Beet vorm Bahnhof für die Mutter den Geburtstagsstrauß:

In dieser Stadt kenn' ich mich aus, in dieser Stadt war ich mal zuhaus; wie sieht die Stadt wohl heute aus -- in dieser Stadt war ich mal zuhaus.

Zwischen zwei verdunkelten Laternen stand `ne Bank, mein Erster, der hieß Fritz ich wollt gern von ihm das Küssen lernen aber seine Küsse waren ein Witz morgens grübelnd hinter blinden Scheiben wusste ich nur eines -- ich will raus!

In dieser Stadt kenn' ich mich aus, in dieser Stadt war ich mal zuhaus; wie sieht die Stadt wohl heute aus -- in dieser Stadt war ich mal zuhaus.

Eines Morgens stand ich dann am Bahnsteig, an dem Schienenstrang zur großen Welt, und ich wusste plötzlich auf dem Bahnsteig, dass mich nichts in dieser Stadt mehr hält. Heute, nach allein durchweinten Nächten, halt ich es vor Heimweh nicht mehr aus:

Eines Morgens stand ich dann am Bahnsteig, an dem Schienenstrang zur großen Welt, und ich wusste plötzlich auf dem Bahnsteig, dass mich nichts in dieser Stadt mehr hält. Heute, nach allein durchweinten Nächten, halt ich es vor Heimweh nicht mehr aus:

ΧΟΥΑΝ ΧΕΛΜΑΝ




JUAN GELMAN


[TODA POESÍA ES HOSTIL AL CAPITALISMO]


toda poesía es hostil al capitalismo
puede volverse seca y dura pero no
porque sea pobre sino
para no contribuir a la riqueza oficial

puede ser su manera de protestar de
volverse flaca ya que hay hambre
amarilla de sed y penosa
de puro dolor que hay puede ser que

en cambio abra los callejones del delirio y las bestias
canten atropellándose vivas de
furia de calor sin destino puede
ser que se niegue a sí misma como otra

manera de vencer a la muerte
así como se llora en los velorios
poetas de hoy
poetas de este tiempo

nos separaron de la grey no sé que será de nosotros
conservadores comunistas apolíticos cuando
suceda lo que sucederá pero
toda poesía es hostil al capitalismo



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Rachel Bilson.

ΡΟΡΥ ΓΚΑΛΛΑΧΕΡ!


ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο RORY GALLAGHER


SHADOW PLAY


In the flinty light, it's midnight,
And stars collide.
Shadows run, in full flight,
To run, seek and hide.
I'm still not sure what part I play,
In this shadow play, this shadow play.

Well, In the half-light, on this mad night,
I hear a voice in time.
Well, I look back, see a half-smile,
Then it's gone from sight.
Tell me, why everyone have changed,
In this shadow play, this shadow play,
I have to find my way,
In this shadow play.

Sounds come crashing,
And I hear laughing,
All those lights just blaze away.
I feel a little strange inside,
A little bit of Jekyll, a little Mr. Hyde.

Sounds come crashing,
And I hear laughing,
All those lights just blaze away.
I feel a little strange inside,
A little Dr. Jekyll, a little Mr. Hyde.
Yeah.

Thoughts run wild, free as a child,
Into the night.
Across the screen a thin beam,
Of magic light.

Tell me why things don't look the same,
In this shadow play, this shadow play,
I have to find my way,
In this shadow play.
I have to get away,
In this shadow play,
Well help me find my way,
In this shadow play,
Yeah.

ΚΛΙΜΑΚΕΣ ΗΧΩΝ


Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ


ΠΕΡΙΦΛΕΓΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ


Αγροί σαπφείρων, τρέμουν ιχθύς, επαίτες οργισμένοι
άγνωστες των ρυτίδων οι αργότατες ελλάμψεις
τας ουρανίους πτήσεις
τας μιμούνται

Τα πλήθη των σειρήνων και των αγέριδων οι νύμφες
κλίμακες ήχων, μόνον
όταν η θύρα κλείεται με πάταγο γεμίζει
το παν σαπφείρους
           σμήνη
Στήλη φωτός η νύχτα των ωρών της
την άφατη σαγήνη της εισπνέουν
ευώδεις ύπνοι

Της διανοίας ο ύπνος δεν έχει ευθείες, φεύγει
ελικοειδώς μιμείται τη δίνη της ανοίξεως
και μέσα σε ψιθύρους βρίσκει την ευωδία
της απωλείας χυμένη

Μόνον από των ήχων
περιφλεγείς οι κρύπτες αφυπνίζουν
εύοσμα ξύλα, τριήρεις
αμνημονεύτων νήσων.


           1968


Από το βιβλίο: Δ.Π. Παπαδίτσας, «Εναντιοδρομία», Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1977, σελ. 9.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΛΙΝΟ ΤΟΦΦΟΛΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο LINO TOFFOLO: I BAMBIBI D'ITALIA

Ο ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΑΜΟΝΕΔΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΜΠΟΡΝΤΩ


Ο ANTONIO GAMONEDA ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΜΠΟΡΝΤΩ

Antonio Gamoneda lit quatre poèmes à l'Institut Cervantes de Bordeaux.
Lecture en français par Claude Le Bigot, hispaniste.

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

ΡΙΧΑΡΤ ΝΤΕΕΜΕΛ!




RICHARD DEHMEL (1863-1920)


VENUS HOMO

Bettle nicht vor mir mit deinen Brüsten,
deinen Brüsten bin ich kalt;
tausend Jahre alt
ist dein Blick mit seinen Lüsten.

Sieh mich an, wie Du als Braut getan:
mit dem Blick des Grauens vor der Schlange!
Viel zu lange
war ich, Weib, dein Mann.

Willst du Gift aus meiner Wurzel saugen?
unverwundbar bin ich deinem Biss!
Folge mir ins Paradies:
sieh mich an mit deinen Menschenaugen...



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Tammy Elroy.

ΠΟΥΛΕΝΚ, ΑΝΟΥΙΓ, ΓΚΕΟΡΓΚΙΟΥ


FRANCIS POULENC / JEAN ANOUILH


LES CHEMINS DE L'AMOUR


Les chemins qui vont a la mer
Ont garde de notre passage
Des fleurs effeuillees et l'echo sous leurs arbres
de nos deux rires clairs
Helas, des jours de bonheur
Radieuses joies envolees
Je vais sans retrouver traces dans mon coeur

Chemins de mon amour
Je vous cherche toujours
Chemins perdus, vous n'etes plus
Et vos echos sont sourds
Chemins du desespoir
Chemins du souvenir
Chemins du premier jour
Divins chemins d'amour

Si je dois l'oublier un jour
La vie effacant toute chose
Je veux dans mon coeur qu'un souvenir repose
plus fort que notre amour
Le souvenir du chemin
Ou tremblante et toute eperdue
Un jour j'ai senti sur moi bruler tes mains

Chemins de mon amour
Je vous cherche toujours
Chemins perdus, vous n'etes plus
Et vos echos sont sourds
Chemins du desespoir
Chemins du souvenir
Chemins du premier jour
Divins chemins d'amour


ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Angela Gheorghiu, σοπράνο.
Πιάνο: Malcolm Martineau.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ ΝΤΕ ΑΝΤΡΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο FABRIZIO DE ANDRÈ


IL BOMBAROLO


Chi va dicendo in giro
che odio il mio lavoro
non sa con quanto amore
mi dedico al tritolo,
è quasi indipendente
ancora poche ore
poi gli darò la voce
il detonatore.

Il mio Pinocchio fragile
parente artigianale
di ordigni costruiti
su scala industriale
di me non farà mai
un cavaliere del lavoro,
io sono d'un'altra razza,
son bombarolo.

Nello scendere le scale
ci metto più attenzione,
sarebbe imperdonabile
giustiziarmi sul portone
proprio nel giorno in cui
la decisione è mia
sulla condanna a morte
o l'amnistia.

Per strada tante facce
non hanno un bel colore,
qui chi non terrorizza
si ammala di terrore,
c'è chi aspetta la pioggia
per non piangere da solo,
io sono d'un altro avviso,
son bombarolo.

Intellettuali d'oggi
idioti di domani
ridatemi il cervello
che basta alle mie mani,
profeti molto acrobati
della rivoluzione
oggi farò da me
senza lezione.

Vi scoverò i nemici
per voi così distanti
e dopo averli uccisi
sarò fra i latitanti
ma finché li cerco io
i latitanti sono loro,
ho scelto un'altra scuola,
son bombarolo.

Potere troppe volte
delegato ad altre mani,
sganciato e restituitoci
dai tuoi aeroplani,
io vengo a restituirti
un po' del tuo terrore
del tuo disordine
del tuo rumore.

Così pensava forte
un trentenne disperato
se non del tutto giusto
quasi niente sbagliato,
cercando il luogo idoneo
adatto al suo tritolo,
insomma il posto degno
d'un bombarolo.

C'è chi lo vide ridere
davanti al Parlamento
aspettando l'esplosione
che provasse il suo talento,
c'è chi lo vide piangere
un torrente di vocali
vedendo esplodere
un chiosco di giornali.

Ma ciò che lo ferì
profondamente nell'orgoglio
fu l'immagine di lei
che si sporgeva da ogni foglio
lontana dal ridicolo
in cui lo lasciò solo,
ma in prima pagina
col bombarolo.

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

ΥΠΟΚΩΦΩΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


Η ΑΥΓΗ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ


   La poésie se fait dans un lit comme l’amour
   Ses draps défaits sont l’aurore des choses
            

            ANDRÉ BRETON

Οι στίχοι στάζουν τους ιδρώτες πάλι
σε υδρίες ροδαυγής στο αχνό λυκόφως·
και ενώ τους κεραστές συνέχει ζόφος,
στην κλίνη βρέχει συνεχώς αιθάλη·

ομίχλη ροδαλή επανυποβάλλει
τα σώματα στο στρόβιλο υποκώφως,
ως της ουσίας επελαύνει ο γνόφος
και ανοίγεται σε αγγελικήν αγκάλη.

Δεινές θαρρείς σελήνες τα πιστόλια
της λάμψης τους τραβήξανε στους πόλους
του ποιήματος, και άυλοι αυλοί με βόλια

ιστούς κεραυνοβόλησαν αδόλους,
και βάφτισαν το αρνί και τη μανόλια
θεσμών τε και πραγμάτων αποστόλους.

ΟΤΤΟΡΙΝΟ ΡΕΣΠΙΓΚΙ!


OTTORINO RESPIGHI: NOTTE


Τραγούδι: Cristina Iordachescu-Iordache, μετζοσοπράνο.
Πιάνο: Alexandru Petrovici.

ΓΟΥΙΛΛΙΑΜ ΚΑΡΛΟΣ ΓΟΥΙΛΛΙΑΜΣ!




WILLIAM CARLOS WILLIAMS


A GOODNIGHT


Go to sleep--though of course you will not--
to tideless waves thundering slantwise against
strong embankments, rattle and swish of spray
dashed thirty feet high, caught by the lake wind,
scattered and strewn broadcast in over the steady
car rails! Sleep, sleep! Gulls' cries in a wind-gust
broken by the wind; calculating wings set above
the field of waves breaking.
Go to sleep to the lunge between foam-crests,
refuse churned in the recoil. Food! Food!
Offal! Offal! that holds them in the air, wave-white
for the one purpose, feather upon feather, the wild
chill in their eyes, the hoarseness in their voices--
sleep, sleep . . .

Gentlefooted crowds are treading out your lullaby.
Their arms nudge, they brush shoulders,
hitch this way then that, mass and surge at the crossings--
lullaby, lullaby! The wild-fowl police whistles,
the enraged roar of the traffic, machine shrieks:
it is all to put you to sleep,
to soften your limbs in relaxed postures,
and that your head slip sidewise, and your hair loosen
and fall over your eyes and over your mouth,
brushing your lips wistfully that you may dream,
sleep and dream--

A black fungus springs out about the lonely church doors--
sleep, sleep. The Night, coming down upon
the wet boulevard, would start you awake with his
message, to have in at your window. Pay no
heed to him. He storms at your sill with
cooings, with gesticulations, curses!
You will not let him in. He would keep you from sleeping.
He would have you sit under your desk lamp
brooding, pondering; he would have you
slide out the drawer, take up the ornamented dagger
and handle it. It is late, it is nineteen-nineteen--
go to sleep, his cries are a lullaby;
his jabbering is a sleep-well-my-baby; he is
a crackbrained messenger.

The maid waking you in the morning
when you are up and dressing,
the rustle of your clothes as you raise them--
it is the same tune.
At table the cold, greeninsh, split grapefruit, its juice
on the tongue, the clink of the spoon in
your coffee, the toast odors say it over and over.

The open street-door lets in the breath of
the morning wind from over the lake.
The bus coming to a halt grinds from its sullen brakes--
lullaby, lullaby. The crackle of a newspaper,
the movement of the troubled coat beside you--
sleep, sleep, sleep, sleep . . .
It is the sting of snow, the burning liquor of
the moonlight, the rush of rain in the gutters packed
with dead leaves: go to sleep, go to sleep.
And the night passes--and never passes--



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Mary Satin.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΝΤΡΙΑΝΑ ΒΑΡΕΛΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ADRIANA VARELA


TANGO DE LENGUE


Cuando bailás, sensual, un tango guapo,
entre el reaje vuela tu pollera
y al ondear en el aire, en vez de un trapo,
parece que flameara una bandera.

La bandera del "queco" y del sustrato
rantifuso del hampa y de las rejas...
Tango de lengue, obsceno garabato
que dibujan con sus pubis las parejas...

Tango de lengue por vos
se pierde una daga hasta el mango.
Tango de lengue los dos
estamos manchados de fango...
Sigue grave el bandoneón
el canyengue de tus pasos...

Mientras suene en un fueye de chamuyo gangoso
un tango de esos tangos que fueron y serán,
siempre habrá algún convicto en algún calabozo
o en bulines sombríos, shoficas tenebrosos
que al escuchar tus notas aprendan a llorar...
porque esas son las aulas sagradas del gotán...

Tango de lengue... pasión de arrabal
de malevos a prueba de hachazos...



Στίχοι & μουσική: Enrique Cadícamo.

ΝΑ ΠΑΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


ΑΓΑΠΗ


Σ' όποια κι αν τύχεις θέση
νά 'σαι όλο συλλογή
και τίποτε στη γη
άλλο να μη σου αρέσει.

Να πας χωρίς να ξέρεις
για πού, να πας, να πας,
να λες πως αγαπάς
και πια δεν το υποφέρεις.

Να στέκεσαι στο δρόμο
και να σκιρτάς: - Αυτή!
γιατ' είδες μιά ριχτή
πλεξούδ' απάνω σε ώμο.

Τα χέρια σου να βάνεις
στα μάτια σα να κλαίς,
να γέρνεις και να λες
πως κάλλιο να πεθάνεις.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΜΠΟΥΖΚΟΞ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ BUZZCOCKS: HARMONY IN MY HEAD

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

ΣΑΝ ΤΟ ΛΑΦΑΚΙ


FRANCESCO PETRARCA


[ΧΑΘΗΚΑΝ ΟΙ ΤΕΡΠΝΟΙ ΛΟΦΟΙ· ΚΙ ΕΓΩ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ]


Χαθήκαν οι τερπνοί λόφοι· κι εγώ μαζί τους –
σαν έφυγα, χωρίς ποτέ εκειδά να πάψω,
εν τούτοις, νά ’μαι· αν με τη φαντασία τινάξω
το βάρος του έρωτα, αλαφραίνει ο βίος, η ειδή τους

αλλάζει, κι απορώ μ’ εμέ, που σαν ιδεί τους
ο νους, κινώ και πουθενά δε λέω ν’ αράξω,
σαν να μη θέλω το ζυγό ν’ αποτινάξω
(μακριά πολύ είμαι; - αι, βρίσκομαι ξανά αντικρύ τους!).

Σαν το λαφάκι, που λαβώθηκε από βέλος
φαρμακωμένο κι όλο τρεχαλάει να φύγει
(με το τρεχαλητό βαθαίνει ο πόνος), μοιάζω

κι εγώ, που τοξεμένος τρέχω προς το τέλος
και με θερίζουν πόνοι. Λίγη η ζωή μου λήγει,
κι από τα στήθη την ψυχή στη λήθη βγάζω.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο ΜΑΡΙΟ ΝΤΕΛ ΜΟΝΑΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΖΟΥΖΕΠΠΕ ΒΕΡΝΤΙ


Ο MARIO DEL MONACO ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ GIUSEPPE VERDI: CELESTE AIDA

VERDI (GIUSEPPE), DEL MONACO (MARIO), ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ΟΠΕΡΑ, ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ,

ΡΟΜΠΕΡ ΝΤΕΣΝΟΣ!




ROBERT DESNOS (1900-1945)


NON L’AMOUR N’EST PAS MORT


Non, l'amour n'est pas mort en ce coeur et ces yeux et cette bouche qui proclamait ses funérailles commencées.
Écoutez, j'en ai assez du pittoresque et des couleurs et du charme.
J'aime l'amour, sa tendresse et sa cruauté.
Mon amour n'a qu'un seul nom, qu'une seule forme.
Tout passe. Des bouches se collent à cette bouche.
Mon amour n'a qu'un nom, qu'une forme.
Et si quelque jour tu t'en souviens
Ô toi, forme et nom de mon amour,
Un jour sur la mer entre l'Amérique et l'Europe,
À l'heure où le rayon final du soleil se réverbère sur la surface ondulée des vagues, ou bien une nuit d'orage sous un arbre dans la campagne, ou dans une rapide automobile,
Un matin de printemps boulevard Malesherbes,
Un jour de pluie,
À l'aube avant de te coucher,
Dis-toi, je l'ordonne à ton fantôme familier, que je fus seul à t'aimer davantage et qu'il est dommage que tu ne l'aies pas connu.
Dis-toi qu'il ne faut pas regretter les choses: Ronsard avant moi et Baudelaire ont chanté le regret des vieilles et des mortes qui méprisèrent le plus pur amour,
Toi, quand tu seras morte,
Tu seras belle et toujours désirable.
Je serai mort déjà, enclos tout entier en ton corps immortel, en ton image étonnante présente à jamais parmi les merveilles perpétuelles de la vie et de l'éternité, mais si je vis
Ta voix et son accent, ton regard et ses rayons,
L'odeur de toi et celle de tes cheveux et beaucoup d'autres choses encore vivront en moi,
En moi qui ne suis ni Ronsard ni Baudelaire,
Moi qui suis Robert Desnos et qui, pour t'avoir connue et aimée,
Les vaux bien.
Moi qui suis Robert Desnos, pour t'aimer
Et qui ne veux pas attacher d'autre réputation à ma mémoire sur la terre méprisable.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. mary James.

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡώΠΟΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ


ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡώΠΟΙ


Άσε με στο μεθοκόπι
έτσι ειν' οι ανθρώποι
τόσο αμαρτωλοί κι ωραίοι
τόσο άνθρωποι
όσα λάθη κι αν μου βρούνε
θα συγχωρεθούνε
μα για σένα τι θα πούνε
την απάνθρωπη

Νύχτωσε και ξεπαγιάζω
στα σκαλιά πλαγιάζω
μ' είδανε τα νυχτοπούλια
και βουρκώσανε
αν πεθάνω τί θα κάνεις
να ξαναζεστάνεις
τα χλωμά σβηστά μου χείλια
που παγώσανε

Άσε με στο μεθοκόπι
έτσι ειν' οι ανθρώποι
τόσο αμαρτωλοί κι ωραίοι
τόσο άνθρωποι
δε σου μάθανε ακόμη
τί θα πει συγγνώμη
σα γυαλί κόβει η ματιά σου
η απάνθρωπη


Στίχοι: Σώτια Τσώτου.
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής.

ΤΟ ΕΠΑΝΩ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ


ΚΩΣΤΑΣ ΛΙΝΝΟΣ


ΕΝΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΝΑΥΑΓΙΟ


Αυτός ο χερσότοπος που επέστρεφε
Στο νου, αν ήταν φαντασία ή μνήμη
Χαμένος στη μέση δεν ήξερε.
Σοφή αγάπη χτύπησε με δύναμη
Τον Οδυσσέα και τον καταπόντισε
Καταμεσής του ποταμού Αχέροντα
Την ανείδωτη κοίτη ως τώρα πλησιάζοντας
Και πριν τα μούσκλία τον καταπιούν
Η σκέψη του μπρος στο Καινούργιο ανείπωτη έμεινε.


Δύσμοιρε νου κι αν σε καταπλακώνουνε τα χώματα
Ένα κλαδί σου θα βρει διέξοδο και θα ξεπεταχτεί
Προς τα πάνω.
Το χαλάζι θα σου σπάσει το κλαδί, δύσμοιρε νου
Μα το Επάνω θα μείνει.

Πιο ψηλά τα δέντρα, κι αργεί ν’ αρχίσει ο ουρανός.



Από το βιβλίο: Κώστας Λιννός, «Μετασχηματισμοί, Β΄», Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2007, σελ.17.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΠΩΛ ΜΑΚ ΚΑΡΤΝΕΫ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΥΙΝΓΚΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο PAUL McCARTNEY ΚΑΙ ΟΙ WINGS: BAND ON THE RUN

ΦΡΟΣΥΝΗ


ANDRÉ CHÉNIER (1762-1794)


ΦΡΟΣΥΝΗ


Αχ! βλέπω πως δεν προσπαθούν ν’ αρέσουνε σ’ εμένα·
Η αδερφή μου είδε το φως πρωτύτερα από μένα.
Σαν κάποτε όμορφοι βοσκοί τριαντράφυλλο κρατούνε,
Σ’ εμένα αυτό χαρίζοντας, εκείνηνε κοιτούνε.
Σαν κάποτε παινεύονε τη λαμπερή μορφή μου,
«Να η ζωντανή σου ζουγραφιά» λένε στην αδερφή μου.
Γιατί μονάχα δώδεκα θέρους νά ’χω ιδωμένα;
Κανένας αγαπητικός δεν τραγουδάει για μένα·
Κανείς δεν θέλει να σκοτωθεί σαν κάνω αγάπη άλλη·
Μα καρτερώ. Φτάνει ο καιρός. Ξέρω πως έχω κάλλη,
Πως δεν μπορεί να βρεί κανείς κάλλη πιο ζηλεμένα
Από μιαν όψη στρογγυλή, πλούσια μαλλιά απλωμένα,
Μαργαριτάρια δυό σειρές σ’ ένα μικρούλι στόμα
Και μάτια καταγάλανα σαν τ’ ουρανού το χρώμα.



Μετάφραση: Ν[ίκος] Χαντζάρας.
Από το περιοδικό «Ο Νουμάς», τ. 5, αρ. 248, 20 Μαΐου 1907, σελ. 6.



***********************


EUPHROSYNE


Ah ! ce n’est point à moi qu’on s’occupe de plaire.
Ma soeur plus tôt que moi dut le jour à ma mère.
Si quelques beaux bergers apportent une fleur,
Je sais qu’en me l’offrant ils regardent ma soeur ;
S’ils vantent les attraits dont brille mon visage,
Ils disent à ma soeur : « C’est ta vivante image. »
Ah ! pourquoi n’ai-je encore vu que douze moissons ?
Nul amant ne me flatte en ses douces chansons ;
Nul ne dit qu’il mourra si je suis infidèle.
Mais j’attends. L’âge vient. Je sais que je suis belle.
Je sais qu’on ne voit point d’attraits plus désirés
Qu’un visage arrondi, de longs cheveux dorés,
Dans une bouche étroite un double rang d’ivoire,
Et sur de beaux yeux bleus une paupière noire.

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΑΓΟΥΣΤΙΝ ΛΑΡΑ


ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο AGUSTÍN LARA: PIENSA EN MÍ

ΤΟ ΠΟΥΛΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ


ΤΟ ΠΟΥΛΙ


Δεν θέλω μόνιμη αγκαλιά
δεν θέλω μόνιμα φιλιά
δεν θέλω έλεγχο τί κάνω και πού πάω
τί ώρα γύρισα εχθές,
με ποιές αλήτευα προχθές
τέτοια σκλαβιά
δεν την μπορώ δεν τη βαστάω

Θα ζήσω ελεύθερο πουλί
κι όχι κορόιδο στο κλουβί
για μια μονάχα θηλυκιά να κελαηδάω
θα χτίσω είκοσι φωλιές
κι άμα γουστάρω αγκαλιές
από κανάρα σε κανάρα θα πετάω

Θέλει η ζωή μας αλλαγές
και ας τσαντίζονται πολλές
δεν δίνω φράγκο κάθε μια τι θα μου σούρει
και το πουλί για να τραφεί
πρέπει ν' αλλάζει τη τροφή
κι όχι σκέτο κανναβούρι κανναβούρι

Θα ζήσω ελεύθερο πουλί
κι όχι κορόιδο στο κλουβί
για μια μονάχα θηλυκιά να κελαηδάω
θα χτίσω είκοσι φωλιές
κι άμα γουστάρω αγκαλιές
από κανάρα σε κανάρα θα πετάω



Στίχοι: Μιχάλης Γαβριηλίδης.
Μουσική: Ζακ Ιακωβίδης.

ΧΟΣΕ ΑΝΧΕΛ ΒΑΛΕΝΤΕ!



JOSÉ ÁNGEL VALENTE


NOCHE PRIMERA


Empuja el corazón.
quiébralo, ciégalo,
hasta que nazca en él
el poderoso vacío
de lo que nunca podrás nombrar.

Sé al menos,
su inminencia
y quebrantado hueso
de su proximidad.

Que se haga noche. (Piedra,
nocturna piedra sola.)

Alza entonces la súplica:
que la palabra sea sólo verdad.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Τ.Τ.

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ


Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΡΑΣ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ


Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ


Κι όταν σμίξαν τα κορμιά τους
Ένιωσε πως είν’ δική του
Μες στην ηδονή του σκότους
Ήταν μόνη πια μαζί του.
Και της φίλησε την κόμη
Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
Ούτε βιάζονταν να φτάσει.
Αχ γλυκά την ψηλαφίζει
Κι η καρδιά της πάει να σπάσει.
Το κουράγιο του μη χάσει
Προσευχή μικρή ψελλίζει.
Και της φίλησε την κόμη
Τι δεν ήταν καμιά πόρνη
Και δεν γνώριζε τη στάση.
Για να μην την διακορεύσει
Πήγε κάποτε σε σπίτι
Εκεί γνώρισε την γεύση
Και της ηδονής την κοίτη.

Το κορμί της ύδωρ λήθης.
Ε, δεν ήταν κι ερημίτης
Κι όρκο πήρε πια ν’ αλλάξει.
Αχ τη φλόγα για να σβήσει
Που της άναψε πανώρια
Βρήκεν άντρα κυπαρίσσι
Πρόθυμο και δίχως όρια
Που την ξάπλωσε στην σκάλα
Και την έκανε τραμπάλα.
Ως της σφίγγει τον αυχένα
Ε, δεν είναι και παρθένα
Της ανέβηκε η κάψη
Και την σκέψη του βλογάει
Να μην προχωρήσει ακόμη
Κείνη τη βραδιά του Μάη
Που της φίλησε την κόμη.
Ψεύτης κείνος, αυτή πόρνη
Λέν όλο ντροπή και τύψη
Η βρωμιά πότε θα λείψει;



Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης.
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος.

ΡΑΦΑΕΛ ΕΣΠΕΧΟ!



RAFAEL ESPEJO (1975)


EL BESO


Un dedo masculino y corazón
surca las languideces de esos labios
débilmente entreabiertos.

Se siente un leve soplo.

Tras los ojos cerrados
cada cual imagina el lento beso
que comienza a brotar.

Saborean. Demoran el deseo.

Los amantes quisieran comprobar la emoción
desde el cuerpo del otro,
fingen que fingen.

Quieren hacer un beso
que la lluvia del tiempo no erosione.
Que permanezca mínimo y total.

El beso que han soñado tantas veces.

Y cuando al fin comparten la saliva
les queda la impresión
de haber equivocado algún detalle.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Alina Vacariu.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΝΟΥΟΒΑ ΚΟΜΠΑΝΙΑ ΝΤΙ ΚΑΝΤΟ ΠΟΠΟΛΑΡΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η NUOVA COMPAGNIA DI CANTO POPOLARE: 'O CUNTO 'E MASANIELLO

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΑΠΟΛΛΙΝΑΙΡ!




GUILLAUME APOLLINAIRE


O MA TENDRE PUTAIN


Tes mains introduiront mon beau membre asinin
Dans le sacré bordel ouvert entre tes cuisses
Et je veux l'avouer en dépit d'Avinain
Que me fait ton amour pourvu que tu jouisses

Ma bouche à tes seins blancs comme des petits suisses
Fera l'honneur abject des suçons sans venin
De ma mentule mâle en ton con féminin
Le sperme tombera comme l'or dans les sluices

O ma tendre putain tes fesses ont vaincu
De tous les fruits pulpeux le savoureux mystère
L'humble rotondité sans sexe de la terre

La lune chaque mois si vaine de son cul
Et de tes yeux jaillit quand tu les voiles
Cette obscure clarté qui tombe des étoiles.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Anna Maria Rizzoli.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΤΖΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΤΖΗΣ


ΗΣΟΥΝ ΩΡΑΙΑ


Το πρώτο βράδυ που σε πήρα αγκαλιά
Θυμάμαι ήτανε γλυκιά Πρωτομαγιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Το άλλο βράδυ στη ζεστή την αμμουδιά
Μου είπες λόγια που με βρήκαν στη καρδιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Τώρα που πέρασε κι αυτή η Πρωτομαγιά
Καινούργια όνειρα σε πήραν μακριά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.

Ήσουν ωραία όταν γελούσες
Μοσχοβολούσες σαν Πασχαλιά.



Μουσική: Κουγιουμτζής Σταύρος.
Στίχοι: Δασκαλόπουλος Άκος.

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ


ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Εδώ το φως είναι σκληρό
σε δυσκολεύει να το δέσεις μαζί με τις κουρτίνες
στην άκρη του παράθυρου
και στο περβάζι ένα λουλούδι
σαν ηλιοτρόπιο γυρίζει στην περσινή Πρωτομαγιά.

Σαν παίρνει να βραδιάζει
στέκεσαι εκεί μετρώντας τα καράβια φορτωμένα κόκκαλα
τον μεταβολισμό της νεκρής ζώνης που φωσφορίζει τη βροχή
σαν ξεχασμένο φίλντισι.

Διστάζεις να κοιτάξεις κατάματα το δρόμο.
Η φωνή μας δεν είναι μήτε μια σταγόνα
μια σταγόνα που θα ανέβαζε το κύμα
να σκεπάσει ένα χαλίκι.

Ένα δρεπάνι φεγγαριού θερίζει φανοστάτες.

Περιμένουμε κάποιον
να μας μάθει πώς σφυράνε οι καλαμιές στα δάκτυλα του ανέμου
πώς γίνεται ξανά η μέρα μέρα και το αστέρι αστέρι.

Περιμένουμε το φως να μπει απ' το παράθυρο
ίδιο φίλι γυναίκας μέσα απ' το σκισμένο πουκάμισο.

Η ΜΑΡΙΑ ΔΟΛΟΡΕΣ ΠΡΑΔΕΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΙΛΟΝΓΚΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η MARIA DOLΟRES PRADERA


MILONGA SENTIMENTAL


Milonga pa' recordarte.
Milonga sentimental.
Otros se quejan llorando
yo canto pa' no llorar.
Tu amor se seco de golpe
nunca dijiste por que.
Yo me consuelo pensando
que fue traición de mujer.

Varon, pa' quererte mucho,
varon, pa' desearte el bien,
varon, pa' olvidar agravios
porque ya te perdone.
Tal vez no lo sepas nunca,
tal vez no lo puedas creer,
tal vez te provoque risa
!verme tirao a tus pies!

Es facil pegar un tajo
pa' cobrar una traición
o jugar en una daga
la suerte de una pasión.
Pero no es facil cortarse
los tientos de un metejon
cuando estan bien amarrados
al palo del corazón.

Varon, pa' quererte mucho, etc.
Milonga que hizo tu ausencia.
Milonga de evocación.
Milonga para que nunca
la canten en tu balcon.
Pa' que vuelvas con la noche
y te vayas con el sol.
Pa' decirte que si, a veces,
o pa' gritarte que no.

ΡΟΝΣΑΡ!



PIERRE DE RONSARD


LES POÈTES L’ONT SI BIEN DIT...


Je te salue, ô merveillette fente,
Qui vivement entre ces flancs reluis;
Je te salue, ô bienheureux pertuis,
Qui rend ma vie heureusement contente!

C'est toi qui fais que plus ne me tourmente
L'archer volant qui causait mes ennuis;
T'ayant tenu seulement quatre nuits
Je sens sa force en moi déjà plus lente.

Ô petit trou, trou mignard, trou velu,
D'un poil folet mollement crespelu,
Qui à ton gré domptes les plus rebelles:

Tous vers galans devraient, pour t'honorer,
A beaux genoux te venir adorer,
Tenant au poing leurs flambantes chandelles!



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Kristin Cavallari.

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Η ΑΝΝΑ ΒΙΣΣΗ ΚΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ


ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ


Αν είναι κόσμος όμορφος
είναι και κόσμος ψεύτης
που μοιάζει σκοτεινό γυαλί
και σαν παλιός καθρέφτης

Στα χρόνια της υπομονής
δε μας θυμήθηκε κανείς

Τα γράμματα μου γύρισες
χωρίς να τα διαβάσεις
μα πες μου γιατί βιάστηκες
να με καταδικάσεις

Στα χρόνια της υπομονής
δε μας θυμήθηκε κανείς



Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου.
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής.

ΚΗΠΟΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ


ANTONIO MACHADO


ΚΗΠΟΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ

Κήποι των παιδικών μου χρόνων
αγνού φωτός, που τι θαμπώνει κιόλα ο χρόνος
με του απριλιού τις μπόρες... μ' ένα θαύμα
λάμψετε, κήποι, κάποιων νέων ματιών.


Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.
Από το βιβλίο: Antonio Machado, "Ποιήματα", πρόλογος, εκλογή, μετάφραση Ρήγας Καππάτος, Εκάτη Αθήνα 2009, σελ. 69.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΖΑΝΝΑ ΦΡΑΤΕΛΛΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ROSANNA FRATELLO: CALABRISELLA MIA

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

ΜΕ ΔΑΓΚΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΝΑ


FEDERICO GARCÍA LORCA


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΑΡΑΚΑΛΕΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΝΑ ΤΟΥ ΓΡΑΨΕΙ


Αγάπη μου βαθιά και ζωντανέ μου Χάρε, εν τέλει
εις μάτην και ανωφέλως να μου γράψεις περιμένω.
Και συλλογιέμαι πως, αν άνθος είμαι μαραμένο
και αν ζω χωρίς εμένα, να σε χάσω δεν με μέλλει.

Ο αγέρας είναι αθάνατος, κι η πέτρα καν δεν θέλει
τον ίσκιο να γνωρίσει ή ν’ αποφύγει. Και επιμένω
πως η καρδιά μας δεν ορέγεται το παγωμένο
που τρέχει από του φεγγαριού τις αρτηρίες μέλι.

Εγώ όμως έφτασα στο αμήν. Τις φλέβες μου είχα ανοίξει,
και στη γλυκιά σου μέση ο τίγρης με την περιστέρα
με δαγκωνιές και κρίνα αναμετριούνταν δίχως λήξη.

Την τρέλα μου με λέξεις γέμισέ την πέρα ώς πέρα,
ει δ’ άλλως άσε τη νυχτιά καλά να με τυλίξει
της μαύρης μου ψυχής, που ’ν’ σαν του θάνατου φοβέρα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ "ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΜΑΝΤΑΤΑ"


Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ "ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΜΑΝΤΑΤΑ" ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ

Ποίηση: Βιτσέντζος Κορνάρος.
Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης.

ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΟΡΙΖΕΙ Η ΠΕΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΤΣ' ΕΡΩΤΙΑΣ Η ΚΡΙΣΗ


ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ


ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
(Α΄, στίχοι 239-270)


Αδέρφι μου, γνωρίζω το, θωρώ τον κόπο χάνω,
και τό ζυγώνω έτσι μακρά, ποτέ μου δεν το φτάνω.
Κατέχω, κι α' μαθητευτεί εκείνο οπού ξετρέχω,
εσίμωσε το τέλος μου, και πλιό ζωή δεν έχω.
Μα επιάστηκα, εμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμό δεν έχω,
μ' όλο που βλέπω το κακό, το βλάψιμο κατέχω.
Λογιάζω το, γνωρίζω το, πως πρέπει να τ' αφήσω,
και με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω,
μην κάμουσιν αναλαμπήν, οπού τη λάμψη δίδει,
και φανερώσει το κρουφόν, οπού'ναι στο σκοτίδι•
κι ό,τι κι α' χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,
έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες.
Μα ίντα μου ξάζει να γρικώ και τα πρεπά να γνώθω,
εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον Πόθο;
Ίντα μου ξάζει να γρικώ; τί με φελά να ξεύρω;
Από το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω.
Πλιό μπόρεση ο λογαριασμός δεν έχει να βουηθήσει,
εκεί όπου ορίζει η Πεθυμιά και τσ' Ερωτιάς η κρίση.
Οι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου είν' το σημάδι,
και μάχουνται, και ποιός μπορεί να τα συβάσει ομάδι;
Ο Πόθος, όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,
γνώση δεν εί' ουδέ δύναμη να τον-ε πολεμήσει.
Πολλά μεγάλην Αφεντιάν, πολλά μεγάλη χάρη
έχει τ' ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι•
βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει,
και το κακό, που μελετά, δε μας το φανερώνει•
την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,
φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μάς μαγερεύγει.
Άλλοι, άξοι, φρονιμότατοι, που'χαν Καιρού θεμέλιο,
του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο.
Εύκολα και τα κάρβουνα κ' η σπίθα αναλαμπάνει
τ' άχερα, τα λινόξυλα, πούρι και να τα φτάνει.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΟΥΡΕΛΙΟ ΦΙΕΡΡΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο AURELIO FIERRO


'A SONNAMBULA


Carmela è na bambola,
e fa 'ammore cu me...
Ma 'a mamma è terribile:
Nun mm' 'a vò' fá vedé...

Allora aggio truvato
nu bellu ritrovato:
Carmela fa 'a sunnambula
pe' mme vení a truvá...
E fa scema a mammá!

E cu 'a scusa ch'è na sunnambula,
chesta bambola, nèh, che fa?
Tutt' 'e ssere, pe' copp'a ll'ásteco,
vène a ll'ùnnece a passiggiá...

'Ncopp'a ll'ásteco ce stóngh'io
e lle dico: "Stó' ccá pe' te..."
E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

'O pate, 'On Arcangelo,
pe' dispietto nun vò'...
Lle sóngo antipatico
e mm'ha ditto ca no...

Ma a me che mme ne 'mporta?
Io tengo aperta 'a porta...
Carmela, comm''o ssolito,
mme vène a cunzulá...
E fa scemo a papá!!

E cu 'a scusa ch'è na sunnambula,
chesta bambola, nèh, che fa?
Tutt' 'e ssere, pe' copp'a ll'ásteco,
vène a ll'ùnnece a passiggiá...

'Ncopp'a ll'ásteco ce stóngh'io
e lle dico: "Stó' ccá pe' te..."
E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

'Ncopp'a ll'ásteco ce stóngh'io
e lle dico: "Stó' ccá pe' te..."
E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

E 'a sunnambula,
ch'è na bambola...
fa 'a sunnambula
'mbracci'a me!

ΑΛΕΪΣΑΝΔΡΕ!




VICENTE ALEIXANDRE


VIDA

Un pájaro de papel en el pecho
dice que el tiempo de los besos no ha llegado;
vivir, vivir, el sol cruje invisible,
besos o pájaros, tarde o pronto o nunca.
Para morir basta un ruidillo,
el de otro corazón al callarse,
o ese regazo ajeno que en la tierra
es un navío dorado para los pelos rubios.
Cabeza dolorida, sienes de oro, sol que va a ponerse;
aquí en la sombra sueño con un río,
juncos de verde sangre que ahora nace,
sueño apoyado en tí calor o vida.


Το υλικό της άνάρτησης μάς το έστειλε η Μόνικα.

Ο ΑΜΑΝΘΙΟ ΠΡΑΔΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Ο AMANCIO PRADA ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ SAN JUAN DE LA CRUZ


NOCHE OSCURA


En una noche oscura,
con ansias en amores inflamada,
(¡oh dichosa ventura!)
salí sin ser notada,
estando ya mi casa sosegada.

A oscuras y segura,
por la secreta escala disfrazada,
(¡oh dichosa ventura!)
a oscuras y en celada,
estando ya mi casa sosegada.

En la noche dichosa,
en secreto, que nadie me veía,
ni yo miraba cosa,
sin otra luz ni guía
sino la que en el corazón ardía.

Aquésta me guïaba
más cierta que la luz del mediodía,
adonde me esperaba
quien yo bien me sabía,
en parte donde nadie parecía.

¡Oh noche que me guiaste!,
¡oh noche amable más que el alborada!,
¡oh noche que juntaste
amado con amada,
amada en el amado transformada!

En mi pecho florido,
que entero para él solo se guardaba,
allí quedó dormido,
y yo le regalaba,
y el ventalle de cedros aire daba.

El aire de la almena,
cuando yo sus cabellos esparcía,
con su mano serena
en mi cuello hería,
y todos mis sentidos suspendía.

Quedéme y olvidéme,
el rostro recliné sobre el amado,
cesó todo, y dejéme,
dejando mi cuidado
entre las azucenas olvidado.

ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα
ρυακάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα τους
μιλήσω ελληνικά, επειδή
δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε
μεταξύ τους με μουσική.

ΘΑ ΒΑΛΩ ΡΟΥΧΟ ΔΑΝΕΙΚΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΜΟΚΟΒΙΤΗΣ


ΘΑ ΒΑΛΩ ΡΟΥΧΟ ΔΑΝΕΙΚΟ


Μ ένα γραμμόφωνο παλιό
απ το Μοναστηράκι
κι ένα φεγγάρι βάσανο
τη νύχτα στο σοκάκι,
θα βγω σε μιαν ανηφοριά
να δω την οικουμένη,
στη θάλασσα και στη στεριά
το τι με περιμένει.

Θα βάλω ρούχο δανεικό
και δαχτυλίδι ξένο
κι ένα πουκάμισο παλιό
φρεσκοσιδερωμένο,
και σε καράβι φορτηγό
στις μηχανές τεχνίτης,
θα βγω στον κόσμο να σε βρω
φτωχός κι ερημοσπίτης.



Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής.
Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης.

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ



JOSÉ ÁNGEL BUESA


POEMA DE LA DESPEDIDA / TE DIGO ADIÓS


Te digo adiós y, acaso, te quiero todavía,
no puedo olvidarte, pero te digo adiós.

No sé si me quisiste, no sé si te quería,
o tal vez nos quisimos, demasiado, los dos.

Ese cariño nuestro apasionado y loco,
me lo metí en el alma, para quererte a ti.

No sé si te amé mucho, no sé si te amé poco,
pero sé que nunca volveré a amar así.

Te digo adiós y, acaso, con esta despedida
mis mejores sueños mueren dentro de mí.

Pero te digo adiós, para toda la vida
aunque toda la vida siga pensando en ti.

ΕΠΟΠΤΕΥΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ


PABLO NERUDA


ΓΕΥΣΗ


Με αστρολογίες κίβδηλες και αυτόχρημα επισφαλείς,
με χούγια αν θες κομμάτι ζοφερότερα,
που αναποδογυρίστηκαν κι αδειάσαν κρουνηδόν στα χάη,
κι έχουν χυθεί παντού μες στου παντός το μέγα Απέραντο,
μα πάντα μνέσκουν πλάι-πλάι – έτσι συντήρησα
μία ροπή, μιά κλίση, μιά τάση, μία γεύση φιλέρημη.

Και τη συντήρησα –λέω– καλά: ’τί τη συντήρησα
με συζητήσεις σαν πριονισμένα μαδέρια ρακώδεις,
με την ταπεινότητα των καρεκλιών, με λόγια μπασμένα
στη δουλειά σα σκλάβοι πρόθυμοι
μα με τη δεύτερή τους βούληση,
την πηκτότητα έχοντας του γάλακτος, των νεκρών
εβδομάδων, του αλυσωμένου αέρα
που κροταλεί απάνω από πόλεις και άστεα.

Ποιός μπορεί να κομπάσει υπομονή διεκδικώντας
πιό στέρεη; Η σοφία με φασκιώνει μ’ ένα δέρμα συμπαγές,
με ντύνει μ’ ένα χρώμα κουλουριασμένο σα φίδι·
τα πλάσματά μου τα γεννά η μακρυπόδαρη άρνηση·
αχ, μου φτάνει έν’ αψέντι να γευτώ, ένα όποιο ποτό,
μου φτάνει,
κι ευθύς μετά εγώ εξαφανίζω τη μέρα που διάλεξα: η μέρα
όμοια και απαράλλαχτη μ’ όλες τις χθόνιες μέρες.

Ζω γιομάτος ουσία χρώματος κοινού, σιγαληνού,
σα γριά μάννα ζώ, σα θυγατέρα
που όλο κάνει μόνο υπομονή, σαν ίσκιος
εκκλησίας ή σαν ανάπαυση ζω οστέων τεταπεινωμένων.
Πλήρης υδάτων πηγαίνω,
πλήρης υδάτων τραβώ του βυθού,
που ετοιμαστήκαν
να πλαγιάσουν με τη θλιμμένη τους, εν κόποις, αγρύπνια.

Στα κιθάρινα σπλάχνα μου γέρος φυσάει αγέρας, φυσάει
ξερός και σύντονος, αγέρας στερεότυπος, ακίνητος,
σαν την πιστή τροφή, σαν τον καπνό πανομοιότυπος:
στοιχείο αναπαυόμενο, λαδάκι ζωντανό.
Πουλί σκληρό,
στο κεφάλι μου επάνω καθούμενο,
εποπτεύει τα πάντα·
ένας άγγελος ζει στου σπαθιού μου τον αιθέρα
αυτοπροαιρέτως εκεί αμετάβλητος.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Από το βιβλίο: Πάμπλο Νερούδα, «Στα χθόνια δώματα», Εκδόσεις Ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2007, σελ. 22-23.

ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ GIORGIO GABER, ENZO JANNACCI, LINO TOFFOLO, OTELLO PROFAZIO & SILVERIO PISU


ADDIO, LUGANO BELLA


Addio, Lugano bella,
o dolce terra pia,
scacciati senza colpa
gli anarchici van via
e partono cantando/ colla speranza in cor.

Ed è per voi sfruttati,
per voi lavoratori,
che siamo ammanettati
al par dei malfattori;
eppur la nostra idea
non è che idea d'amor.

Anonimi compagni,
amici che restate,
le verità sociali da forti propagate:
è questa la vendetta
che noi vi domandiam.

Ma tu che ci discacci
con una vil menzogna,
repubblica borghese,
un dì ne avrai vergogna
ed oggi t'accusiamo
di fronte all'avvenir.

Banditi senza tregua,
andrem di terra in terra
a predicar la pace
ed a bandir la guerra:
la pace tra gli oppressi,
la guerra agli oppressor.

Elvezia, il tuo governo
schiavo d'altrui si rende,
di un popolo gagliardo
le tradizioni offende
e insulta la leggenda
del tuo Guglielmo Tell.

Addio, cari compagni,
amici luganesi,
addio, bianche di neve
montagne ticinesi,
i cavalieri errant
son trascinati al nord.

ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΣΤΟ ΕΝΑ ΜΑΤΙ...


PAUL ELUARD


[ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΑΙ]


Να κοιμάσαι
Με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
Μ' έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ' στα μαλλιά
Στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
Στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
Μέσ' απ' τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου
Πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
Γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

Και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.



Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης.
Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, «Δεύτερη γραφή», Ίκαρος, Αθήνα 1976, σελ. 72.

ΣΑΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ ΑΓΡΙΟ ΤΗΣ ΤΣΕΧΙΑΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ


ΠΡΩΙΝΗ Ή ΒΡΑΔΥΝΗ ΣΕΡΕΝΑΤΑ


Κάθε που πίνω απ’ την πηγή σου
κάτι μου καίει τον ουρανίσκο
ψάχνω στο φως, μα δεν σε βρίσκω
μες στην αδιάκοπη ροή σου

Στου κόσμου τις στοές χαμένη
μετράς τις πένθιμες βραγιές του
νά ’σai κορίτσι του Ηφαίστου
ή στάχτη από φωτιά σβησμένη

Δεν έπρεπε νά ’σουν φωτιά
μόνο ένα κρίνο του πελάγου
να σ’ αποκλείσω στη στεριά
με μοχθηρία αρχαίου μάγου

Τώρα τα γυάλινά σου μάτια
έχουν μιαν αίσθηση απορίας
σπασμένη σε μικρά κομμάτια
σαν κρύσταλλο άγριο της Τσεχίας

Δεν έπρεπε νά ’σουν ζωή
μόνο μια πεταλούδα χιόνι
να μου σκεπάζει την ψυχή
κι από το κρύο της να μη λυώνει



Στίχοι: Άλκης Αλκαίος.
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος.