Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

ΠΑΙΖΕΙ Ο ΡΟΜΠΥ ΛΑΚΑΤΟΥΣ


ΠΑΙΖΕΙ Ο ROBY LAKATOS: CHÁRDÁS

ΣΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΠΑΛΙΩΝ ΗΛΙΟΓΕΡΜΑΤΩΝ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ


ΑΠΟΨΕ ΠΟΥ ΕΡΜΗ ΝΙΩΘΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ...


Απόψε που έρμη νιώθω την καρδιά
στον κήπο μου έχω πάει να σε συντύχω.
Έχω αφανίσει τη ζωή για νά ’ρθεις
σε άρωμα ανθιών ή σε αρμονίας ήχο.

Των ταφλανιών τα φύλλα εμούσκεψε
μια μνημοσυνική ψιχάλα.
Σιμοτινό τα φέρνει αποχαιρέτισμα
ο σπαραγμός που εκρέμασεν η στάλα.

Γυρίζω εδώ που τόσο σε ονειρεύτηκα,
να βρω κάτι δικό σου.
Σωριάζει η θλίψη κάθε φούντωμα.
Ως ίσκιος στ’ όνειρό μου απλώσου.

Τα μάτια σου απ’ τα όνειρα βαρύσκιωτα
μες στην ψυχή μου κλαίνε. Λιώνω.
Το δειλινό τους ίσκιους ως παράτεινε
πίνει το ξενιτέματος τον πόνο...

Για αν χινοπωριάσω τα δεντρά
σκορπίζω την ψυχή μου για όνειρά των.
Τώρα βαρύπνοη η ενθύμηση που επίκρανε,
σα φάντασμα παλιών ηλιογερμάτων.

Η ΛΥΣ ΓΚΩΤΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΕΝΑ ΡΩΣΣΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η LUS GAUTY: LES DEUX GUITARES

ΚΗΤΣ!




JOHN KEATS (1795-1821)


LA BELLE DAME SANS MERCI

Ah, what can ail thee, wretched wight,
Alone and palely loitering;
The sedge is wither'd from the lake,
And no birds sing.

Ah, what can ail thee, wretched wight,
So haggard and so woe-begone?
The squirrel's granary is full,
And the harvest's done.

I see a lily on thy brow,
With anguish moist and fever dew;
And on thy cheek a fading rose
Fast withereth too.

I met a lady in the meads
Full beautiful, a faery's child;
Her hair was long, her foot was light,
And her eyes were wild.

I set her on my pacing steed,
And nothing else saw all day long;
For sideways would she lean, and sing
A faery's song.

I made a garland for her head,
And bracelets too, and fragrant zone;
She look'd at me as she did love,
And made sweet moan.

She found me roots of relish sweet,
And honey wild, and manna dew;
And sure in language strange she said,
I love thee true.

She took me to her elfin grot,
And there she gaz'd and sighed deep,
And there I shut her wild sad eyes--
So kiss'd to sleep.

And there we slumber'd on the moss,
And there I dream'd, ah woe betide,
The latest dream I ever dream'd
On the cold hill side.

I saw pale kings, and princes too,
Pale warriors, death-pale were they all;
Who cry'd--"La belle Dame sans merci
Hath thee in thrall!"

I saw their starv'd lips in the gloam
With horrid warning gaped wide,
And I awoke, and found me here
On the cold hill side.

And this is why I sojourn here
Alone and palely loitering,
Though the sedge is wither'd from the lake,
And no birds sing.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Claire Aubin.

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

ΩΣΠΟΥ ΕΣΒΗΣΤΗ


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΣΕ ΜΙΑ ΠΗΓΗ ΟΠΟΥ ΑΝΗΦΟΡΙΖΕ Η ΛΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΟΤΑΝΕ


Πηγή χρυσή, πηγή καθάρια – που για σένα μόνοι
κρουνοί είν’ της όψης μου οι δύο υδρίες, απ’ όπου μαθαίνεις
ποτάμι νά ’σαι και με ορμή πολλή να κατεβαίνεις
τα δάκρυα κουβαλώντας που μού γέννησαν οι πόνοι... –

το ψύχος τα νεράκια σου αν σού ψευτοκρυσταλλώνει,
με τους λυγμούς μου για τη Λίση πιάν’ να τα θερμαίνεις,
κι ας είσουν άπονη στη θλίψη μου (και άπονη μένεις),
κι ας είμ’ εγώ ο λόγος που το ρεύμα σου φουσκώνει.

Μονίμως σύ εφειδόσουν τη μορφή της, ώσπου εσβήστη·
τα δάκρά μου ξόδευα χαλάλι στα νερά σου:
στη Λίση εχάριζα την πιο βαθιά ψυχή και πίστη.

Πικρές, κουφές, τεταραγμένες, βίαιες –αχ, γειά σου! –
τις θάλασσες καλούσα, και όχι αυτό που εδώ μού ορίστη,
στ’ αγνά, γλυκά και υπέροχα καθάρια νάματά σου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΩΡΑ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΩ


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν έχετε δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα.

Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Η ΜΑΡΙΦΕ ΛΑ ΤΡΙΑΝΑ ΚΑΙ Η ΕΣΤΡΕΓΙΤΑ ΚΑΣΤΡΟ





Η MARIFÉ LA TRIANA ΚΑΙ Η ESTRELLITA CASTRO ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


LIMÓN LIMONERO


A los pies de un limonero florecio
una noche que en mi vida olvidaré
aun mocito pinturero y presumido
temblorosa mis quereres le entregué.

Yo creí en su juramento, yo crei en su falsedad
y ahoga la tormenta de mirarme abandoná.

Y a la sombra de aquel limonero
que un día dichosa me vió sonreir,
desojando una a una mis penas
igual que una rosa le canto yo asi:

Limonero,
¡Ay limón, limonero!
A tu vera me dijo un mocito,
falso y embustero
'Como a nadie en el mundo he querío,
Serrana te quiero',

¡Ten piedad de mi, Calma mi dolor!
¡Ay limón, limonero!,
Limonero mío de mi corazón.

Por caminos sembraitos de esas sales
con la cruz de mi dolor me heche a rodar,
y ahogaita por la hiel de mis pesares
no consigo yo olvidar su charramá.

Pero al cabo de los años
lo ha castigaito Dios
que otra hembra lo traicionara
como a mi me traicionó.

Y a la sombra de aquel limonero
que fue florecío y el viento secó,
hoy le he visto llorando a mi vera
por un desengaño, lo mismo que yo.

Limonero,
¡Ay limón, limonero!
A tu vera me dijo un mocito,
falso y embustero
'Como a nadie en el mundo he querío,
Serrana te quiero',

¡Ten piedad de mi, Calma mi dolor!
¡Ay limón, limonero!,
Limonero mío de mi corazón.

ΑΛΦΟΝΣΟ ΓΚΑΤΤΟ!




ALFONSO GATTO (1909-1976)


POTREBBERO DIRTI MORTA


I tuoi occhi son come la giovinezza
grandi, perduti, lasciano il mondo.
Potrebbero dirti morta senza rumore
e incamminare sui tuoi occhi il cielo,
passo a passo, seguendo l'alba.
Tu sei l'amore da portare in braccio
di corsa sino al vento, sino al mare,
e dirti fredda da scaldare al fuoco
e dirti triste coi capelli neri
da pettinare eternamente, è come
deporti nel silenzio, starti accanto
udendo l'acqua battere alle rive.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Laetitia MILOT.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΟΤΤΑΒΙΟ ΜΠΟΥΟΝΟΜΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο OTTAVIO BUONOMO: 'CALIPPESE NAPULITANO

ΣΤΗΝ ΚΑΛΗ ΤΗΣ ΩΡΑ


ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ


ΠΑΤΡΙΔΑ


Πάλε φυσάει της άνοιξης τ’ αγέρι
Στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,
Σα νύφ’ η γη, πώχει άμετρ’ άνθη προίκα,
Λάμπει, ενώ σβηέται της αυγής τ’ αστέρι.

Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι,
Εδώ βουίζει μέλισσα, εκεί σφήκα∙
Τη φύση στην καλή της ώρα ευρήκα,
λαχταρίζει η ζωή σ’ όλα τα μέρη.

Κάθε μοσκοβολιά και κάθε χρώμα,
Κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει
Πόθο στα φυλλοκάρδια μου κ’ ελπίδα

Να σου ξαναφιλήσω τ’ άγιο χώμα,
Να ξαναϊδώ και το δικό σου Μάη,
΄Ομορφή μου, καλή, γλυκειά Πατρίδα!

Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΓΙΩΡΓΟ ΖΑΜΠΕΤΑ



ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ: ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥ

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

ΣΑΤΙΡΙΚΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΙΤΑΛΙΚΑ


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ
(Για τον δεττόρο Ροΐδη. Με ρίμες υποχρεωτικές.)


Κι αφού θα σού ’χει ο Θάνατος συντρίψει το βρεγματικό,
μπάς και του επιστητού μπορέσει το άπαν να σου αρπάξει,
το μέρος σου το αχάλαστο θ’ ανέβει στο μελωδικό
βουνό, το δίκορφο, την αφθαρσία να τηράξει.

Βουβά θά ’ν’ όλα τότε: σε κανένα δέντρο το γλυκό
τ’ αγέρι κάν φυλλαράκι δεν θε νά ταράξει,
κι η κάθε Μούσα, σοβαρή ή γελοία, θά ’χει ξαφνικό
καημό να σε τιμήσει... δεόντως να σε κατατάξει.

Του Ποιητή του ανώτατου, των πάντων εκλαμπρότατου,
σα δεις στα μάτια σου μπροστά το φθονερό κουφάρι,
να σκύψεις, αδερφέ, και να του πεις εισέ τα ώτα του:

«Τα πνεύματα όλα κοίτα πώς σα βόδια κουτουλίζονται,
μιάς και η έλευσίς σου μήκωνος ληθαίας έχει χάρη·
να σε θωρούν δεν θέν, Θεέ, γι’ αυτό αυτοστραγγαλίζονται.»



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΟΥ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑΤΟΣ ΠΕΡΑΤΩΘΕΝΤΟΣ


ΝΙΚΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ


ΟΙ ΠΟΙΚΙΛΜΟΙ, ΙΓ΄
εκ της καθημερινής ζωής


Περί το θέρος, του Πρωταθλήματος περατωθέντος
ιδανικά ονόματα λατινικής καταγωγής πλανώνται
αριθμοί αβέβαιοι, θερμοκρασία τεταμένη
συνδιαλέξεις υπεραστικαί, εν γένει νευρικότης
μετακινήσεις των υπό μεταγραφήν
έως απαγωγαί καλώς σκηνοθετημέναι
ο καιρός επείγει: κατάθεσις των δελτίων
υπό την μυθικήν βοήν του Πακτωλού
αρμόδιοι, παίκται, κοινόν αντιμετωπίζουν το κενόν.



Από την ποιητική συλλογή «Οι ποικιλμοί» (1979-80).
Από το βιβλίο: Νίκος Λεβέντης, «Κομιδή», Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1987, σελ. 157.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε στις 18 Απριλίου 2010 έξω από το Γήπεδο "Γεώργιος Καραϊσκάκης".

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΑΚΑΡΕΝΑ ΔΕΛ ΡΙΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MACARENA DEL RÍO


SOMBRA DE MI SOMBRA


Eras mi delirio, eras mi pasión,
y te camelaba por las cuatro esquinas
de mi corazón.
Me olia tu cuerpo a trigo y clavel
y en tu boca roja como una granada
saciaba mi sed.
Primeros de mayo, últimos de abril,
con otra persona, que más te gustaba,
te fuiste de mí, te fuiste de mí.

Sombra de mi sombra,
pena de mi pena,
como echo de menos,
cuando estoy a solas,
tus carnes morenas,
tus brazos de hombre,
tus muslos de trigo,
que en la noche negra de mi desventura,
ya no están conmigo,
ya no están conmigo.
Paso por tu culpa fatigas de muerte,
ay, ay, ay, fatigas de muerte,
porque tengo en vilo
la raíz del alma.
Sombra de mi sombra,
pena de mi pena,
de tanto quererte,
de tanto quererte.

Dentro de mi casa vivo sin vivir,
y cuando recuerdo tus ojos de luto,
me quiero morir,
y a los cuatro vientos,
grito mi verdad,
y al ver que no vienes,
como una chiquilla,
me pongo a llorar.
Me duelen las venas,
la sangre al correr,
y se me deshace la cal de mis huesos
de tanto querer, de tanto querer.

Sombra de mi sombra,
pena de mi pena,
como echo de menos,
cuando estoy a solas,
tus carnes morenas,
tus brazos de hombre,
tus muslos de trigo,
que en la noche negra de mi desventura,
ya no están conmigo,
ya no están conmigo.
Paso por tu culpa fatigas de muerte,
ay, ay, ay, fatigas de muerte,
porque tengo en vilo
la raíz del alma.
Sombra de mi sombra,
pena de mi pena,
de tanto quererte,
de tanto quererte.

Tus brazos de hombre,
tus muslos de trigo,
que en la noche negra de mi desventura,
ya no están conmigo,
ya no están conmigo.
Paso por tu culpa fatigas de muerte,
ay, ay, ay, fatigas de muerte,
porque tengo en vilo
la raíz del alma.
Sombra de mi sombra,
pena de mi pena,
de tanto quererte,
de tanto quererte.


Παρμένο από το ιστολόγιο La poesia de la Copla.

ΠΩΛ ΜΑΛΝΤΟΥΝ!




PAUL MULDOON (1951)


COWS


Even as we speak, there's a smoker's cough
from behind the whitethorn hedge: we stop dead in our tracks;
a distant tingle of water into a trough.

In the past half-hour—since a cattle truck
all but sent us shuffling off this mortal coil—
we've consoled ourselves with the dregs

of a bottle of Redbreast. Had Hawthorne been a Gael,
I insist, the scarlet A on Hester Prynne
would have stood for "Alcohol."

This must be the same truck whose taillights burn
so dimly, as if caked with dirt,
three or four hundred yards along the boreen

(a diminutive form of the Gaelic bóthar, "a road,"
from bó, "a cow," and thar
meaning, in this case, something like "athwart,"

"boreen" has entered English "through the air"
despite the protestations of the O.E.D.):
why, though, should one taillight flash and flare

then flicker-fade
to an afterimage of tourmaline
set in a dark part-jet, part-jasper or -jade?

That smoker's cough again: it triggers off from drumlin
to drumlin an emphysemantiphon
of cows. They hoist themselves onto their trampoline

and steady themselves and straight away divine
water in some far-flung spot
to which they then gravely incline. This is no Devon

cow-coterie, by the way, whey-faced, with Spode
hooves and horns: nor are they the metaphysicattle of Japan
that have merely to anticipate

scoring a bull's-eye and, lo, it happens;
these are earth-flesh, earth-blood, salt of the earth,
whose talismans are their own jawbones

buried under threshold and hearth.
For though they trace themselves to the kith and kine
that presided over the birth

of Christ (so carry their calves a full nine
months and boast liquorice
cachous on their tongues), they belong more to the line

that's tramped these cwms and corries
since Cuchulainn tramped Aoife.
Again the flash. Again the fade. However I might allegorize

some oscaraboscarabinary bevy
of cattle there's no getting round this cattle truck,
one light on the blink, laden with what? Microwaves? Hi-fis?

Oscaraboscarabinary: a twin, entwined, a tree, a Tuareg;
a double dung-beetle; a plain
and simple hi-firing party; an off-the-back-of-a-lorry drogue?

Enough of Colette and Céline, Céline and Paul Celan:
enough of whether Nabokov
taught at Wellesley or Wesleyan.

Now let us talk of slaughter and the slain,
the helicopter gunship, the mighty Kalashnikov:
let's rest for a while in a place where a cow has lain.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Caroline D'Amore.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


ΜΑΥΡΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΕΝΑΤΟ ΚΑΡΟΖΟΝΕ


RENATO CAROSONE


IL PERICOLO NUMERO UNO


La donna affascinante
ti colpisce al primo istante
la donna che ti piace
ti fa perdere la pace
amico ricordalo ancora
per chi si innamora
più scampo non c'è
attento a te...
attento a te...

Il pericolo numero uno
la donna
l'incantesimo numero uno
la donna
chi viene vinto
da quell'incanto
sospira mentre soffre tanto
che ci vuoi far
siamo nati per amar.
E perciò tutti gli uomini innamorati
fortunati o sfortunati
non si stancano di cantar.

Il pericolo numero uno
la donna
l'incantesimo numero uno,
due, tre, quattro, cinque, sei e sette
chi è?
la donna
la donna.

Le donne nella vita
son la cosa più gradita
eppure un po' spinose
sempre sono come rose,
purtroppo qualcuna sorride
si scusa ti dice
amarti non so
non posso no
no, proprio no.

Il pericolo numero uno
la donna
l'incantesimo numero uno
la donna
chi viene vinto
da quell'incanto
sospira mentre soffre tanto
che ci vuoi far
siamo nati per amar.
E perciò tutti gli uomini innamorati
fortunati o sfortunati
non si stancano di cantar.

Il pericolo numero uno
la donna
l'incantesimo numero uno,
due, tre, quattro, cinque, sei e sette
chi è?
La donna
la donna.

Il gusto del pericolo
l'amor che brucia l'anima
la gioia che fa vivere
diciamolo chi è
chi è?
La donna
la donna

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΕΡΤΖΙΟ ΜΠΡΟΥΝΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο SERGIO BRUNI


CARMELA


Stu vico niro nun fernesce maje
e pure 'o sole passa e se ne fuje,
ma tu stai llà,tu rosa, preta 'e stella,
Carmela, Carmè!

Tu chiagne sulo si nisciuno vede
e strille sulo si nisciuno sente,
ma nun' è acqua 'o sanghe dint'e vvene.
Carmela, Carmè!

Si ll' ammore è 'o cuntrario d'a morte,
e tu 'o ssaje,
si dimane è surtanto speranza,
e tu 'o ssaje,
nun me può fà aspettà fin'a dimane,
astrigneme dint'e braccia
pe' stasera.
Carmela, Carmè!

Ma tu stai llà,tu rosa, preta e stella.
Carmela, Carmè!

Ma nun' è acqua 'o sanghe dint'e vvene.
Carmela, Carmè!

Si ll' ammore è 'o cuntrario d'a morte,
e tu 'o ssaje,
si dimane è surtanto speranza,
e tu 'o ssaje,
nun me può fà aspettà fin'a dimane,
astrigneme dint'e braccia
pe' stasera.
Carmela, Carmè!

Carmela, Carmè!

BERTOLT BRECHT


ΜΗΝ ΠΑΡΑΣΥΡΕΣΘΕ


1
Εμποδίστε τους να σας πλανεύουνε!
Δεν υπάρχει επιστροφή,
κι η μέρα είναι προ των θυρών σας.
Μην παρασύρεσθε απ’ της νυχτιάς τους ανέμους,
γιατί δεν θε να δείτε ποτέ σας πάλι ξημέρωμα.

2
Εμποδίστε τους να σας εξαπατούν!
Η ζωή είναι μικρή· μικρή και τόσο λίγη.
Με μεγάλες να την καταπιείτε ρουφηξιές!
Σαν θα φύγετε και θα την εγκαταλείψτε,
δεν θά ’στε καν ικανοποιημένοι.

3
Μην τρεφόσαστε μ’ ελπίδες ψεύτικες!
Δεν σας περισσεύει ούτε στιγμή!
Στους σωσμένους τη μούχλα αφήστε ακέραιη.
Το πιό σημαντικό είναι η ζωή,
μα κανέναν μας δεν περιμένει.

4
Εμποδίστε τους να σας πλανεύουνε!
Αγγαρείες και τάματα – σβήστε τα!
Και γιατί να σας μασάει ο φόβος τα σκώτια;
Όπως όλα τα ζώα, κι εσείς θα πεθάνετε,
και μετά άλλο τίποτα δεν θα υπάρχει.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΟΡΑΤΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ


ΑΟΡΑΤΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ

Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Σε μια μεγάλη κάμαρα
Σε μια μουσική
Που έχει όργανο την ησυχία
Τραπέζι τη γη
Δάχτυλα τον αγέρα και τη βροχή
Κι έμπνευση τον άνεμο

Αόρατοι κοιμόμαστε στη χλόη
Και κελαηδάμε
Όταν ξαπλώνουμε
Με τα πόδια στον ορίζοντα
Και τους πόθους στον ουρανό
Το φως της αυγής
Είναι η βρύση που μας ξυπνά
Όπως είναι και η κούνια στα παιδιά μας

ΟΤΑΝ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΞ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ & Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΗΡΟΜΥΤΗΣ


ΤΗΣ ΜΑΣΤΟΥΡΑΣ Ο ΣΚΟΠΟΣ (ΟΤΑΝ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΞ)


Γιατί ρωτάτε να σας πω
αφού σας είναι πια γνωστό
όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε
πίνουν οι μάγκες αργιλέ
όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε
πίνουν οι μάγκες αργιλέ

Με τη σειρά μου θα τον πιώ
τώρα τις τσίλιες μου κρατώ .
αυτοί τον πίνουνε κι εγώ σφυρίζω
της μαστούρας το σκοπό
αυτοί τον πίνουνε κι εγώ σφυρίζω
της μαστούρας το σκοπό

Τριγύρω όλοι στις φωτιές
τη βόλτα φέρνει ο αργιλές
μ' ένα κελάϊδημα το ίδιο πάντα
της μαστούρας το σκοπό
μ' ένα κελάϊδημα το ίδιο πάντα
της μαστούρας το σκοπό

ΤΟΝ ΛΕΥΚΟ ΚΥΚΛΟ ΤΩΝ ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΕΝΩΝ


SALVATORE QUASIMODO (1901-1968)


ΧΙΟΝΙ


Πέφτει το βράδυ και μας αφήνετε πάλι,
αγαπημένες εικόνες της γης, δέντρα,
ζώα, κόσμος φτωχός κλεισμένος
μέσα σε μανδύες στρατιωτών, μάνες
με στεγνωμένη την κοιλιά απ’ τα δάκρυα.
Και το χιόνι μας φέγγει απ’ τα λιβάδια
σαν φεγγάρι. Ω, τούτοι οι νεκροί. Χτυπήστε
πάνω στο μέτωπο, χτυπήστε ως την καρδιά.
Ας ουρλιάξει τουλάχιστον κάποιος μες στη σιωπή,
μέσα σ’ αυτόν τον λευκό κύκλο των ενταφιασμένων.



Mετάφραση: Ζωή Καρέλλη.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΓΕΛ ΜΟΝΤΕΡΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο MIGUEL MONTERO


ANTIGUO RELOJ DE COBRE


Antiguo reloj de cobre
que vas marcando el tiempo
los pasajes de mi vida
que me llenan de emoción.
Fuiste orgullo de mi viejo,
te lucia en su cadena
como un cacho de sus años
pegado en el corazón.
Cuantas veces calmo su llanto
de consentido purrete,
mi vieja como un juguete
decía prestaselo...
y mientras el murmuraba,
mi vieja se sonreía,
y contento me dormía
jugando con su reloj.
Hoy ya pasaron los años,
se me fue blanqueando el pelo,
el rebenque de la vida
me ha golpeado sin cesar.
Y en el banco del prestamista
he llegado a formar fila
esperando que en la lista
me llamaran a cobrar.
Perdoname, viejo, si de vos me he olvido;
se que lo has querido tanto como yo.
Se que desde el cielo me estás campaneando,
y que estas llorando como yo.
Cuatro pesos sucios por esa reliquia
venganza del mundo taimado y traidor.
Me mordí fuerte las manos,
el dinero me quemaba
y mientras que blasfemaba
a la calle enderecé
y a la imagen de mi madre
vi que me compadecía
y llorando me decía
"El viejo te perdonó."



Στίχοι: Eduardo Marvezi.
Μουσική: Eduardo Marvezi.
Τραγούδι του 1955.

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

ΚΑΡΝΤΑΡΕΛΛΙ!




VINCENZO CARDARELLI (1887-1959)


AMORE


Come chi gioia e angoscia provi insieme
gli occhi di lei così m'hanno lasciato.
Non so pensarci. Eppure mi ritorna
più e più insistente nell'anima
quel suo fugace sguardo di commiato.
E un dolce tormento mi trattiene
dal prender sonno, ora ch'è notte e s'agita
nell'aria un che di nuovo.
Occhi di lei, vago tumulto. Amore,
pigro incredulo amore, più per tedio
che per gioco intrapreso, ora ti sento
attaccato al mio cuore (debol ramo)
come frutto come geme.
Amore e primavera vanno insieme.
Quel fatale e prescritto momento
che ci diremo addio
è già in ogni distacco
del tuo volto dal mio.
Cosa lieve è il tuo corpo!
Basta ch'io l'abbandoni per sentirti
crudelmente lontana.
Il più corto saluto è fra noi due
un commiato finale.
Ogni giorno ti perdo e ti ritrovo
così, senza speranza.
Se tu sapessi com'è già remoto
il ricordo dei baci
che poco fa mi davi,
di quel caro abbandono,
di quel folle tuo amore ov'io non mordo
che sapore di morte.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε -και λόγω του επωνύμου της- η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Carolina d'Amore.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΦΛΟΡΕΑΛ ΡΟΥΙΣ




ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο FLOREAL RUÍZ


VIEJA AMIGA


¿Ves? He tratado inútilmente
de alejarme y olvidar...
Hoy que hay arrugas en mi frente
siento más la soledad...
Tal vez, al notarme avejentado,
pensarás que vengo a verte
porque estoy desesperado...
¡No! Ya los años me enseñaron
a templar mi corazón...

No he venido a suplicarte
ni un poquito de cariño
ni a que expliques tu silencio,
tus mentiras o tu olvido...
No es posible, vieja amiga,
nuestras vidas acercar...
Solo vine para verte,
para verte, nada más...

Ya poco falta para irme
con mi cruz a otro rincón...
Sé que al dejarte voy a hundirme
en la desesperación.
¿Será la emoción de mi partida,
que quisiera darte un beso
aunque deje en él mi vida?
¡Es que tus lágrimas me invitan
a besarte y a llorar!

No he venido a suplicarte
ni un poquito de cariño
ni a que expliques tu silencio,
tus mentiras o tu olvido...
No es posible, vieja amiga,
nuestras vidas acercar...
Ya me voy... y aquí te dejo
toda mi felicidad...



Μουσική: Pedro Laurenz.
Στίχοι: José María Contursi.
Τραγούδι του 1938.

ΣΕ ΠΟΙΟΝ Ν' ΑΝΗΚΕΙ;


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΟΝΕΤΤΟ


Προς την κορφή ψηλού βουνού αποκαμωμένος
το βήμα μου με φόβο σέρνω... κατευθύνω·
το πνεύμα με οδηγεί ελεύθερα να κρίνω,
κι από τις μέριμνες καλά είμαι ταΐσμένος.

Κι αν πέσει η νύχτα ολόγυρα;... Είμαι μπερδεμένος,
και μόνο στην ελπίδα πλέον πίστη δίνω.
Βαθύ κυλάει ποτάμι εμπρός μου – τί θα γίνω;:
γιοφύρι, βάρκα δεν υπάρχουνε... Φερμένος

εδώ, το ρεύμα αντίθετα γοργά ανεβαίνω·
στον ήχο των νερών αγάλλομαι. Χαμένα
τά ’χω όμως – και φοβάμαι. Μα καθώς πηγαίνω,

τα χνάρια βρίσκω κάποιου αλλουνού αφημένα,
και σταματώ να δω. Κι ό,τ’ είναι πατημένο
σε ποιόν ν’ ανήκει εδώ;... Κι εχάθη σαν κι εμένα;...



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΑΡΛΟΣ ΓΑΡΔΕΛ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο CARLOS GARDEL


VENTANITA DEL ARRABAL


En el barrio Caferata
en un viejo conventillo,
con los pisos de ladrillo,
minga de puerta cancel,
donde van los organitos
su lamento rezongando,
está la piba esperando
que pase el muchacho aquel.

Aquel que solito
entró al conventillo,
echao a los ojos el
funyi marrón;
botín enterizo,
el cuello con brillo,
pidió una guitarra
y pa'ella cantó.

Aquel que, un domingo,
bailaron un tango;
aquel que le dijo:
"Me muero por vos";
aquel que su almita
arrastró por el fango,
aquel que a la reja
más nunca volvió.

Ventanita del cotorro
donde sólo hay flores secas,
vos también abandonada
de aquel día... se quedó.

El rocío de sus hojas,
las garúas de la ausencia,
con el dolor de un suspiro
tu tronquito destrozó.



Μουσική: Antonio Scatasso.
Στίχοι: Pascual Contursi.
Τραγούδι του 1927.

ΛΕΟΠΟΛΔΟ ΠΑΝΕΡΟ!



LEOPOLDO PANERO (1909-1962)


EN TU SONRISA

Ya empieza tu sonrisa,
como el son de la lluvia en los cristales.
La tarde vibra al fondo de frescura,
y brota de la tierra un olor suave,
un olor parecido a tu sonrisa,
y a mover tu sonrisa como un sauce
con el aura de abril; la lluvia roza
vagamente el paisaje,
y hacia adentro se pierde tu sonrisa,
y hacia dentro se borra y se deshace,
y hacia el alma me lleva,
desde el alma me trae,
atónito, a tu lado.
Ya tu sonrisa entre mis labios arde,
y oliendo en ella estoy a tierra limpia,
y a luz, y a la frescura de la tarde
donde brilla de nuevo el sol, y el iris,
movido levemente por el aire,
es como tu sonrisa que se acaba
dejando su hermosura entre los árboles...



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Daniela Freitas.

ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΠΑΛΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΜΑΜΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΙΩΝΑΚΗΣ


ΑΚΡΙΒΥΝΕ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ


Η θεία σφουγκαρίζει
Ο θείος όλο βρίζει
Ακρίβυνε η ζάχαρη
Το γάλα και το ρύζι
Τα μακαρόνια το ψωμί
Για σταθείτε μια στιγμή
Κάπου είχα μια δραχμή

Ακρίβυνε το σινεμά.
Θα δούμε πάλι τηλεόραση μαμά...

ΣΤΗΝ ΤΑΦΡΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΙΑΣ


ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ


Λίστες με ονόματα
Πολλά ονόματα ανόμοια
Πολλά ονόματα περιώνυμα
Ονομαστικά κι επώνυμα

Με ένα σταυρό για πρόσημο
Σταυρό που συμπληρώνει τα ονόματα
Ρίχνοντάς τα πια οριστικά
Στην τάφρο της ανωνυμίας




Από το βιβλίο: Θανάσης Χατζόπουλος, «Κελί», Το Ροδακιό, Αθήνα 2000, σελ. 41.

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΕΡΑΙΑ


Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΓΙΩΡΓΟ ΜΗΤΣΑΚΗ


Ο ΝΑΥΤΗΣ (ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΕΡΑΙΑ)


Ένα καράβι απ’ τον Περαία
έχει σαλπάρει για μακριά,
μα κάποιος ναύτης που είναι μέσα
το νου του πάντα τον έχει στη στεριά.

Ο καπετάνιος είν’ στο τιμόνι
κι άλλοι δουλεύουν στη μηχανή,
κι ο ναύτης μόνος μπροστά στην πλώρη
αναστενάζει για μια μελαχρινή.

Μα ο λοστρόμος πάει και του λέει:
"Μη συλλογιέσαι κι ανησυχείς.
πως έχεις δίκιο καταλαβαίνω,
φουρτούνες τέτοιες περάσαμε κι εμείς.”

Καπεταναίοι και τόσοι άλλoι,
λοστρόμοι, ναύτες, μηχανικοί,
καθένας έχει και τον καημό του,
καθένας έχει και τον καημό του.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΑΡΙΟ ΝΤΕΛ ΜΟΝΑΚΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο MARIO DEL MONACO


VESTI LA GIUBBA


Recitar! Mentre preso dal delirio,
non so più quel che dico,
e quel che faccio!
Eppur è d'uopo, sforzati! Bah! sei tu forse un uom? Tu se' Pagliaccio!
Vesti la giubba,
e la faccia in farina.
La gente paga, e rider vuole qua.
E se Arlecchin t'invola Colombina,
ridi, Pagliaccio, e ognun applaudirà!
Tramuta in lazzi lo spasmo ed il pianto;
in una smorfia il singhiozzo il dolor, Ah!
Ridi, Pagliaccio,
sul tuo amore infranto!
Ridi del duol, che t'avvelena il cor!



Από την όπερα "Pagliacci" του Ruggero Leoncavallo.

Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ ΣΕΦΕΡΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ


ΕΛΕΝΗ


  ΤΕΥΚΡΟΣ: ... ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ' εθέσπισεν
  οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
  Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
  ..............................................................
  ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ' , αλλ' είδωλον ήν.
  .............................................................
  ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
  Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;

            ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ



"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.


"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".


Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.
"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".


Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα
με τα μεγάλα βλέφαρα,

ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα
ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.


Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;


"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".


Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνe
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

ΧΑΙΛΝΤΕΡΛΙΝ!




FRIEDRICH HÖLDERLIN (1770-1843)


DER MENSCH


Kaum sproßten aus den Wassern, o Erde, dir
Der jungen Berge Gipfel und dufteten
Lustatmend, immergrüner Haine
Voll, in des Ozeans grauer Wildnis

Die ersten holden Inseln; und freudig sah
Des Sonnengottes Auge die Neulinge,
Die Pflanzen, seiner ewgen Jugend
Lächelnde Kinder, aus dir geboren.

Da auf der Inseln schönster, wo immerhin
Den Hain in zarter Ruhe die Luft umfloß,
Lag unter Trauben einst, nach lauer
Nacht, in der dämmernden Morgenstunde

Geboren, Mutter Erde! dein schönstes Kind;-
Und auf zum Vater Helios sieht bekannt
Der Knab, und wacht und wählt, die süßen
Beere versuchend, die heilge Rebe

Zur Amme sich; und bald ist er groß; ihn scheun
Die Tiere, denn ein anderer ist, wie sie,
Der Mensch; nicht dir und nicht dem Vater
Gleicht er, denn kühn ist in ihm und einzig

Des Vaters hohe Seele mit deiner Lust,
O Erd ! und deiner Trauer von je vereint;
Der Göttermutter, der Natur, der
Allesumfassenden möchte er gleichen!

Ach ! darum treibt ihn, Erde! vom Herzen dir
Sein Übermut, und deine Geschenke sind
Umsonst und deine zarten Bande;
Sucht er ein Besseres doch, der Wilde!

Von seines Ufers duftender Wiese muß
Ins blütenlose Wasser hinaus der Mensch,
Und glänzt auch, wie die Sternenacht, von
Goldenen Früchten sein Hain, doch gräbt er

Sich Höhlen in den Bergen und späht im Schacht,
Von seines Vaters heiterem Lichte fern,
Dem Sonnengott auch ungetreu, der
Knechte nicht liebt und der Sorge spottet.

Denn freier atmen Vögel des Walds, wenn schon
Des Menschen Brust sich herrlicher hebt, und der
Die dunkle Zukunft sieht, er muß auch
Sehen den Tod, und allein ihn fürchten.

Und Waffen wider alle, die atmen trägt
In ewigbangem Stolze der Mensch; im Zwist
Verzehrt er sich und seines Friedens
Blume, die zärtliche, blüht nicht lange.

Ist er von allen Lebensgenossen nicht
Der seligste? Doch tiefer und reißender
Ergreift das Schicksal, allausgleichend,
Auch die entzündbare Brunst dem Starken.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Bianca Balti.

ΑΣΠΡΑ ΚΑΡΑΒΙΑ




ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΚΑΙΤΗ ΧΩΜΑΤΑ


ΑΣΠΡΑ ΚΑΡΑΒΙΑ

Άσπρα καράβια τα όνειρά μας
για κάποιο ρόδινο γιαλό,
άσπρα καράβια τα όνειρά μας.
Θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο
μυριστικό κι ευωδιαστό,
θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο.

Κι από ψηλά θα μας φωτίζει
το φεγγαράκι το χλωμό
κι από ψηλά θα μας φωτίζει.
Και θ' αρμενίζουν, ω χαρά μας,
ίσα στο ρόδινο γιαλό,
άσπρα καράβια τα όνειρά μας.



Στίχοι: Σωτήρης Σκίππης.
Μουσική: Γιάννης Σπανός.

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

ΑΠΟ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΑΛΩΝΑΚΙ


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ (απόσπασμα)


Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,―
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,
Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον
     από τούτο το αλωνάκι.

ΔΑΝΕΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ


ΞΕΝΟΣ


Με βιτρίνες και μ' επιγραφές
η νύχτα μου ζυγώνει.
Η ζωή μου γίνεται χαφιές
και με καρφώνει, και με καρφώνει.
Ξένος μέσα στα ρούχα μου
μες το κορμί μου ξένος
στον κόσμο ετούτο δανεικός
και μεταχειρισμένος.

Με ταινίες και με συντροφιές
η νύχτα μου κυλάει
Η ζωή μου γίνεται χαφιές
και με πουλάει, και με πουλάει.
Ξένος μέσα στα ρούχα μου
μες το κορμί μου ξένος
στον κόσμο ετούτο δανεικός
και μεταχειρισμένος.



Μουσική : Μίκης Θεοδωράκης.
Στίχοι : Κώστας Τριπολίτης.

ΣΤΑΝΙΣΛΑΒ ΚΟΣΤΚΑ ΝΩΥΜΑΝ!




STANISLAV KOSTKA NEUMANN (1875-1947)


ANDANTE


Pod mraky stůně dnes večer srpnový a srdce mé,
ve zvadlém větříku se chvěje větvoví a srdce mé
jen tichou, tak zcela tichou písní večerní.

A stráně kolem zasmušile sní pod hřívou lesů,
ztrativších půvab tajemných hlesů,
jež v měsících lásky rodí se z nich, vzdechy a smích.

Je ticho a smutek a mlčení barev,
nemocné ticho pod mraky,
jako by nikdy již ze šedých larev nesměly vzejíti,
v slunci se zaskvíti
motýlů pestré zázraky.

A myslí si nemocné srdce mé,
že sotva již někam dojdeme;
takový příliš lidský cit jím počíná chvít;
jak tulák zbloudilý, skrčený v plášti,
myslí si s nejistou lítostí,
že nebude velkých již radostí, ni velkých záští.

Že bylo by krásno se povznésti
nad radosti, žaly, neřesti.

Myslí si, myslí srdce mé
v nemocný večer srpnový,
chvěje se, chvěje se srdce mé
jak unavené větvoví.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του μπλογκ κ. Brooke Burke.

ΝΕΡΟΣΥΡΜΗ


ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ


Καθώς στη θαμπωμένη σκύβω
του ρεματιού νεροσυρμή,
ό,τι έκρυβα πια δεν το κρύβω
και ό,τι έχασα το βλέπω εκεί.

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

ΡΕΜΠΩ!




ARTHUR RIMBAUD


ANTIQUE


Gracieux fils de Pan ! Autour de ton front couronné de fleurettes et de baies tes yeux, des boules précieuses, remuent. Tachées de lies brunes, tes joues se creusent. Tes crocs luisent. Ta poitrine ressemble à une cithare, des tintements circulent dans tes bras blonds. Ton coeur bat dans ce ventre où dort le double sexe.
Promène-toi, la nuit, en mouvant doucement cette cuisse, cette seconde cuisse et cette jambe de gauche.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Zoe A.

ΣΤΟ ΜΠΑΚΑΛΙΚΟ


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΒΥΚΑΝΗ


   Une vieille faisait cuire des aubergines,
   Sur l’herbe, sous un toit...
      Kόμησσα ντε Nοάϊγ, Constantinople

ως την Kωνσταντινούπολη φυσάει αλύπητα
ο αφορεσμένος ο Kαράγιαλης
(πούρχεται από τον Bοριά)
και στη Θεσσαλονίκη λυσσομανάει πεισματάρικα
ο τρομερός Bαρδάρης
εκεί κατά πολύ μεγάλο ποσοστό τα σπίτια τους
τα χτίζουν ξύλινα
έτσι που να μπορούνε τον χειμώνα κάπως να ζεσταίνωνται
και να μη ξεπαγιάζουν

αλλοίμον’ όμως το κατακαλόκαιρο οι μελιτζάνες σα φανούν
κι’ αρχίσουνε τα τηγανίσματα και οι φουβούδες;
μια μόνη σπίθα αρκεί για να φουντώση το μεγάλο το κακό
μερόνυχτα να μαίνωνται οι πυρκαϊές
και να σωριάζωνται καπνίζοντα χαλάσματα
απέραντοι μαύροι ερειπιώνες
να καταντούνε
οι μεγαλουπόλεις

λοιπόν οι κάτοικοι ―πληθυσμοί αμιγώς ελληνικοί―
για νάβρουν έτσι μια κάποια λύση
στην λες ουρανόπεμπτη ―συχνά επανερχόμενη― θεϊκιά κατάρα
ξαναθυμούνται τους παληούς μύθους της Φυλής
προ πάντων ―τους συμφέρει― τον μύθο τον παλιό τον Φοίνικα
που από τις στάχτες του ανασταίνεται ―ξαναγεννιέται―
ακέριος σαν και πριν

Συνέπεια: εις την Kωνσταντινούπολη γεννήθηκε
ο πατέρας μου
σε μιαν ωραία πλατεία της Σαλονίκης στήθηκε
του ήρωα Παύλου Mελά εύμορφο άγαλμα
και ξέρω κάποιον ―να τον ξέρω άραγες;―
όπου στης Πόλεως τα μέρη κάποτες γνώρισε
―ανάμεσα σε πολλά πράματα θάματα και περιπέτειες―
μια δάφνη (δέντρο)
ωραία και με τις δόξες της και με τις πίκρες της
στη μνήμη του να ξαναφέρη τη δαφνοπούλα πάλε
πηγαίνει ―σα βραδυάζη― να πιη ένα κατοσταράκι στο μπακάλικο
του Kαχριμάνη στου Ψυρρή
(εκεί που παλαιότερα εσύχναζ’ ο Παπαδιαμάντης)

κάποτε ―μα χαμηλόφωνα― τραγουδάει το μεράκι του
και διακριτικά στο όργανό του
τον συνοδεύει
ο Mικρασιάτης με το μπουζούκι
(πάλι του Παπαδιαμάντη)

ΛΙΛΙΜΠΟΥΡΛΕΡΟ


HENRY PURCEL, LILIBURLERO



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ YETTIES: LILIBURLERO


Μαρς βρεταννών γρεναδιέρων, από την ταινία Μπάρρυ Λίντον του Στάνλεϋ Κιούμπρικ.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΟΥΜΕΝΩΝ ΧΛΩΜΑ ΚΟΥΦΑΡΙΑ


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝ ΜΤΜΗΤΡΙΕΒΙΤΣ ΜΠΑΛΜΟΝΤ / Константин Дмитриевич Бальмонт (1867-1942)


ΥΠΟΘΑΛΑΣΣΙΑ ΧΛΩΡΙΔΑ


Στης θάλασσας τα βάθη ο ζόφος πάντα φτύνει
φυτά με φύλλα ωχρά (παράδοξο της φύσης),
που θα γινούν φριχτά φαντάσματα, αν τ’ αφήσεις,
καθώς μπλαβιά σιωπή του σκότους τα διακρίνει.

Της μοναξιάς βαραίνει απάνω τους γαλήνη·
υψών αγνώστων τα γητεύουνε κινήσεις·
ζητούν ερώτων ηλιαχτίδες και δονήσεις·
ανθών μοσκοβολιά ποθούν να τα φαιδρύνει.

Δεν έχει οδό για χώρες του ήλιου και του αγώνα·
και γύρω τους κρύα και βαριά νερά σωπαίνουν·
του καρχαρία τα λοξά φτερά σημαίνουν

ό,τι ήχος είν’ κι αχτίδα και φωτός σταγόνα
για τούτα τα φυτά, που ζουν στον πάτο ανάρια
με ανθρώπων και πλεούμενων χλωμά κουφάρια.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΟ ΜΑΔΗΜΕΝΟ ΒΟΥΡΤΣΑΚΙ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΚΑΡΚΙΝΟΣ


Και μονομιάς όλα ξεμάκρυναν – μορφές, τα δέντρα, η θάλασσα,
πράγματα, γεγονότα, η ποίηση, – πέρα, πιό πέρα,
σε μιάν αντίπερα όχθη – τά ’βλεπε, δεν τά ’βλεπε. Εκείνα
έφυγαν τάχα και τον άφησαν ή αυτός; Ο θάνατος
ακίνητος, τον κατοικούσε ώς την άκρη των νυχιών. Τις νύχτες
άκουγε την πελώρια εκείνη ακινησία εντός του. Ωστόσο,
πριν απ’ τον ύπνο και μετά το ξύπνημα, εξακολουθούσε
να πλένει ταχτικά τα δόντια του με το παλιό,
   μαδημένο βουρτσάκι,
δείχνοντας άσπρο, βέβαιο, καθαρό, το τελευταίο χαμόγελό του.


27.VII.68



Από την ποιητική συλλογή «Πέτρες».
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα» τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 118.

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΘΡΕΦΤΗ



ARVO PÄRT: SPIEGEL IM SPIEGEL

Παίζουν ο Tasmin Little (βιολί) και ο Martin Roscoe (πιάνο).

ΜΠΑΛΜΟΝΤ!




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝ ΜΤΜΗΤΡΙΕΒΙΤΣ ΜΠΑΛΜΟΝΤ / Константин Дмитриевич Бальмонт (1867-1942)


БЕАТРИЧЕ


Я полюбил тебя, лишь увидал впервые.
Я помню, шел кругом ничтожный разговор,
Молчала только ты, и речи огневые,
Безмолвные слова мне посылал твой взор.

За днями гасли дни. Уж год прошел с тех пор.
И снова шлет весна лучи свои живые,
Цветы одели вновь причудливый убор.
А я? Я все люблю, как прежде, как впервые.

И ты по-прежнему безмолвна и грустна,
Лишь взор твой искрится и говорит порою.
Не так ли иногда владычица-луна

Свой лучезарный лик скрывает за горою,-
Но и за гранью скал, склонив свое чело,
Из тесной темноты она горит светло.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Caterina Balivo.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟ 33: ΜΑΡΙΑ ΖΟΥΑΟ ΚΟΥΑΝΤΡΟΣ





ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MARIA JOÃO QUADROS: MEU AMOR ABRE A JANELA

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ




ΟΣΙΠ ΕΜΙΛΙΕΒΙΤΣ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ / Осип Эмильевич Мандельштам (1891-1938)


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ ΣΤΟ ΒΟΡΟΝΕΖ


Γίναν αγκάθια τα τσίνουρα, βράζει το δάκρυ στο στήθος μου
   τώρα
νιώθω χωρίς να φοβάμαι τι θα ‘ρθει και βλέπω πως έφτασε
   η μπόρα.
Κάποιος αλλόκοτος, βιάζει με, κάτι απ’ τη μνήμη να σβήσω.
Πνίγομαι κι όμως, το ορκίζομαι, μέχρι θανάτου το θέλω
   να ζήσω.

            *

Άσε με να φύγω Βορονέζ, χαλάρωσέ το το λουρί
θα πέσω από τα χέρια σου, ή από το ράμφος σαν τυρί
θα με πετάξει η αφεντιά σου, ή πίσω θα με φέρει –
το Βορονέζ είναι κοράκι, τρέλα και μαχαίρι.



Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου.