Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

ΣΤΟΝ ΟΜΟΡΦΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΔΟΥΝΑΒΗ...



JOHANN STRAUSS Jr: AN DER SCHÖNEN BLAUEN DONAU
Ο Herbert von Karajan διευθύνει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης (1987).

ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΠΟΥ ΜΕΣ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΑΣΤΡΑΦΤΕΙ


ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ (1855-1913)


ΑΚΤΙΔΕΣ ΡΕΝΤΓΕΝ


Ζητώ να βρω τον φθόνο που μας φθείρει,
Την ηδονή που μές στο μάτι αστράφτει,
Της πρόσκαιρης χαράς μας το ελατήρι
Όπου δια μιάς το αίμα μάς ανάφτει.

Του στήθους μας να ιδώ το κοιμητήρι,
Που τους παλμούς τούς παιδικούς μας θάφτει,
Τον πόθο που στο κρίμα ευθύς μάς σύρει
Και στη χρυσή αρετή το μνήμα σκάφτει.

Όλα κινούνται κι όλα είναι μυστήριο,
Η βουβή τους λαλιά μάς είναι ξένη,
Μόνο ορατό μάς είναι το μαρτύριο.

Κι η δόλια μου ψυχή που λαχταρίζει,
Σε κόλαση φρικτή θαρρεί πως μπαίνει
Που ο Σατανάς χαρούμενος φωτίζει.



Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παλιγγενεσία», έτος ΛΣΤ΄, αριθμ. 10.485, την Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 1898, σελ. 2γ΄.

ΟΥΛΑΝΤ!




LUDWIG UHLAND (1787-1862)


DES DICHTERS ABENDGANG


Ergehst du dich im Abendlicht
(Das ist die Zeit der Dichterwonne),
So wende stets dein Angesicht
Zum Glanze der gesunknen Sonne!
In hoher Feier schwebt dein Geist,
Du schauest in des Tempels Hallen,
Wo alles heil`ge sich erschleußt
Und himmliche Gebilde wallen.

Wann aber um das Heiligthum
Die dunkeln Wolken niederrollen,
Dann ists vollbracht, du kehrest um,
Beseligst von dem Wundervollen.
In stiller Rührung wirst du gehn,
Du trägst in dir des Liedes Segen;
Das Lichte, das du dort gesehn,
Umglänzt dich mild auf finstern Wegen.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Elena Barolo.

ΚΕΛΑΗΔΟΥΣΑΝ


ΝΑΘΑΝΑΗΛ Ι. ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ (1865 – 1935)


ΤΕΤΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ


Τα ρόδινά σου εφίλησα τα χείλη,
χρυσής αγάπης ξέφρενο μεθύσι,
πόθου πληγές, τριαντάφυλλα του Απρίλη,
όλη η ζωή που κλειέται μες στη φύση,

μες στα φιλιά που πλήθια μάγια, φίλη,
μες στην ψυχή μας είχανε σκορπίσει,
το ολόθερμα που εδώκαμε το δείλι,
αφού είχαμε τον κόσμο λησμονήσει.

Τρεχούμενα νερά σαν το κρυστάλλι
μαζί με τα φιλιά μας κελαηδούσαν
κι εσκόρπιζαν τ’ απόκοσμά τους κάλλη

στους κύκνους που μ’ έν’ άσμα ξεψυχούσαν.
Λίγες ζωές που ξέρτε ν’ αγαπάτε,
τέτοιες στιγμές αιώνια τραγουδάτε.



Από το βιβλίο: Ναθαναήλ Ι. Δομενεγίνης, «Σονέττα», πρόλογος Γρηγορίου Ξενοπούλου, Αθήναι, Εκδότης: Ιωάννης Δ. Κολλάρος, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1920, σελ. 32.

ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ Ο ΕΛ ΤΣΑΤΣΟ ΣΑΝΤΑ ΚΡΟΥΣ



EL CHACHO SANTA CRUZ: EL ALMA DEL PAYADOR

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

ΓΙΟΥΠΑΝΚΙ Χ 2!



Ο ATAHUALPA YUPANQUI ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ATAHUALPA YUPANQUI: EL ÁRBOL QUE TU OLVIDASTE



Η SUMA PAZ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ATAHUALPA YUPANQUI


EL ÁRBOL QUE TU OLVIDASTE


El árbol que tú olvidaste siempre se acuerda de ti,
y le pregunta a la noche
si serás o no feliz.

El arroyo me ha contado
que el árbol suele decir:
quien se aleja junta quejas
en vez de quedarse aquí.

Al que se va par el mundo
suele sucederle así.
Que el corazón va con uno
y uno tiene que sufrir,
y el árbol que tú olvidaste
siempre se acuerda de ti.

Arbolito de mi tierra
yo te quisiera decir
que lo que a muchos les pasa
también me ha pasado a mi.

No quiero que me lo digan
pero lo tengo que oír:
quien se aleja junta quejas
en vez de quedarse aquí.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΛΑ ΦΕΡΡΙ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η GABRIELLA FERRI


UNA GITA A LI CASTELLI


Guarda che sole
ch'è sortito Nannì
che profumo de rose
de garofani e pansè.
Come tutto un paradiso
li Castelli so' accosì.
Guarda Frascati
ch'è tutto un sorriso
'na delizia, n'amore,
'na bellezza da incanta'.

Lo vedi, ecco Marino
la sagra c'è dell'uva
fontane che danno vino
quant'abbondanza c'è.
Appresso vi è Genzano
cor pittoresco Albano
su viett'a diverti'
Nannì Nannì.

Là c'è l'Ariccia
più giù c'è Castello
ch'è davvero un goiello
co' quel lago da incanta'.
E de fravole 'n profumo
solo a Nemi poi senti'.
Sotto quel lago
un mistero ce sta
de Tibberio le navi
con l'antica civiltà.

So meyo de la sciampagna
li vini de 'ste vigne
ce fanno la cuccagna
dar tempo de Noè.
Li prati a tutto spiano
so' frutte, vigne e grano
s'annamo a mette lì
Nannì, Nannì.

È sera e già le stelle
te fanno un manto d'oro
e le velletranelle
se mettono a canta'
se sente 'no stornello
risponde un ritornello
che coro vie' a senti'
Nannì, Nannì.

ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ


Νυχτερινό λιμάνι σιωπηλό, ερημωμένο.
Μαύρα, αραγμένα καΐκια, δίχως φώτα.
Μια μυρωδιά από πανάρχαιο, μουσκεμένο ξύλο,
από σκοινί και σίδερο. Μέσ’ από κάποιο αμπάρι
τινάχτηκαν θεοσκότεινες φωνές. Κι αμέσως
άναψε ο προβολέας του Τελωνείου. Στ΄άσπρο φέγγος
φάνηκαν πάνω στο κατάστρωμα οι δύο θερμαστές
να κουβαλούν ένα γυμνό, μαχαιρωμένο παλικάρι.


Σάμος, 28.VII.64



Από την ποιητική συλλογή «Επαναλήψεις, Α΄».
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 19.

ΖΩΡΖ ΕΝΕΣΚΟΥ: ΘΡΥΛΟΣ



GEORGES ENESCU: LÉGENDE

Andrew Bishop, Trumpet
Genevieve Bishop, Piano
Blanka Bednarz, Violin

Presser Hall Auditorium
Bethany College
November 20, 2001

ΜΑΧΟΜΑΙ ΜΟΝΟΣ


ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ


ΜΑΧΟΜΑΙ ΜΟΝΟΣ


Μισθοφόρος εντός των τειχών
του κάστρου των Ιπποτών αμύνομαι.
Αμύνομαι γενικώς.
Με ξεναγό τις εικόνες άλλων καιρών
και τα παιδικά μου όνειρα
διαπερνώ την οξείδωση
και φτάνω μέχρι τον πυρήνα.
Κι αίφνης μ’ ευχαρίστηση διαπιστώνω
ότι δεν είμαι μισθοφόρος.
Διαπιστώνω ότι αμύνομαι για να
υπερασπιστώ δικά μου πράγματα.
Μάχομαι έστω και μόνος.



Από το βιβλίο: Νίκος Μοσχοβάκος, «Πολυετής σβέση φανού», Μελάνι, Αθήνα 2008, σελ. 40.

ΑΝΤΟΝΙΟ ΜΠΟΤΤΟ!




ANTÓNIO BOTTO


[17 – SÊ JOVEM]

Sê jovem,
Jovem, apenas.
Não faças literatura
Nem ponhas o melancólico aspecto
De quem sabe
E se debruça
Nos abismos
Desta pobre humanidade
Tão vil e tão desgraçada!
Sê natural como as rosas
Que rebentaram ali nos canteiros do jardim,
— E sê jovem!,
Mas não queiras ser mais nada
Quando estás ao pé de mim.


Το υλικό της ανάρτησης μας το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Silvia Luna.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΠΡΟΥΝΟ ΛΑΟΥΤΣΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο BRUNO LAUZI


AMORE CARO AMORE BELLO


Sincera
come l'acqua di un fiume
di sera
trasparente eppur mi sembri nera
amore caro
amore bello
non ti voglio più.
Ho visto
cattedrali di luce nel cuore
troppo sole può fare morire
amore caro
amore bello
non ti voglio più.
Un uomo?... Ma chi è
non dire che assomiglia a me
le mani... non le ha
oppure sì
e poi cos'ha?
Io muoio
io se lascio te son solo
ma insieme a te
io vedo che un fantasma c'è.
Ma cosa accade
tu non parli e non piangi stasera
come un bimbo mi guardi severa
io soffro tanto
tanto ma tanto
non ci credi
eppure forse hai ragione
che strano
d'improvviso mi sento arlecchino
rido ballo e ti prendo per mano
amore caro
amore bello
amore mio.

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

ΜΠΕΝΙΑΜΙΝΟ ΤΖΙΛΙ: ΣΑΝΤΑ ΛΟΥΤΣΙΑ!



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο BENIAMINO GIGLI


SANTA LUCIA


Sul mare luccica l’astro d’argento.
Placida è l’onda. Prospero è il vento.
Sul mare luccica, l’astro d’argento.
Placida è l’onda. Prospero è il vento.
Venite all’agile, barchetta mia,
Santa Lucia, Santa Lucia.
Venite all’agile, barchetta mia,
Santa Lucia, Santa Lucia.

Con questo zeffiro, così soave,
Oh, com’è bello star sulla nave!
Con questo zeffiro, così soave,
Oh, com’è bello star sulla nave!
Su passegieri! Venite via!
Santa Lucia! Santa Lucia!
Su passegieri! Venite via!
Santa Lucia! Santa Lucia!

In fra le tende, bandir la cena
In una sera così serena,
In fra le tende, bandir la cena
In una sera così serena,
Chi non dimanda, chi non desia.
Santa Lucia, Santa Lucia.
Chi non dimanda, chi non desia.
Santa Lucia, Santa Lucia.

Mare si placida, vento si caro,
Scordar fa i triboli al marinaro,
Mare si placida, vento si caro,
Scordar fa i triboli al marinaro,
E va gridando con allegria,
“Santa Lucia! Santa Lucia!”
E va gridando con allegria,
“Santa Lucia! Santa Lucia!”

O dolce Napoli, o suol beato,
Ove sorridere volle il creato,
O dolce Napoli, o suol beato,
Ove sorridere volle il creato,
Tu sei impero dell’armonia,
Santa Lucia, Santa Lucia.
Tu sei impero dell’armonia,
Santa Lucia, Santa Lucia.

Or che tardate? Bella è la sera.
Spira un’auretta fresca e leggiera.
Or che tardate? Bella è la sera.
Spira un’auretta fresca e leggiera.
Venite all’agile, barchetta mia,
Santa Lucia, Santa Lucia.
Venite all’agile, barchetta mia,
Santa Lucia, Santa Lucia.



Στίχοι: T. Cottrau.
Μουσική: A. Longo.
Γράφτηκε το 1848.
Ηχογράφηση του 1949.

ΜΟΝΤΥ ΠΑΪΘΟΝ: ΕΛΛΑΣ - ΓΕΡΜΑΝΙΑ 1-0



ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΣ - ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ 1-0

Το γκόλ ο Σωκράτης στο 90.

ΛΑΛΟΥΝ Τ' ΑΗΔΟΝΙΑ


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΛΑΥΡΑΓΚΑΣ


ΛΑΛΟΥΝ Τ' ΑΗΔΟΝΙΑ


Λαλούν τ' αηδόνια και πλαντάζω,
ανθούν τα ρόδα και μεθώ,
το φεγγαράκι κουβεντιάζω
και μου 'ρχεται να τρελαθώ.

Μια μαγεμένη ανατριχίλα
με περιμένει κάθε αυγή,
θαρρώ πως βγάζω ανθούς και φύλλα
κι απλώνω ρίζες μες στη γη.

Μα ποιό μεθύσι και ποιό τρέλα
και ποιά ανοιξιάτικη χαρά
μοιάζει μ' αυτήν που θέλεις έλα
κι όλα τα νοιώθω μια φορά.

Η ΧΡΥΣΩΡΙΑ ΑΝΑΤΟΛΗ


ANNIBAL CARO (1507-1566)


ΧΑΡΑΥΓΕΣ


Γλυκιά χυνόταν γαλήνη στα καθάρια τα νερά
Κι αλαφρόπνοο έν’ αγέρι πέταγε με θρο στα φύλλα,
Ο αυγερινός στα ύψη χρυσοφέγγαε λαμπερά
Κι αχοπέταγμα ύμνου αγάπης σε στεριά και κύμα εκύλα.

Δροσοστάλαχτη η αυγούλα έσβυε τ’ άστρα στη σειρά
Και γνεφιών εξεδιαλούσε γύρω και βουνών μαυρίλα
Μες σ’ αντιφεγγιές χρωμάτων· κι εχυνόταν με χαρά
Στον αστραφτερό της δρόμο τ’ ουρανού η χρυσή καντήλα.

Ξάφνω μπρος μου άλλη χαράζει ροδοφώτιστη αυγή
Και προβαίν’ ήλιος καινούργιος φωτεινός και φλογοβόλος
Που η ολόπυρή του, καίει την καρδιά μου, αναλαμπή·

Στρέφω πίσω: βλέπω τώρα σκεπασμένη και θαμπή
–Συμπαθήστε με άγια φώτα, τ’ ουρανού που κλεί ο θόλος–
Κείνη π’ ανεχόρταστα είδα, τη χρυσώρια ανατολή.



Μετάφραση: Νάξιππος (= Θεόδωρος Μακρής;).
Δημοσιεύθηκε στον «Νουμά», τόμ. 3, αρ. 158, (7 του Τρυγητή 1905), σελ. 10.

ΤΖΟΚΟΝΤΑ ΜΠΕΛΛΙ!




GIOCONDA BELLI (1948)


ÁSPERA TEXTURA DEL VIENTO


Nacida de la selva me tomaste
arisca yegua para estribos y albardas.

Durante muchas noches
nada se oyó
sino el chasquido del látigo
el rumor del forcejeo
las maldiciones
y el roce de los cuerpos
midiéndose la fuerza en el espacio.

Cabalgamos por días sin parar
desbocados corceles del amor
dando y quitando,
riendo y llorando
-el tiempo de la doma
el celo de los tigres-

No pudimos con la áspera textura de los vientos.
Nos rendimos ante el cansancio
a pocos metros de la pradera
donde hubiéramos realizado
todos nuestros encendidos sueños.

ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ


Δ. ΜΥΡΙΝΟΣ


ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ


Ρυθμίσαμε τις δυό ψυχές μας στον βαθύ
της θάλασσας τον ήχο, προς το βράδυ.
Το βάρυπνον εσκόρπισε σκοτάδι
που νάρκωνε την ηδονή· τι έχει σταθεί

θριαμβευτής το Θέρος το πυρρόμαλλο
αγνάντι μας! Κι ολούθε μάς φλογίζει
η λάγνη φλόγα, και βαριά λυγίζει
τη θέλησή μας σε ρυθμόν ανώμαλο.

Γείρε, σαν κλώνο καρπερό, την κεφαλή
απάνω μου: είναι γλυκός ο κόπος.
Γείρε ολάκερη! η Λαγνεία μάς καλεί
π’ άναρχα ο νόμος της ανθίζει, όπως

άναρχα θάλλει,
της θάλασσας ο ύμνος στ’ ακρογιάλι.


Αλεξάντρεια



Από το περιοδικό «Γράμματα», Αλεξάνδρεια, τόμ. 1, αρ. 6 (1911), σελ. 181.

ΣΙΤΣΙΛΙΑΝΙΚΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ROSA BALISTRERI: 'A SIMINZINA

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

ΜΟΝΑΧΑ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ... - ΛΙΓΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ;!


Στον Π.Κ. με την αγάπη μου

UGO FOSCOLO


A ZACINTO


Né più mai toccherò le sacre sponde
ove il mio corpo fanciulletto giacque,
Zacinto mia, che te specchi nell'onde
del greco mar da cui vergine nacque

Venere, e fea quelle isole feconde
col suo primo sorriso, onde non tacque
le tue limpide nubi e le tue fronde
l'inclito verso di colui che l'acque

cantò fatali, ed il diverso esiglio
per cui bello di fama e di sventura
baciò la sua petrosa Itaca Ulisse.

Tu non altro che il canto avrai del figlio,
o materna mia terra; a noi prescrisse
il fato illacrimata sepoltura.


******************************


ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ


Πλιά στη ζωή δεν θα πατή το δύστυχο ποδάρι
τις άγιες όχθες που άγγιζα στα χρόνια τα χρυσά,
ώ ποθητή μου Ζάκυνθο, που πάντοτε με χάρη
στο κύμα καθρεφτίζεσαι, στα Ελληνικά νερά.

Η Αφροδίτη ολόλαμπρη από κει μέσα βγήκε
κ’ έκαμε με το γέλιο της γόνιμα τα νησιά,
οπού απερίγραφτα ο λαμπρός ο στίχος δεν αφήκε
τα νέφη σου τα διάφανα, τα δένδρα τα πυκνά,

του ποιητή που έψαλλε τη διάφορη εξορία,
της μοίρας τ’ άγρια κύματα, που το μικρό νησί
ο Οδυσσέας εφίλησε τρανός στη δυστυχία.

Απ’ το παιδί σου το άχαρο, ω μητρική μου γη,
μονάχα το τραγούδι του θάχης για συντροφιά.
σ’ εμένα η Μοίρα μού έγραψε αδάκρυτη ταφή.


Μετάφραση: Στέφανος Μαρτζώκης.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ: ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΠΛΑΤΕΙΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ: ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΠΛΑΤΕΙΑ

Νά 'σαι καλά, Μίχο, που μας το θύμισες!

ΜΟΝΑΧΑ ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΖΟΥΦΡΕΣ


ΤΟ ΝΗΣΑΚΙ


       Λες κι η θάλασα κοιμάται
       μες στης γης την αγκαλιά

              Σολωμός

Στην αγκαλιά της θάλασσας κοιμάται ένα νησάκι,
Είναι κατάφυτο από ιτιές, ιτιές που πάντα κλαίνε,
Στα γαλανά τα κύματα γλιστρούν μικρές βαρκούλες
Με τα λευκά τους τα πανιά σαν άσπρες πεταλούδες.
Μέσα στη μέση του νησιού είναι ένα μαύρο μνήμα
Που το σκεπάζουν οι ιτιές με τα χρυσά μαλλιά τους.
Πουλιά ποτέ δεν κελαηδούν, πουλιά φωλιές δεν κάνουν,
Μονάχα οι γλάροι στη νοτιά περνούν μοιρολογώντας.


Δημοσιεύθηκε στον «Νουμά», τόμ. 3, αρ. 154, 26 του Θεριστή 1905, σελ. 8.

Η ΑΛΙΚΗ ΚΑΓΙΑΛΟΓΛΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ



Η ΑΛΙΚΗ ΚΑΓΙΑΛΟΓΛΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ: Η ΞΑΝΘΟΥΛΑ

ΝΙΚΟΣ ΤΟΥΛΙΑΤΟΣ













ΝΙΚΟΣ ΤΟΥΛΙΑΤΟΣ: ΣΟΛΟ ΑΓΚΥΡΑ ΣΜΥΡΝΗ

ΧΟΥΑΝ Δ' ΑΡΙΕΝΣΟ ΚΑΙ ΑΡΜΑΝΤΟ ΛΑΒΟΡΔΕ


ΠΑΙΖΟΥΝ Ο JUAN D’ARIENZO Y SU ORQUESTA ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ARMANDO LABORDE


DE PURO CURDA


¡Che mozo! Sirva un trago más de caña,
yo tomo sin motivo y sin razón;
no lo hago por amor que es vieja maña,
tampoco pa'engañar al corazón.
No tengo un mal recuerdo que me aturda,
no tengo que olvidar una traición,
yo tomo porque sí... ¡de puro curda!
Pa'mi es siempre buena la ocasión.

Y a mi, qué me importa que diga la gente
que paso la vida en un mostrador.
Por eso no dejo de ser bien decente,
no pierdo mi hombría ni enturbio mi honor.
Me gusta y por eso, le pego al escabio,
a nadie provoco ni obligo jamás
y al fin, si tomando me hago algún daño,
lo hago conmigo... ¡De curda nomás!

Si un hombre pa'tomar un trago e'caña
precisa la traición de una mujer,
no es hombre, no se cura, no se engaña.
¡Es maula p'al sufrir y p'al perder!
Yo tengo bien templado el de la zurda
no tomo p'aguantar un tropezón,
yo tomo porque sí... ¡De puro curda!
Pa'mi es siempre buena la ocasión.



Μουσική: Carlos Olmedo.
Στίχοι: Abel Aznar.
Τάνγκο του 1957.
TV Uruguaya Canal 4 - - 1969

ΦΕΓΓΑΡΙΑΣΜΑ


ΚΛΗΜΗΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ (= ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ)


ΦΕΓΓΑΡΙΑΣΜΑ
(απόσπασμα από τον «Απολλώνιο»)


Στη σιωπή που θε ν’ αντήχα
κι αν εράγιζε μια τρίχα,
απ’ το άρωμα τό ’κρινα.

Στα νερά τ’ ασήμια
είδα απ’ τα καλαμόκρινα
την άνθινή του γύμνια

με τα μαλλιά του μάλαμα
–λέω, απ’ τα νεροκάλαμα–

στα χείλη έφερνε τ’ άμωμα,
θα τό ’δα και δεν τό ’δα,
μυστηριακό βαλσάμωμα
που υπονοούν τα ρόδα,
μα στα νερά τα γάργαρα
που έρεαν τα λιθομάργαρα,
αντήχησε ένα αηδόνι
και στου ρυθμού το πρόσταγμα
το ομοίωμα βαλσαμώνει
στων ρόδων το απόσταγμα


Πόλη



Από το περιοδικό «Γράμματα», Αλεξάνδρεια, Τόμ. 2, Αρ. 15 (1913), σελ. 101.

ΟΥΝΓΚΑΡΕΤΤΙ!




GIUSEPPE UNGARETTI (1888-1970)


COLORE D’OMBRA


1
Del colore dell’ombra
Si dipinge la sera
Interminabile per me
Da te lontana.
Occhi, cuore, anima pungolano
Quell’insistente desiderio
che vuole che ti chiami.

2
D’un colore d’ombra si velano
Cuore, anima ed occhi
Persi nella sera
D’attesa interminabile.

3
Ombra è il colore
Del cuore, degli occhi, dell’anima,
In un’attesa senza fine, persi.

4
Cuore, anima ed occhi,
Ombre nell’inoltrata notte, aspettano.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Diana N.

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

ΟΔΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


ΞΕΝΟΣ


    Αφιερώνεται στο Σπήλιο Πασαγιάννη
    που ευρίσκεται στην Κέρκυρα



– Ξένε ποιός είν’ ο τόπος σου και ποιό ’ναι τ’ όνομά σου;
– Κι αν είμαι ακόμα στ’ όνειρο, ξένος εγώ δεν είμαι.
Βλέπω γαλάζια ακρογιαλιά κι ελιές λιγνοϋφασμένες,
Βλέπω και κάστρο, στο γυαλί να πέφτει του πελάγου.
– Μα σε ποιό κάβον άραξε το τρεχαντήρι πού ’ρθες;
– Το πνίγει του νησιού το φως· μα κάλλιο εσύ προβόδα
Δείξε μου πού ’ν’ οι κήποι σας, πού ’ν’ τα χρυσά τα μήλα,
Και μη μου πεις για τις χαλκές του θείου Αλκίνοου σκύλλες,
Μα κράτησε του περβολιού το φύλακα για νά ’μπω
Και κεί σου λέω πώς λέγομαι και πώς στον τόπο ήρθα.
Κι έπειτα δείξε μου, ω καλή, τις αγιασμένες στράτες
Που ο Σολωμός συνήθαγε ν’ ακολουθάει τα βράδυα.



Δημοσιεύθηκε στον «Νουμά», τ. 3, αρ. 168 (16 του Οχτώβρη 1905), σελ. 10.

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΤΑΜΠΛΩ ΤΟΥ ΣΕΓΚΑΝΤΙΝΙ



ΠΑΝΟΣ ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ (1895-1931)


ΕΙΚΟΝΑ – ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ Σ.Π.


Στην αγκαλιά σου κράταγες μιαν αγκαλιά τα ρείκια
   και διάβαινες αργά το μονοπάτι,
με τα μαλλιά τα ολόξανθα σα χρυσαφένια φύκια
   ριγμένα τόσο αδιάφορα στην πλάτη.

Κι απ’ την πλαγιά που ανέβηκες, σε λίγο ροβολούσαν
   τα ποίμνια, κι οι βοσκοί, και τα τροκάνια,
τα λάλα κυπροκούδουνα γλυκά που αντιλαλούσαν
   στο πέρασμά Σου, μες απ’ τα ρουμάνια.

Κι είτανε σαν να πήγαινες κι Εσύ κατά τη στάνη
   – τόσο απαλή, γεμάτη καλοσύνη,
παιδί του λόγγου ως νά ’σουνε με ριγωτό φουστάνι
   σ’ ένα παλιό ταμπλώ του Σεγκαντίνι.

Βυτίνα Γορτυνίας, Αύγουστος 1922



Από τον «Νουμά», τόμ. 19, αρ. 766 (1922), σελ. 47.
Ο πίνακας είναι του Giovanni Segantini: "Ragazza che fa la calza".

ΝΤΟΝΑΤΕΛΛΑ ΜΠΙΖΟΥΤΤΙ!




DONATELLA BISUTTI


E TU CHE VIENI CON ANIMO PIAGATO


E' lungo il tempo dei tuoi miracoli Signore
ma essi si compiono sempre.
Tu sei la macina
che rivolge i mondi e polverizza le stelle.
Coloro che sono segnati dal segno della salvezza
facciano dentro di te la loro tana
la pazienza sia loro cometa.
Depongo la mia anima ai tuoi piedi
alla tua vista insostenibile.
Come lo specchio che specchia la luce
amarti è prendere forza dall'amore.
In te opererò i miei miracoli
perché l'Angelo si incarni nell'uomo.
Da te nascerà l'uomo regale
che attende dagli inizi
e si nutrirà di pane e miele.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η -εδώ πρώτη- εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Anahi Gonzales.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΠΑΤΡΙΤΣΙΑ ΜΠΑΡΜΠΕΡ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η PATRICIA BARBER: ORPHEUS

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

ΜΕΣ ΣΤΑ ΠΛΑΤΙΑ Τ' ΑΠΕΙΡΟΥ



ΝΑΞΙΠΠΟΣ (= ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΑΚΡΗΣ;)


ΑΣΤΕΡΙ – ΟΝΕΙΡΟ


Γύρω μου ελάμπαν τ’ άστρα τ’ ουρανού
Κι εφλίφλιζε απαλό το κύμα πλάι
Γοργό σαν το φτεράκιασμα του νου
Έν’ άστρο αεροπέταξε και πάει. –

Ησκιάστραψαν τ’ απόσκια του βουνού
Στο χρυσοσταλαγμένο του το πάει
Και μες στα πλάτια τ’ άπειρου, ενού
Ονείρου μου η πνοή το προβοδάει.

Κι εσμίχθηκαν κι εχάθηκαν τα δυό,
Μα ο ουρανός σαν πρώτ’ αστροντυμένος
Αντιφεγγάει στο πέλαο το στρωτό.

Μόνο που κάπου εχύθη σκοτεινιά,
Και κάποιος αχός πρόβαλε σβησμένος,
Κι ακούστη ένα παράπονο βαθιά.


Κέρκυρα



Δημοσιεύθηκε στον «Νουμά», τ. 3, αρ. 159 (14 του Τρυγητή 1905), σελ. 10.

ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΣΙΑΝΟ ΓΚΑΓΕΤΙ







Το πρωτάθλημα αρχίζει αύριο. Λόγοι ανώτεροι της θέλησής του δεν επιτρέπουν στον Λουσιάνο Γκαγέτι να δώσει "το παρών". Ο παιχταράς αυτός δεν θα ξαναπαίξει μπάλλα, αλλά αυτά που είδαμε να κάνει στον Θρύλο στα χρόνια που τίμησε την ερυθρόλευκη φανέλλα, φτάνουν για να μην τον ξεχάσουμε ποτέ.

ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΣΙΑΝΟ ΓΚΑΓΕΤΙ!!!

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΗ


ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ (1896-1958)


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΗ


Έλάτε, ω τόνοι, εντός μου, ρυθμισμένοι
στη βαθιά της ορχήστρας αρμονία.
Ελάτε, απλοί, ζευγαρωτοί, δεμένοι
στο πάθος, στη λαχτάρα, στη μανία,

στη γλυκιά της ζωής μας τυραννία,
στα φτερά της γαλήνης απλωμένοι –
και λεύτεροι, λυμένοι, λυγισμένοι,
πλάστε τη δακρυσμένη συμφωνία.

Στην τρικυμιά σας μέσα, ολαρμενίζει
με την ψυχή ανοιχτή – λευκό πανάκι,
ο ανθρώπινος καημός που σας φλογίζει.

Κι αν τώρ’ αμέτρητα στοιχιά και δράκοι
τον πόνο αντιφωνούν όλου του κόσμου
– α! πώς απολυτρώνεται ο δικός μου!

1915


Δημοσιεύθηκε στον «Νουμά», Τόμ. 16, Αρ. 611 (1918), σελ. 27.

ΜΟΝΤΑΛΕ!




EUGENIO MONTALE


ACCADE CHE LE AFFINITÀ D’ANIMA


Accade
che le affinità d’anima non giungano
ai gesti e alle parole ma rimangano
effuse come un magnetismo.
É raro ma accade. Può darsi
che sia vera soltanto la lontananza,
vero l'oblio, vera la foglia secca
più del fresco germoglio.
Tanto e altro può darsi o dirsi.
Comprendo la tua caparbia volontà di
essere sempre assente perché
solo così si manifesta la tua magia.
Innumeri le astuzie che intendo.
Insisto nel ricercarti nel fuscello
e mai nell'albero spiegato, mai nel pieno,
sempre nel vuoto: in quello che
anche al trapano resiste.
Era o non era la volontà dei numi
che presidiano il tuo lontano focolare,
strani multiformi multanimi animali domestici;
fors'era così come mi pareva
o non era. Ignoro se
la mia inesistenza appaga il tuo destino,
se la tua colma il mio che ne trabocca,
se l'innocenza é una colpa oppure
si coglie sulla soglia dei tuoi lari.
Di me, di te tutto conosco,
tutto ignoro.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Alyssa Milano.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ: ΤΑΜΠΑ ΤΟΥΜΠΑ

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ


ALBERT SAMAIN (1858-1900)



[ΕΙΣΑΙ ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΜΥΡΟΦΟΡΑ]

Είσαι θλιμμένη μυροφόρα
Που φέρνεις [τρ]ύπες στην ποδιά σου
Κι όμως στην τόση σου τη θλίψη
Δε στάλαξες τα δάκρυά σου.

Κάτι μαρμάρινο εσύ κρύβεις
Και κάτι αρχαϊκό σου μένει
Κι είσαι σα μια μοιρολογίστρα
Σε σαρκοφάγο σκαλισμένη.

Και σαν απομεινάρι αρχαίο
Όνειρο κάποιο ξεχασμένο
Μες στην καρδιά σου πάντα αφήνει
Το δάκρυ σου κρυσταλλωμένο

Είσαι θλιμμένη μυροφόρα
Μα ξέρω δάκρυα των ματιώ σου
Μια τραχηλιά μαργαριτάρια
Γύρω, τριγύρω στο λαιμό σου.



Μετάφραση: Απόστολος Μελαχρινός.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς», Τόμ. 1, Αρ. 59 (1903), σελ. 3.

ΣΑΝ Τ' ΟΥΡΑΝΟΥ ΤΟ ΧΡΩΜΑ


ANDRÉ CHÉNIER (1762-1794)


ΦΡΟΣΥΝΗ


Αχ! βλέπω πως δεν προσπαθούν ν’ αρέσουνε σ’ εμένα·
Η αδερφή μου είδε το φως πρωτύτερα από μένα.
Σαν κάποτε όμορφοι βοσκοί τριαντράφυλλο κρατούνε,
Σ’ εμένα αυτό χαρίζοντας, εκείνηνε κοιτούνε.
Σαν κάποτε παινεύονε τη λαμπερή μορφή μου,
«Να η ζωντανή σου ζουγραφιά» λένε στην αδερφή μου.
Γιατί μονάχα δώδεκα θέρους νά ’χω ιδωμένα;
Κανένας αγαπητικός δεν τραγουδάει για μένα·
Κανείς δεν θέλει να σκοτωθεί σαν κάνω αγάπη άλλη·
Μα καρτερώ. Φτάνει ο καιρός. Ξέρω πως έχω κάλλη,
Πως δεν μπορεί να βρεί κανείς κάλλη πιο ζηλεμένα
Από μιαν όψη στρογγυλή, πλούσια μαλλιά απλωμένα,
Μαργαριτάρια δυό σειρές σ’ ένα μικρούλι στόμα
Και μάτια καταγάλανα σαν τ’ ουρανού το χρώμα.



Μετάφραση: Ν[ίκος] Χαντζάρας.
Από το περιοδικό «Ο Νουμάς», τ. 5, αρ. 248, 20 Μαΐου 1907, σελ. 6.



***********************


EUPHROSYNE


Ah ! ce n’est point à moi qu’on s’occupe de plaire.
Ma soeur plus tôt que moi dut le jour à ma mère.
Si quelques beaux bergers apportent une fleur,
Je sais qu’en me l’offrant ils regardent ma soeur ;
S’ils vantent les attraits dont brille mon visage,
Ils disent à ma soeur : « C’est ta vivante image. »
Ah ! pourquoi n’ai-je encore vu que douze moissons ?
Nul amant ne me flatte en ses douces chansons ;
Nul ne dit qu’il mourra si je suis infidèle.
Mais j’attends. L’âge vient. Je sais que je suis belle.
Je sais qu’on ne voit point d’attraits plus désirés
Qu’un visage arrondi, de longs cheveux dorés,
Dans une bouche étroite un double rang d’ivoire,
Et sur de beaux yeux bleus une paupière noire.

ΑΛΝΤΑ ΜΕΡΙΝΙ!




ALDA MERINI (1939-2009)


A TUTTE LE DONNE


Fragile, opulenta donna, matrice del paradiso
sei un granello di colpa
anche agli occhi di Dio
malgrado le tue sante guerre
per l'emancipazione.
Spaccarono la tua bellezza
e rimane uno scheletro d'amore
che però grida ancora vendetta
e soltanto tu riesci
ancora a piangere,
poi ti volgi e vedi ancora i tuoi figli,
poi ti volti e non sai ancora dire
e taci meravigliata
e allora diventi grande come la terra
e innalzi il tuo canto d'amore.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εδώ πρώτη εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Carolina Ardohain.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΑΝΟΣ ΓΑΒΑΛΑΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΑΝΟΣ ΓΑΒΑΛΑΣ: ΣΗΚΩ ΠΑΝΩ, ΚΑΤΣΕ ΚΑΤΩ

"ΛΗΘΗ" ΜΕ ΤΟΝ ΤΣΑΡΛΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΚΟΓΕΝΕΤΣΕ





ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο CHARLO ΚΑΙ Ο ROBERTO POLACO GOYENECHE


OLVIDO


Si pensara alguna vez en lo que fui
no tendría ni la fuerza de vivir...
Pero yo sé que hay que olvidar
y olvido sin protestar.
En la obscura caravana de dolor
de los hombres que perdieron el hogar,
sin blasfemar, sin un rencor,
voy solo con mi canción.

Nadie pregunta
lo que he sido en el pasado,
si fui rico, si fui honrado,
si hubo sedas en mi cuna.
A nadie importa
quién soy yo, de donde vengo,
y si alguno se me acerca
me pregunta cuánto tengo...
Miran los trapos
que delatan mi pobreza de hoy
y en esos trapos lee la gente
cuánto valgo y quién soy...
Pero no importa,
para mí que lo he vivido,
yo sé todo lo que he sido,
lo que nunca más seré...

Es por eso que mi boca no dirá
el secreto de un pasado que perdí...
Fui gran señor, creo en un Dios
que a veces me niega el pan...
Y en la obscura caravana de dolor
de los hombres que perdieron el hogar,
sin blasfemar, sin un rencor,
voy solo con mi canción.



Μουσική: Luis Rubistein.
Στίχοι: Luis César Amadori.
Τάνγκο του 1935.

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

ΛΟΥΙ ΝΤΥΣΟΖΑΛ!


LOUIS DUCHOSAL (1862-1901)


SUR UNE ANCIENNE ESTAMPE


A Valentin Girod

Une confusion de sons, de feux et d'ailes,
Où flottent des parfums de lys et d'orangers ;
Une Vierge s'avance à pas fins et légers
Sous un chapeau fleuri de claires asphodèles.

Un doux peuple d'enfants heureux de se voir nus,
S'ébat dans la rivière où la lumière éclate,
Et le vent langoureux, à la nue écarlate,
Porte comme un encens de rires ingénus.

Le Printemps à sa fête ineffable convie,
Mais, dans l'herbe, un vieux crâne où du lierre se tord
Montre un large rictus : on dirait que la Mort
A mis sa griffe au bas du tableau de la Vie.

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΠΟΥ ΠΡΩΤΟΛΕΕΙ Η ΝΙΟΤΗ


ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ


ΠΑΤΙΝΑΔΑ


Τώρα που η νύχτα πύκνωσε και γέρνει το φεγγάρι
που ένα αγόρι ξαγρυπνάει για το χατήρι σου,
που το σκοτάδι η γης φορεί κι ο ουρανός τη χάρη,
έβγα φεγγαροπρόσωπη στο παραθύρι σου.

Έβγα και γλυκοπότισε λουλούδια μαραμένα,
κι αν έχεις στάλα πονεσιά μες την καρδούλα σου,
λυπήσου με, και δόστηνα σε χείλη διψασμένα,
ν' αναστηθώ σα λούλουδο με τη δροσούλα σου.

Η θάλασσα τη γης φιλάει και τις ιτιές τ' αγέρι,
κι εγώ μονάχα δε φιλώ τα δυο χειλάκια σου,
με χίλια αστέρια ο ουρανός, κι εγώ χωρίς αστέρι,
σκοτάδι η γης, κι εγώ χωρίς τα δυο ματάκια σου!

Κατέβα και περπάτησε, νεράιδα μες τα σκότη,
και μίλησέ μου να θαρρώ πως αναστήθηκα,
πές μου τα λόγια τα γλυκά που πρωτολέει η νιότη,
κι ας αποθάνω ακούγοντας πως αγαπήθηκα.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΙΟ ΜΙΓΙΑΝ ΜΕΔΙΝΑ: Η ΠΕΤΣΙΝΗ ΜΠΑΛΛΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο MARIO MILLAN MEDINA


LA PELOTA DE CUERO


Tenemos bien escondido
En un islote de la ibera,
Una gran base espacial
Oculta de los espias.

Una horqueta de niandubay
Que nos llenara de gloria
Tiraremos el ondazo
Mas potente de la historia!

Con esa gomera grandota
Tirada por cinco mulas,
En una pelota de cuero
Mandamo tre gaucho a la luna.

Tunicho y cresencio reguera,
El bigotudo y candoroso laguna.
Entre revuelo de poncho y melena
La pelota de cuero va llegando a la luna...

Ο ΜΕΓΑΣ ΧΟΥΑΝ Δ' ΑΡΙΕΝΣΟ ΚΑΙ Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ



Ο JUAN D’ARIENZO Y SU ORQUESTA ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΗ LOCA

ΜΑΡΙΑ ΛΟΥΙΖΑ ΣΠΑΤΣΙΑΝΙ!




MARIA LUISA SPAZIANI (1924)


ANDARE A DESTRA, A SINISTRA


Andare a destra, a sinistra. Scendere e salire.
Resta la direzione obliqua, anche lei deludente.
Ci vorrebbe altro spazio, un’altra dimensione.
Perché resta l’anelito, se tutto è poi vietato?

...La formula del giglio saprei là, e la forza
oscura che lo anima come anima me.
E saprei perché esiste la massima illusione,
fascio di luce, amore, di cui oggi ti avvolgo.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εδώ -πρώτη εικονιζόμενη- φίλη του ιστολογίου κ. Carmela de Cesare.

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

ΔΥΣΚΟΛΑ ΤΑ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ!


ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: "Δεν υπάρχει δίλλημα για μας μεταξύ αγοράς και κράτους. Στόχος μας είναι να βάλουμε και την αγορά και το κράτος στην υπηρεσία του πολίτη."
Πηγή: http://government.gov.gr/2010/08/23/1691/

Εννοείται ότι δεν μπαίνουμε στον κόπο καν να σχολιάσουμε... αλήθεια τί να σχολιάσουμε (;!), όταν λίγο παρακάτω λέει το φοβερό και τρομερό "Μπορούμε να εξαλείψουμε τον αναλφαβητισμό, ψηφιακό και συμβατικό".

ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ Ο ΚΙΚΕ ΒΟΛΦ: "ΤΑΝΓΚΟ ΚΑΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ"



ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ Ο QUIQUE WOLFF


TANGO Y FÚTBOL


¿Cómo vas a saber lo que es el amor?
Si nunca te hiciste hincha de un club
¿Cómo vas a saber lo que es el dolor?
Si jamás un zaguero te rompió la tibia y el peroné
y estuviste en una barrera y la pelota te pegó justo ahí…

¿Cómo vas a saber lo que es el placer?
Si nunca diste una vuelta olímpica de visitante
¿Cómo vas a saber lo que es el cariño?
Si nunca la acariciaste de chanfle
entrándole con el revés del pie
para dejarla jadeando bajo la red

¡¡Escúchame!!,
¿Cómo vas a saber lo que es la solidaridad?
Si jamás saliste a dar la cara
por un compañero golpeado desde atrás

¿Cómo vas a saber lo que es la poesía?
Si jamás tiraste una gambeta
¿Cómo vas a saber lo que es la humillación?
Si jamás te metieron un caño

¿Cómo vas a saber lo que es la amistad?
Si nunca devolviste una pared
¿Cómo vas a saber lo que es el pánico?
Si nunca te sorprendieron mal parado en un contragolpe

¿Cómo vas a saber lo que es morir un poco?
Si jamás fuiste a buscar la pelota dentro del arco

¡Decime viejo!
¿Cómo vas a saber lo que es la soledad?
Si jamás te paraste bajo los tres palos,

a doce pasos de uno que te quería fusilar
y terminar con tus esperanzas

¿Cómo vas a saber lo que es el barro?
Si nunca te tiraste a los pies de nadie
Para mandar una pelota sobre un lateral

¿Cómo vas a saber lo que es el egoísmo?
Si nunca hiciste una de más
cuando tenias que dársela,
al nueve que estaba solo

¿Cómo vas a saber lo que es el arte?
Si nunca, pero nunca inventaste una rabona
¿Cómo vas a saber lo que es la música?
Si jamás cantaste desde la popular

¿Cómo vas a saber lo que es la injusticia?
Si nunca te saco tarjeta roja, un referí localista
Decime, ¿Cómo vas a saber lo que es el insomnio?
Si jamás te fuiste al descenso

¿Cómo, cómo vas a saber lo que es el odio?
Si nunca hiciste un gol en contra
¿Cómo, pero cómo vas a saber lo que es llorar?
Si llorar, si jamás perdiste una final de un mundial
sobre la hora con un penal dudoso

¿Cómo vas a saber querido amigo?
¿Cómo vas a saber lo que es la vida?
Si nunca, jamás jugaste al fútbol

Η ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ









Η ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ ΔΙΑΒΑΖΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ

ΧΟΣΕ ΜΑΡΙΑ ΒΑΛΒΕΡΔΕ!




JOSÉ MARÍA VALVERDE (1926-1996)


CUANDO VENGAS, COGIÉNDOTE LA MANO


Cuando vengas, cogiéndote la mano,
volveré a recorrer mi historia muerta;
pasaremos la misteriosa puerta
que guarda mi cadáver cotidiano.

Iremos por las viejas avenidas
del parque de mis sueños, por mi infancia
de pasillos en sombra... Y tu fragancia
cerrará allí sus prístinas heridas.

¡Cómo me besarás en el pasado
cuando beses allí la pura frente
del fantasma de un niño pensativo!

Verás mi origen, para ti guardado,
que me puedes curar, tú solamente,
de todo lo que fue, el dolor aún vivo.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Tasha de Vasconcelos.

Ο ΘΕΜΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ



ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΛΑ ΒΑΡΥ




Ο ΤΑΡΖΑΝ

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΑ Τ. Φ.


ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ (1866-1937)


ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΑ Τ. Φ.


Τ’ αηδόνια και οι κορυδαλλοί της έμμορφης Βερώνας
Δεν σ’ εξυπνήσαν μιαν αυγήν εις του Ρωμαίου τα στήθη,
Του Οθέλλου τους ερωτικούς δεν γνώρισες τυφώνας,
Και από σένα ο Κάλιμπαν, το τέρας, δεν νικήθη.

Μα στα μεγάλα μάτια σου της Δεσδαιμόνας κλείνεις
Την τρομασμένη προσευχή, τη φλόγα της Ιουλίας,
Και της Μιράντας γύρω σου τα θεία μάγια χύνεις...
Το μέτωπόν σου η πνοή φιλεί της τραγωδίας!


Από το περιοδικό «Ημερολόγιον του Σκόκου», Τόμ. 13 (1898), σελ. 186.

Η ΑΝΝΑ ΝΕΤΡΕΜΠΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΑΝΤΟΝΙΝ ΝΤΒΟΡΖΑΚ: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ



Η ANNA NETREBKO ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ANTONÍN DVOŘÁK


MĚSÍČKU NA NEBI HLUBOKÉM


Měsíčku na nebi hlubokém
světlo tvé daleko vidím.
Po světe bloudíš širokém,
dívás se v příbytky lidí.
Po světe bloudíš širokém,
díváš se v příbytky lidí.
Měsíčku postůj chvíli,
pověz mi, pověz,
kde je můj milý.
Měsíčku postůj chvíli,
pověz mi, pověz,
kde je můj milý.
Vzkaž ty mu stříbrný měsíčku,
mé že jej objímá rámě,
aby si alespoň chviličku,
vzpomenul tu a tam na mne,
aby si alespoň chviličku,
vzpomenul tu a tam na mne.
Měsíčku po nebi pluj
s mým poselstvím,
že jeho osud
je dnes osudem i mým.
Zasviť mu do dodaleka,
nocí, nocí pluj,
řekni mu řekni,
kdo že jej čeká.
Zasviť mu do dodaleka,
nocí, nocí pluj,
řekni mu řekni,
kdo že jej čeká.



Από την όπερα "Rusalka".

ΑΜΕΛΙΑ ΡΟΣΣΕΛΛΙ!




AMELIA ROSSELLI (1930-1996)


I FIORI VENGONO IN DONO E POI SI DILATANO


I fiori vengono in dono e poi si dilatano
una sorveglianza acuta li silenzia
non stancarsi mai dei doni.
Il mondo è un dente strappato
non chiedetemi perché
io oggi abbia tanti anni
la pioggia è sterile.
Puntando ai semi distrutti
eri l’unione appassita che cercavo
rubare il cuore d’un altro per poi servirsene.
La speranza è un danno forse definitivo
le monete risuonano crude nel marmo
della mano.
Convincevo il mostro ad appartarsi
nelle stanze pulite d'un albergo immaginario
v’erano nei boschi piccole vipere imbalsamate.
Mi truccai a prete della poesia
ma ero morta alla vita
le viscere che si perdono
in un tafferuglio
ne muori spazzato via dalla scienza.
Il mondo è sottile e piano:
pochi elefanti vi girano, ottusi.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εδώ πρώτη εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Alejandra Rapozo.