Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

ΑΙΘΑΛΗ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΟΡΘΡΙΝΗΣ ΑΣΥΝΕΧΕΙΑΣ


    Επάνω απ’ της Αβύσσου τ’ άγρια σκότη
              ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ

Φουγάρα λήθης σκόρπισαν τις κάπνες
στους κάμπους τ’ ουρανού που ’χε ροδίσει
και θλίβαν λόγια που όλη νύχτα ανάπνεες
στον πυρετό των πόθων, όταν λυσι-
μελής παραδοθεί είχες και μιλήσει.

Ρημάτων εμβατήρια εξατμιστήκαν,
ειρμοί αρωμάτων χύθηκαν στη μέρα
και γίναν ασυνέχεια και σβηστήκαν
σα σπίνοι που βουλιάξαν στον αγέρα,
σαν ασπιρίνη που ’λυωσε, σα σφαίρα

που σού ’σφαξε στα χείλια δυό τρυγώνια
ισοσκελή μπροστά από τα σκαλιά σου
σκαλίζοντας τα χιόνια και τα χρόνια
που επέφταν σα μπαλλόνια απ’ τη μηλιά σου
και παίρναν την παλιά λαλιά σου.

Ξεχάστηκαν ευθύς μεμιάς τα πάντα,
αιθάλη αρνητική του παραδείσου
’κεί που φαλτσοπαιάνιζε μιά μπάντα
στον κήπο της κβαντομηχανικής σου
πρωί-πρωί στα σκαλοπάτια της αβύσσου.

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΚΛΟΥΒΙ ΤΗΣ ΤΣΕΧΙΑΣ



JAROSLAV SEIFERT


ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΓΟΛΑΝ


Είναι στιγμές που μες στις σκέψεις μας
ζηλεύουμε ακόμα και τους πεθαμένους,
λες και η αιώνια ανυπαρξία τους
είναι μονάχα ένα ξαπόσταμα
σε μια γλυκιά γαλήνη δίχως πόνο,
σε άδυτα λουλουδιών που μαραίνονται...

Όμως αρκεί μόνο ένα ρίγος ηδονής,
όποιας και νά ’ναι,
και πρόθυμα ξαναγυρίζουμε
στις καθημερινές μας ταλαιπωρίες.

Έζησα περισσότερο απ’ όλους τους ποιητές
της γενιάς μου...
Όλοι τους ήταν φίλοι μου.
Τελευταίος πέθανε ο Βλάντιμιρ Γόλαν.
Πώς να μη νιώθω αγωνία;
Είμαι μόνος.

Πρώτος έφυγε ο Γίρζι Βόλκρ,
ήταν νέος και βιαζόταν.
Αχ, τα άμοιρα φιλιά σε στόματα
που καίγανε απ’ τον πυρετό,
φυματικών κοριτσιών σε σανατόριο
στην ακροθαλασσιά.

Ύστερα από χρόνια πεθαίνει ο Γίντρζιχ Γόρζεϊσι,
ήταν ο μεγαλύτερός μας.
Τους στίχους του τους έγραφε σ’ ένα κατάμεστο καφενείο
πάνω σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι
όπως ο στρατιώτης μετά τη μάχη τα γράμματα στην καλή του
πάνω σ’ ένα αναποδογυρισμένο τύμπανο.

Ο Γιόζεφ Γόρα ήταν ο μόνος
που μπορούσε να μιλά στον ενικό στον Φ. Ξ. Σάλντα.
Για μπείτε στον δεντρόκηπό του
όταν αρχίζουν ν' ανθίζουνε οι μηλιές.
Τα συγκινητικά λουλούδια του εύωδιάζουν στον ήλιο
πικραμύγδαλο.

Δεν μας αποχαιρέτησε ούτε ό Φράντισεκ Γάλας,
ο αγαπημένος σύντροφος.
Ήθελε οι στίχοι του να κρώζουν
στ’ αυτιά των ανθρώπων,
όμως καμιά φορά δεν άντεχε
και τραγουδούσε.

Με μια απότομη χειρονομία έφυγε ξαφνικά
ο Κόνσταντιν Μπιμπλ.
Φαίνεται πως νοσταλγούσε την τρυφερότητα
των κοριτσιών της Γιάβας
που είναι σαν ζωντανά λουλούδια
κι ακροπατοϋν αθόρυβα στις μύτες των ποδιών.

Ο Βίτιεζσλαβ Νέζβαλ βλαστημούσε τον θάνατο,
κι αυτός τον εκδικήθηκε.
Όταν απρόσμενα πέθανε το Πάσχα
όπως το είχε ο ίδιος προφητέψει για τον εαυτό του,
έσπασε ένα απ' τα δυνατά κλωνάρια
του δέντρου της ποίησης.

Ούτε που αναλογίστηκε τον θάνατο
ο Φράντισεκ Γρούμπιν.
Στην αρχή δεν υποψιαζόμουν καν πού είχε ανακαλύψει
την καντιλένα των στίχων του,
ενώ εκείνος απλώς αφουγκραζόταν
το χαμογελαστό νερό
στο φράγμα του Σάζαβα.

Ο Γόλαν έσβηνε αργά
και το τηλέφωνο συχνά έπεφτε απ’ το χέρι μου.
Σε αυτό το καταραμένο μεγάλο κλουβί της Τσεχίας
σκορπούσε τα ποιήματά του με περιφρόνηση,
σαν κομμάτια ματωμένο κρέας.
Τα πουλιά όμως φοβόταν.

Ο θάνατος ζητούσε από αυτόν υποταγή,
υποταγή όμως αυτός δεν ήξερε τί σημαίνει
και μέχρι την τελευταία στιγμή
απεγνωσμένα πάλεψε μαζί του.

Ο Άγγελος που του ανασήκωνε τα χέρια,
όταν έχανε τις δυνάμεις του,
καθότανε στην άκρη του κρεβατιού του
κι έκλαιγε.



Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.


Από το βιβλίο: Jaroslav Seifert, «Η γλυκιά συμφορά της ποίησης»
εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2003, σελ. 190-192.

Σ' ΕΝΑ ΓΚΡΙΖΟ ΟΡΙΖΟΝΤΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ


ΤΙ ΠΑΘΟΣ


Τι πάθος βυθίζει σε πέλαγα το νου
βραδιάζει κι αλλάζει το χρώμα τ' ουρανού

Μην η αθωότητά μου είναι μέσα στη σιωπή
σ' ένα θησαυρό χαμένο που γυρεύω μια ζωή
μην την ξόδεψα στα ζάρια μην την πήρε το κρασί
ίσως φταίει η βροχή που κλαίει με παράπονο κι οργή

Τι πάθος βυθίζει σε πέλαγα το νου
βραδιάζει κι αλλάζει το χρώμα τ' ουρανού

Χάνω την ισορροπία κι ο αέρας με τρυπά
φταίνε κι οι κραυγές των γλάρων σ' ένα γκρίζο ορίζοντα
οι αποστάσεις με λυγίζουν δεν υπάρχει επιστροφή
ειν' η αθωότητά μου μέσα στην καταστροφή

Τι πάθος βυθίζει σε πέλαγα το νου
βραδιάζει κι αλλάζει το χρώμα τ' ουρανού



Στίχοι & μουσική: Δημήτρης Λάγιος.

ΒΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΞΥΠΟΛΥΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ


SALVATORE QUASIMODO (1901-1968)


ΣΤΗ ΓΗ ΜΟΥ

Ο ήλιος ξεσπά, πρησμένος απ’ τον ύπνο.
Και ουρλιάζουνε δέντρα:
Στη Περιπετειώδη μαρμαρυγή
με την άγκυρα ξανά τραβηγμένη μέσα σου
αποπλέεις.
Και οι πελαγίσιες εποχές
γλυκά ξεβράζουν σε νεογέννητες ακτές.

Εγώ, από άλλη γη πικρός
αγρυπνώ, εδώ
με τον οίκτο, ασταθή στο τραγούδι του
που αγάπη με σπείρει
θανάτου και ανθρώπων.

Ιδού, οι νέοι βλαστοί του κακού μου,
μα τα δικά μου χέρια δικά σου κλαδιά:
Σε γυναίκες που η θλίψη
έσφιξε μες στην εγκατάλειψη
μην τις αγγίξει ο χρόνος, και
αργά
τη μορφή μου αποφλοιώνοντας
ευνουχίσει.

Πέφτω σαν
ζωγραφιά μιάς ναυμαχίας στην καρδιά σου.

Βήματα από ξυπόλυτους αγγέλους
              στο σκοτάδι.


1942



Μετάφραση: Χρίστος Κρεμιώτης.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Κουκούτσι», Αθήνα 2010, σελ. 89.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΡΕΝΤ ΧΟΤ ΤΣΙΛΙ ΠΕΠΠΕΡΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ RED HOT CHILI PEPPERS


CAN’T STOP


Can't stop addicted to the shin dig
Cop top he says I'm gonna win big
Choose not a life of imitation
Distant cousin to the reservation
Defunkt the pistol that you pay for
This punk the feeling that you stay for
In time I want to be your best friend
Eastside love is living on the westend
Knock out but boy you better come to
Don't die you know the truth is some do
Go write your message on the pavement
Burnin' so bright I wonder what the wave meant
White heat is screaming in the jungle
Complete the motion if you stumble
Go ask the dust for any answers
Come back strong with 50 belly dancers

The world I love
The tears I drop
To be part of
The wave can't stop
Ever wonder if it's all for you
The world I love
The trains I hop
To be part of
The wave can't stop
Come and tell me when it's time to

Sweetheart is bleeding in the snowcone
So smart she's leading me to ozone
Music the great communicator
Use two sticks to make it in the nature
I'll get you into penetration
The gender of a generation
The birth of every other nation
Worth your weight the gold of meditation
This chapter's going to be a close one
Smoke rings I know your going to blow one
All on a spaceship persevering
Use my hands for everything but steering
Can't stop the spirits when they need you
Mop tops are happy when they feed you
J. Butterfly is in the treetop
Birds that blow the meaning into bebop

The world I love
The tears I drop
To be part of
The wave can't stop
Ever wonder if it's all for you
The world I love
The trains I hop
To be part of
The wave can't stop
Come and tell me when it's time to

Wait a minute I'm passing out
Win or lose just like you
Far more shocking
Than anything i ever knew
How about you
10 more reasons
Why i need somebody new just like you
Far more shocking than anything I ever knew
Right on cue

Can't stop addicted to the shin dig
Cop top he says I'm gonna win big
Choose not a life of imitation
Distant cousin to the reservation
Defunkt the pistol that you pay for
This punk the feeling that you stay for
In time I want to be your best friend
Eastside love is living on the westend
Knock out but boy you better come to
Don't die you know the truth is some do
Go write your message on the pavement
Burnin' so bright I wonder what the wave meant

Kick start the golden generator
Sweet talk but don't intimidate her
Can't stop the gods from engineering
Feel no need for any interfering
Your image in the dictionary
This life is more than ordinary
Can I get 2 maybe even 3 of these
Come from space
To teach you of the pliedes
Can't stop the spirits when they need you
This life is more than just a read thru

ΧΕΡΜΑΝ ΧΕΣΣΕ!





HERMANN HESSE (1877-1962)


VOLL BLÜTEN


Voll Blüten steht der Pfirsichbaum
nicht jede wird zur Frucht,
sie schimmern hell wie Rosenschaum
durch Blau und Wolkenflucht.

Wie Blüten gehn Gedanken auf,
hundert an jedem Tag –
Lass blühen! Lass dem Ding den Lauf!
Frag nicht nach dem Ertrag!

Es muss auch Spiel und Tanze sein
und Blütenüberfluss,
sonst wäre die Welt uns viel zu klein
und Leben kein Genuss.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Raica Oliveira.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟ 20: ΝΤΕΟΛΙΝΤΑ





ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η DEOLINDA


FADO TONINHO


Dizem que é mau, que faz e acontece
arma confusão e o diabo a sete
agarrem-me que eu vou-me a ele
não sei o que lhe faço
desgrenho os cabelos
esborrato os lábios
se não me seguram
dou-lhe forte e feio
beijinhos na boca
arrepios no peito
e pagas as favas
eu digo: - enfim,
ó meu rapazinho
és fraco para mim!


De peito feito ele ginga o passo
arregaça as mangas e escarra pró lado
anda lá, ó cobardolas
vem cá mano a mano
eu faço e aconteço
eu posso, eu mando
se não me seguram
dou-lhe forte e feio
beijinhos na boca
arrepios no peito
e pagas as favas
eu digo: enfim,
ó meu rapazinho
sou tão má para ti!

Ó meu rapazinho, ai
eu digo assim:
"- Se não me seguram
dou cabo de ti!"

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

ΜΠΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ Ν' ΑΡΧΙΣΕΙΣ


BERTOLT BRECHT


ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ


Τα πάντα αλλάζουν. Μπορείς και πάλι
ν’ αρχίσεις – και με την τελευταία σου πνοή μπορείς.
Πλην όμως ό,τι έγινε έγινε. Και το νερό,
που ’χεις ρίξει στο κρασί σου, τώρα πια
δεν γίνεται να το βγάλεις έξω.

Ό,τι έγινε έγινε. Ναι. Το νερό,
που έχεις ρίξει στο κρασί σου, τώρα πια
δεν γίνεται να το βγάλεις έξω. Πλην όμως
τα πάντα αλλάζουν. Μπορείς και πάλι
ν’ αρχίσεις – και με την τελευταία σου πνοή μπορείς.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΟΝ ΛΕΓΑΝ ΚΥΡΙΟ ΤΑΚΗ / ΚΥΡΙΟ ΛΑΚΗ




ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ


ΗΤΑΝΕ ΚΑΙ ΚΑΡΑΦΛΟΣ


Ένα δύο δύο ένα
Κάτι ζάρια πεθαμένα
Πόκερ πόκα χαρακίρι
Με τον σπιτονοικοκύρη

Ήτανε και συν τοις άλλοις
Ένας κύριος μπακάλης
Με μιά κίτρινη κουρσάρα
Πιο χιοντρη κι απ’ την κουμπάρα

Ήτανε και καραφλός
Έστρωσε μια κέντα φλος
Και μας πήρε τα λεφτά
Αυτά

Ένας κύριος με γραβάτα
Λίγο σκύλος λίγο γάτα
Με μοντέρνο μουστακάκι
Και τον λέγαν κύριο Τάκη

Παραμύθι και φιγούρα
Μάσαγε και κάτι πούρα
Κάτι δόντια μαυρισμένα
Σα βαγόνια από τραίνα

Ήτανε και καραφλός
Έστρωσε μια κέντα φλος
Και μας πήρε τα λεφτά
Αυτά

ΚΗΤΣ!



JOHN KEATS


BRIGHT STAR


Bright star, would I were stedfast as thou art–
Not in lone splendour hung aloft the night
And watching, with eternal lids apart,
Like nature’s patient, sleepless Eremite,

The moving waters at their priestlike task
Of pure ablution round earth’s human shores,
Or gazing on the new soft-fallen mask
Of snow upon the mountains and the moors–

No–yet still stedfast, still unchangeable,
Pillow’d upon my fair love’s ripening breast,
To feel for ever its soft fall and swell,

Awake for ever in a sweet unrest,
Still, still to hear her tender-taken breath,
And so live ever–or else swoon to death.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Holly Weber.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟ 19: ΜΑΡΙΑ ΝΤΑ ΝΑΖΑΡΕ



MARIA DA NAZARÉ: SAUDADES TENHO-AS AOS MONTES

ΜΕ ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ


JACQUES PRÉVERT (1900-1977)


ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ


Έβαλα το πηλίκιό μου στο κλουβί
και βγήκα με το πουλί στο κεφάλι
Λοιπόν;
δε χαιρετάνε πια;
ρώτησε ο διοικητής
Όχι
δε χαιρετάνε πια
απάντησε το πουλί
Α, καλά
Συγχωρήστε με νόμιζα πως χαιρετάνε
είπε ο διοικητής
Συγχωρεμένος κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει λάθος
είπε το πουλί.



Mετάφραση: Τάσος Κόρφης.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΣΕΓΚΟΒΙΑ ΠΑΙΖΕΙ ΣΟΡ



Ο ANDRÉS SEGOVIA ΠΑΙΖΕΙ FERNANDO SOR: VARIATIONS ON A THEME FROM MOZART

Η ΚΡΥΑ ΝΥΧΤΑ


ERNST BLASS


ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΚΛΑΝΤΥΣ


       Ω εσύ, γλυκιέ μου αποσπερίτη...
            Ριχάρδος Βάγκνερ

Αλλόκοτος που μοιάζω! Η κρύα νύχτα με τρυπάει.
Την ποιητική μου κεφαλή καπέλλο μαύρο ψάχνει.
Στους δρόμους βολοδέρνω, κι όλο ο αγέρας με βαράει.
Δεντρί είμαι· φύλλα με τυλίγουν τύχης σαν αράχνη.

Χτυπάει δωδεκάμιση... Αργά δεν έχει πάει...
Λαγοκοιμούνται οι φανοστάτες στου χιονιού την άχνη.
Αν βγει κανά κορίτσι της χαράς και μου κολλάει,
ο πόθος πια απ’ τα προστυχόλογά του δεν θα με αδράχνει.

Στους δρόμους βολοδέρνω, κι όλο ο αγέρας με βαράει.
Τα φώτα φαίνεται πως μου λιανίζουν τα κομμάτια
απ’ ό,τι ώς τώρα είχα με τον κόσμο να χωρίσω.

Αλλόκοτος που μοιάζω! Η κρύα νύχτα με τρυπάει.
Καλή μου φίλη, αχ, να γινότανε να σ’ απαντήσω,
και θά ’μουν τρυφερός με ολανθισμένα μου τα μάτια.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΟΥ ΕΣΟΠΤΡΟΥ ΤΟ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ


ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΟΡΑΤΙΟ


Στην Ομήρου (ψηλά, μεταξύ Σόλωνος και Σκουφά),
με τους προύνους στις δόξες τους, πάω (κατά τρόπον ανοίκειο
πάω) δολιχοδρομώντας και βάνω να σμίξουν (κρυφά)
την Μαρίνα Τσβετάιεβα, εκεί, με τον Τίτο Πατρίκιο

πλάι. Και η βάναυση μάζα, ως εκ θαύματος, απορροφά
τόνους αίγλης· και κάλλη μετέωρα σκιρτούν· κι επινίκιο
λεν τραγούδι χοροί παιδικοί και καλούν (με φαμφά-
ρες καλούν) στη γιορτή τους Εννέα Λυρικούς ex officio.

Μα είναι κι άλλοι. Είναι Ιππότες εξ απονομής· Πρόκριτοι ΕΙΝΑΙ.
Είν’ η Ορέττα, αβροτέρα των ρόδων, κι ο Γιώργος, δεινός
    και γενναίος,
κι ο Βοζίκης ο Νίκος κι ο Carlo Carosso μαζί· κι έτσι δένει

με του αμάργαρου ξύλου τους σελαγισμούς (που λες: ΓΙΝΕ
και, αυθωρεί, γίνεται) η ασελγής του λωτού στιλβηδών· και
    έτσι και έως
τη συντέλεια το θαύμα κρατάει και του εσόπτρου το
    κρύσταλλο μένει.



Από το βιβλίο: Νίκος Παπαδόπουλος, «In modo misto genuino», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2005, σελ. 156.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟ 18: ΕΡΜΙΝΙΑ ΣΙΛΒΑ





ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η HERMÍNIA SILVA


A TENDINHA


Junto ao arco de bandeira
Há uma loja tendinha
De aspecto rasca e banal
Na história da bebedeira
Ai, aquela casa velhinha
É um padrão imortal

Velha taberna
Nesta Lisboa moderna
É da tasca humilde e terna
Que mantém a tradição
Velha tendinha
És o templo da pinguinha
Dois dois brancos, da ginginha
Da boêmia e do pimpão

Noutros tempos, os fadistas
Vinham, já grossos das hortas
Pra o teu balcão returrar
E inspirados, os artistas
Iam pra aí, horas mortas
Ouvir o fado e cantar

ΓΑΛΑΣ!



FRANTIŠEK HALAS


DOZNÁNÍ


Dojat vším co je láska
k tobě se přimykám
smuten vším co je láska
před tebou utíkám
Překvapen vším co je láska
mlčím ve střehu
churav vším co je láska
soužím se pro něhu
Poražen vším co je láska
u věrných noci úst
opuštěn vším co je láska
až k sobě budu růst


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Rachel Stevens.

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΕΣ


αφιερωμένο στον Νίκο Μαυρωνά

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ


ΠΟΥ ’ΣΑΙ ΘΑΝΑΣΗ;


Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά
όλες τις συνοικίες
δε θέλω πολυτέλειες
και πολυκατοικίες
Είχα έναν παλιόφιλο
τα ίχνη του έχω χάσει
σ' ένα στέκι απόμερο
το στέκι του Θανάση

Πού 'σαι Θανάση
πού 'σαι Θανάση
ήθελα να σ' αντάμωνα...
Πού 'σαι Θανάση
πού 'σαι Θανάση
ήθελα να σ' αντάμωνα
η γρουσουζιά να σπάσει

Εκεί θα βρω της νιότης μου
τα φίνα τα ωραία
το Μάνθο το Θεμιστοκλή
και την παλιά παρέα
Δίπλα θα καθίσουμε
σαν πρώτα στο τραπέζι
και μαζί θ' ακούσουμε
γλυκιά πενιά να παίζει

Πού 'σαι Θανάση
πού 'σαι Θανάση
ήθελα να σ' αντάμωνα...
Πού 'σαι Θανάση
πού 'σαι Θανάση
ήθελα να σ' αντάμωνα
η γρουσουζιά να σπάσει



Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης ή Τσάντας.
Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας.

ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΗ


JEAN MORÉAS (1856-1910)


ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΗ

Πώς ανεβαίνεις στα ψηλά, γλυκιά, λαμπρή, ω σελήνη!
Η άνοιξη πάει, κι έχει το πικρό φθινόπωρο απομείνει!
Το θέρος το φανταχτερό κι η άνοιξη η ανθισμένη
παίρνουν και την αγάπη μου μαζί τους, που πεθαίνει!
Το χελιδόνι είναι μακριά, τα φύλλα σκόρπια χάμου.
Ω έλα, Ροδόπη, ζύγωσε, σ’ αποθυμώ κοντά μου.
Η αύρα, που ερωτικιά φυσάει απ’ το δικό σου στόμα,
μέρες του θέρους, όμορφες, θα μου θυμίσει ακόμα,
και θα πλανέσω τον καιρό και τον πικρό μου πόνο,
τα στήθια σου, απ’ τη νιότη τους μεστά, σαν καμαρώνω.



Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μούσα» τον Νοέμβριο του 1920.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΦΑΚΟΥΝΔΟ ΚΑΒΡΑΛ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο FACUNDO CABRAL


NO SOY DE AQUÍ


Me gusta el mar y la mujer cuando llora
las golondrinas y las malas señoras
saltar balcones y abrir las ventanas
y las muchachas en abril

Me gusta el vino tanto como las flores
y los amantes, pero no los señores
me encanta ser amigo de los ladrones
y las canciones en francés

No soy de aquí, ni soy de allá
no tengo edad, ni porvenir
y ser feliz es mi color
de identidad

Me gusta estar tirado siempre en la arena
y en bicicleta perseguir a Manuela
y todo el tiempo para ver las estrellas
con la María en el trigal

No soy de aquí, ni soy de allá
no tengo edad, ni porvenir
y ser feliz es mi color
de identidad

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΖΑΝ ΜΩΡΕΑΣ



JEAN MORÉAS (1856-1910)


DEUX STANCES

I


Je te sens sur mes yeux, lune, lune brillante
Dans cette nuit d' été ;
Mon coeur de tes rayons distille l' attrayante
Et froide volupté.

Si tu n' es plus Diane, et quand tu serais morte,
Tu guides bien mes pas
Dans l' ombre et sur le bord de la tombe, et qu' importe
La vie ou le trépas !


II

Quand je viendrai m'asseoir dans le vent, dans la nuit,
Au bout du rocher solitaire,
Que je n'entendrai plus, en t'écoutant, le bruit
Que fait mon coeur sur cette terre,

Ne te contente pas, Océan, de jeter
Sur mon visage un peu d'écume :
D'un coup de lame alors il te faut m'emporter
Pour dormir dans ton amertume.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ



Борис Леонидович Пастернак / ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ (1890-1960)


ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ


Χαμένος είμαι, σαν το αγρίμι στο κυνήγι.
Κάπου είναι και άνθρωποι και φως και ελευθερία.
Τα χουγιαχτά των κυνηγών μού φέρνου ρίγη·
για μένα δεν υπάρχει διέξοδος καμμία.

Μια λίμνη· κι ένα δάσος σκοτεινό· κι ακόμη
ενός ελάτου το κορμί – που ’χει πεθάνει.
Από παντού για ’μέ είναι πια κομμένοι οι δρόμοι.
Ό,τι κι αν γίνει ας γίνει. Το ίδιο εμέ μου κάνει.

Ποιό νά ’κανα κακό; Τί μού ’χουνε προσάψει;
Φονιάς, κακούργος νά ’μαι, αλήθεια; Ή ρεμάλι;
Τον κόσμον όλο από χαρά έκαμα να κλάψει
για της πατρίδας μου τα παινεμένα κάλλη.

Κι ενώ στου τάφου μου το στόμα ήδη έχω σκύψει,
πιστεύω δεν αργεί ο καιρός της νηνεμίας,
του δε Καλού το πνεύμα θά ’ρθει να συντρίψει
της χυδαιότητας τη βία – και της κακίας.


1959



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΕΙΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΙΠΟΤΕ


Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ


Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ' έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τί γυρεύατ' εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». - Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ


ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΜΕΛΑΝΩΜΑ


Σε παίρνει για ταξίδι μια σειρήνα
και μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη.
Tη σκοτεινή σου μελετάμε πείνα
καχύποπτοι, ανύποποι και ύποπτοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου πώς ν' αγοράσω
τώρα που απόμεινα στον άσσο.

Στο μέτωπο τριγύρω στις ραβδώσεις
μια μύγα παίζει ως κορασίδα άπορη.
Οι φίλοι σ' επισκέπτονται με δόσεις
παράφοροι, ανυπόφοροι κι αδιάφοροι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Απόψε πρέπει να προφτάσω
γιατί αύριο θε να σε χάσω.

Ιωνικές κολώνες σε μαγκώνουν
και σου χαρίζουν τιμωρία άδικη.
Σ' αυτή την άσπρη πρέσσα δε γλιτώνουν
διάδικοι, υπόδικοι, κατάδικοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου δε θα αγοράσω
γιατί απόμεινα στον άσσο.

Μέχρι να αρχίσεις, μέχρι να τελειώσεις
το πρόσωπό τους αποστρέψανε άφωνοι
οι φίλοι και γελούν στις συγκεντρώσεις
μεγάφωνοι, μικρόφωνοι, παράφωνοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα φτάνουν φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Κι εγώ απόψε θα σε χάσω
και αύριο θα σε ξεχάσω.



Στίχοι: Άλκης Αλκαίος.

ΧΑΪΝΕ!




HEINRICH HEINE (1797-1856)


ICH HALTE IHR DIE AUGEN ZU


Ich halte ihr die Augen zu
Und küß sie auf den Mund;
Nun läßt sie mich nicht mehr in Ruh,
Sie fragt mich um den Grund.

Von Abend spät bis Morgens fruh,
Sie fragt zu jeder Stund:
Was hältst du mir die Augen zu,
Wenn du mir küßt den Mund?

Ich sag ihr nicht, weshalb ichs tu,
Weiß selber nicht den Grund.
Ich halte ihr die Augen zu
Und küß ihr auf den Mund.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Pamela David.

ΤΟ ΜΕΞΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΝΕΦΟ




Ο ENZO JANNACCI ΚΑΙ Ο PAOLO CONTE ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


MESSICO È NUVOLE


Lei è bella lo so
è passato del tempo e io ce l'ho nel sangue ancor.
Io vorrei io vorrei
ritornare laggiù da lei ma so che non andrò.
Questo e' un amore di contrabbando
meglio star qui seduto a guardare il vino che butto giù.

Mexico e nuvole il tempo passa sull'America
il vento suona la sua armonica,
che voglia di piangere ho
Mexico e nuvole la faccia triste dell'America
il vento insiste con l'armonica,
che voglia di piangere ho.

Chi lo sa come fa quella gente
che va fin là a pronunciare sì... mah!
Mentre sa che è già provvisorio l'amore
che c'è sì ma forse no... ah!
Queste son situazioni di contrabbando
a me non sembra giusto neanche in Mexico, ma perchè?

Mexico e nuvole il tempo passa con l'America
il vento insiste con l'armonica,
che voglia di piangere ho
Mexico e nuvole la faccia triste dell'America
il vento straccia anche l'armonica,
che voglia di piangere ho.

Torno a lei torno a lei
la chitarra risuonerà
per tanto tempo ancor
e il mio amore per lei
i suoi passi accompagnerà nel bene e nel dolor.
Queste son situazioni di contrabbando
tutto si può inventare ma non un matrimonio non si può più.

Mexico e nuvole il tempo passa sull'America
il vento insiste con l'armonica,
che voglia di piangere ho.
Mexico e nuvole la faccia triste dell'America
il vento insiste con l'armonica,
che voglia di piangere ho.



Στίχοι: Vito Pallavicini & Paolo Conte.
Μουσική: Paolo Conte.

ΓΕΜΙΣΕ Η ΠΟΛΗ ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΥΣ


ΠΑΝΑΓΟΣ ΠΕΠΠΑΣ


[ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΟΥΛΙ]

Ένα μεγάλο κόκκινο πουλί
φτεροκοπώντας με τις δυό ασπίδες του
κάθισε διαδοχικά
σ’ όλα τα περίπτερα της πόλης
ώσπου γέμισε η πόλη ανεμόμυλους.
Ύστερα έφυγε κι εσύ το ακολούθησες.
Ο δρόμος που πήραν τα πόδια σου
έχει τώρα μια μακριά λοφοσειρά.
Τί νά ’ναι αυτή η λοφοσειρά;
Μήπως κατασκευαστής κυμάτων;
Εμείς άνεμο θέλουμε.
Μήπως το ήλεκτρο που έχεις
όταν ο άνεμος εξασκείται στο σώμα σου;
Θά ’ταν ό,τι καλύτερο.



Από το βιβλίο: Πανάγος Πέππας, «Η ακακία της Ανδομάχης», Αθήνα 1986, σελ. 41.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟ 17: ΒΑΝΙΑ ΦΕΡΝΑΝΤΕΣ





VÂNIA FERNANDES: FADO DA MADEIRA

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

ΑΡΚΑΝΤΖΕΛΟ ΚΟΡΕΛΛΙ



ARCANGELO CORELLI
Concerto Grosso, Opus 6 No. 8


I.Vivace – Grave
II. Allegro
III. Adagio - Allegro – Adagio
IV. Vivace
V. Allegro

Βιολιά: Caeli Smith και Sabrina Tabby.
Βιόλα: Madeline Smith.
Βιολοντσέλλο: Genevieve Tabby.

Ethical Society Building, Philadelphia
April 22, 2007

ΓΑΜΟΝΕΔΑ!




ANTONIO GAMONEDA


INVIERNO


La nieve cruje como pan caliente
y la luz es limpia como la mirada de algunos seres humanos,
y yo pienso en el pan y las miradas
mientras camino sobre la nieve.

Hoy es domingo y me parece
que la mañana no está únicamente sobre la tierra
sino que ha entrado suavemente en mi vida.

Yo veo el río como acero oscuro
bajar entre la nieve.
Veo el espino: llamear el rojo,
agrio fruto de enero.
Y el robledal, sobre tierra quemada,
resistir en silencio.

Hoy, domingo, la tierra es semejante
a la belleza y la necesidad
de lo que yo más amo.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Zoe Saldana.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

ΠΡΟΠΟΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ "ΤΡΑΒΙΑΤΑ" ΤΟΥ ΒΕΡΝΤΙ


Η ANNA NETREBKO (Violetta) ΚΑΙ Ο RICARDO VILLAZÓN (Alfredo) ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ GIUSEPPE VERDI


BRINDISI


Alfredo:

Libiamo, libiamo ne'lieti calici
che la belleza infiora.
E la fuggevol ora s'inebrii
a voluttà.
Libiamo ne'dolci fremiti
che suscita l'amore,
poichè quell'ochio al core
Omnipotente va.
Libiamo, amore fra i calici
più caldi baci avrà.
All:
Ah, libiamo;
amor fra i calici
Più caldi baci avrà

Violetta:
Tra voi tra voi saprò dividere
il tempo mio giocondo;
Tutto è follia nel mondo
Ciò che non è piacer.
Godiam, fugace e rapido
e'il gaudio dell’amore,
e'un fior che nasce e muore,
ne più si può goder.
Godiam c'invita un fervido
accento lusighier.

Όλοι:
Godiam, la tazza e il cantico
la notte abbella e il riso;
in questo paradise
ne sopra il nuovo dì.

Violetta:
La vita è nel tripudio

Alfredo:

Quando non s'ami ancora.

Violetta:

Nol dite a chi l'ignora,

Alfredo:
e' il mio destin così ...

Όλοι:
Godiamo, la tazza e il cantico
la notte abbella e il riso;
in questo paradiso ne sopra il nuovo dì.



Μαζί τους σε Konzertvereinigung η Wiener Staatsoper και οι Wiener Philharmoniker.

ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΒΑΛΕΝΘΙΑΣ


Τραγουδιστές της όπερας έχουν μεταμφιεσθεί σε πωλητές και ξαφνικά η αγορά της Βαλένθιας γεμίζει Βέρντι, Τραβιάτα.

Σ' ευαριστώ, Χρήστο Ψιτ., για την αποστολή.

Και βέβαια Viva Valencia!

Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ



FRANCISCO DE QUEVEDO


ΣΤΗ ΛΙΣΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΓΕΜΙΣΕΙ ΤΗΝ ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΙΜΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΑ

Του Μίδα θησαυρούς μες στα μαλλιά τυλίγεις, Λίση –
στις μπούκλες σου βαρύ, πολύχρυσο λογάρι εγράφη·
γαρύφαλλα, αίμα ευωδιαστό, τριγύρω στο λαιμό άφη-
σαν ίχνη μιας πληγής που δεν ποθεί ποτέ να κλείσει.

Πυρακτωμένες μίνες που με κήπους μοιάζουν, και ίση
αξία έχουν μ’ ένα μέγα θαύμα στου έρωτα τα εδάφη:
με μέλι αργό υβλαίο το πάριο μάρμαρο πλέον βάφει
τον όγκο του, όντας έτοιμο ροδώνες να γεννήσει.

Τα θαύματα στο γενναιόδωρό σου το κεφάλι
αιμοδιψής γινήκαν ομορφιά, μα, μόνο η μοίρα
αν θέλει, θα νικήσουν των βοστρύχων σου τα κάλλη.

Τα χείλη σου υποθάλπουν μαργαριταρένια σπείρα –
τα χείλη σου, αχ: ρουμπίνια που μιλάν, σοφό κοράλλι,
γλυκόλαλα γαρύφαλλα, πολύτιμη πορφύρα!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΞΕΦΥΓΕ


W.B. YEATS


ΓΛΥΚΙΑ ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ


Η κόρη πάει χορεύοντας εκεί
Στη φυλλόσπαρτη, νεοθέριστη, απαλή
Χλοερή απλωσιά του κήπου·
Ξέφυγε από νιότη πικρή
Ξέφυγε από το πλήθος της
Ή από το μαύρο σύννεφό της.
Ω, χορεύτρια, ω, γλυκιά χορεύτρια!

Αν παράξενοι άνθρωποι φανούν απ’ το σπίτι
Για να την πάρουν μακριά, μην πείτε
Πως είν’ ευτυχισμένη όντας τρελή·
Πάρτε τους μ’ ευγένεια πιο ’κεί,
Αφήστε να τελειώσει το χορό της,
Αφήστε να τελειώσει το χορό της,.
Ω, χορεύτρια, ω, γλυκιά χορεύτρια!



Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος.
Από το βιβλίο: William Butler Yeats, «Μυθολογίες και οράματα», εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Σπύρος Ηλιόπουλος, Πλέθρον, Αθήνα 1983, σελ. 89.



**********************************


SWEET DANCER


The girl goes dancing there
On the leaf-sown, new-mown, smooth
Grass plot of the garden;
Escaped from bitter youth,
Escaped out of her crowd,
Or out of her black cloud.
Ah, dancer, ah, sweet dancer!

If strange men come from the house
To lead her away, do not say
That she is happy being crazy;
Lead them gently astray;
Let her finish her dance,
Let her finish her dance.
Ah, dancer, ah, sweet dancer!

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΛΟΥΤΣΙΟ ΝΤΑΛΛΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο LUCIO DALLA


UN UOMO COME ME


Un uomo come me
se ha sete beve vino
se ha fame chiede il pane al suo vicino

Un uomo come me
quando regala un fiore
non è un fiore comprato ma è colto sotto al sole

Un uomo come me
la casa dove è nato
l'abita senza luna quando dorme sul prato

Un uomo come me
sorride e parla poco
perchè legge nei tuoi occhi e poi capisce il gioco

Un uomo come me
ha un buco dentro il cuore
lo senti gridare ma non credi all'amore

A un uomo come me
quando ti dice addio
tu dici arrivederci e pensi ancora a Dio

Un uomo come me
aspetta il tuo ritorno
liberando nel vento una rondine al giorno

Un uomo come me
si allontana di sera
credeva fosse inverno e muore a primavera

ΧΙΜΦΕΡΡΕΡ!




PERE GIMFERRER (1945)


CUNNUS


¿Si una flor sola, sólo un ramillete,
un susurrar de rubio se desliza,
si sólo en este pliegue un oro iza
el vértice de luz de tu florete?

¡Si no puedo decirte “Ven” o “Vete”,
si con mirarte mi ojo ya agoniza,
si tu pubis me borra como tiza,
si mi mástil navega ya sin flete!

¡Si sé decir que quiero que me digas
qué inflamarán en mí tus chimborazos,
de qué debo morir entre tus brazos
por la luz de los nardos y las higas,

de qué debo morir si en mí perdonas
la cortesía al aire que coronas
con la fulguración de tus espigas!



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Rosario Dawson.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΣΙΤΑ ΚΙΡΟΓΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ROSITA QUIROGA


APOLOGÍA TANGUERA


Tango rante, tu emoción
es el alma del suburbio,
para vos, el verso turbio
de mi parda inspiración.

Te lucís con tu pintón
y en cualquier baile orillero
sos un símbolo canero
que entra taconeando fuerte,
sos la risa, y sos la muerte,
vestida de Milonguero.

Sos entre el camandulaje
un cacho de mala suerte,
sos el barbijo de muerte
que rubrica el sabalaje.

Sos el alma del chusmaje
metida en un bandoneón,
sos la furca, la traición,
el piropo y el chamuyo,
y sos una flor de yuyo
que perfuma el corazón.

Sos el lamento tristón
que amarrocando sentidos,
te metés por los oídos
y escarbás el corazón.

Sos el réquiem compadrón,
el que gimió allá en París,
con tu canyengue, ¿me oís?
Vos fuiste el fiero remache
que hizo temblar al apache
y llorar a las Mimís.

Tango lindo que se estira
en un bandola atorrante
y que sale agonizante
mientras se baila y se aspira.

¡Tango' Sos como un tira
de prepotencia y de mal,
sos lágrima y delantal,
sos farolito de esquina
y sos tristeza de mina
que se clava en un puñal.



Στίχοι: Enrique Cadícamo.
Μουσική: Rosita Quiroga.
Τραγούδι του 1933.

ΤΟ ΠΑΪΔΑΚΙ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΟΣ


ΠΕΡΙΛΗΨΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ


Στο διπλανό τραπέζι της κυριακάτικης ταβέρνας
  μύρια μύρια μύρια, εκ του εκατομμύρια
στο διπλανό τραπέζι της κυριακάτικης ταβέρνας
  άδες ρω άδες ρω εκ του χιλιάδες ευρώ
στο διπλανό τραπέζι της κυριακάτικης ταβέρνας
  πία πία πία εκ του χρεοκοπία
το παϊδάκι, ωχ αδερφέ, το ίδιο πάντα και ψητό.



Από το βιβλίο: Γιώργος Μίχος, «Τα Μαύρα του Γκόγια», Εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα 2010.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟ 16: ΜΙΣΙΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MISIA: DUAS LUAS

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ


ΡΑΝΙΩ ΝΙΖΑΜΙΔΗ


ΜΙΣΗ ΦΡΑΣΗ


Έψαξα σε πόλεις κι εξοχές
ρώτησα τωρινούς κι αλλοτινούς ανθρώπους.
Στα σύννεφα ή στο χώμα
η απάντηση έμεινε ίδια.
Ναι, υπάρχει·
Η μισή εκείνη φράση
που την τέλεια αγάπη περιέχει:
Σ’ αγαπώ ανεξαρτήτως.
Υστερεί συντακτικώς,
μα δεν υπάρχουνε στο νόημα κενά.
Η κατάθεση είναι πλήρης.

Σ’ αγαπώ ανεξαρτήτως.




Από το βιβλίο: Ρανιώ Νιζαμίδη, «Άτρωτος ένας», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σελ. 17.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

ΜΠΕΤΟΝ ΓΥΑΛΙ ΜΟΛΥΒΙ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΑΝΓΚΟ ΓΙΑ ΟΤΑΝ ΓΚΩΝΟΥΜΕ ΜΕΤΑΞΥ ΟΛΒΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΒΟΥ


                 Στον Ηλία Μπαζίνα

Σαπούνια ραπτομηχανές βυκάνες
κινούν δροσιές και μόσχους στ’ αλωνάκι
οι ποιητές οπλίζονται με κάννες
που ’ν’ ανικανοποίητες παρά ’κει
από της βάτου τις βατές αφάνες

Των αφανών νερών οι μέσα κρήνες
τους κρίνους καρτερούν να τις αντλήσουν
ν’ αποκριθούν με σολ στα φα οι σωλήνες
να υφάνουνε στεφάνους που αν κλείσουν
μπαλλόνια θά ’ναι στης αλός τις θίνες

Στα χάη αγάλλονται άλλως όλβιοι στίβοι
με τις μαρμαρυγές πολλών αστέρων
που πολικός από ετών τούς θλίβει
καπνός και τα λοιπά του κάλβου φέρων
οργανισμός μπετόν γυαλί μολύβι