Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ



GUILLAUME APOLLINAIRE


ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ


Μελίρρυτη εξορμά η σελήνη στων σαλών τα χείλη
Περβόλια και χωριά τηλώνονται όλα αιγλήεσσα ύλη
Τ’ αστέρια υποκρίνονται όμορφα πως είν’ μελίσσι
Και μέλι ολόφωτο τα τσάμπουρα έχει πλημμυρίσει
Πασίγλυκο είναι κι απ’ τον ουρανό χιμάει και θέλει
Του φεγγαριού η κάθε αχτίδα νά ’ν’ μι’ αχτίδα μέλι
Κρυμμένος νιώθω το γλυκό το κέντημα του πούρου
Κεντριού και τρέμω μην κεντρί είν’ της μέλισσας του Αρκτούρου
Που αχτίδες έρχεται ακουμπά στα χέρια μου εν προόδω
Το φεγγαρόμελο βουτώντας στου άνεμου το ρόδο


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Μουσική: Claude Debussy.
Βιολί: David Oistrakh.
Πιάνο: Frida Bauer.
Εγγραφή: Παρίσι 1962.




***********************


CLAIRE DE LUNE


Lune mellifluente aux lèvres des déments
Les vergers et les bourgs cette nuit sont gourmands
Les astres assez bien figurent les abeilles
De ce miel lumineux qui dégoutte des treilles
Car voici que tout doux et leur tombant du ciel
Chaque rayon de lune est un rayon de miel
Or caché je conçois la très douce aventure
J'ai peur du dard de feu de cette abeille Arcture
Qui posa dans mes mains des rayons décevants
Et prit son miel lunaire à la rose des vents

Ο ΛΕΟ ΦΕΡΡΕ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΑΠΟΛΛΙΝΑΙΡ


Ο LEO FERRÉ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ GUILLAUME APOLLINAIRE


LE PONT MIRABEAU


Sous le pont Mirabeau coule la Seine
Et nos amours
Faut-il qu'il m'en souvienne
La joie venait toujours après la peine

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

Les mains dans les mains restons face à face
Tandis que sous
Le pont de nos bras passe
Des éternels regards l'onde si lasse

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

L'amour s'en va comme cette eau courante
L'amour s'en va
Comme la vie est lente
Et comme l'Espérance est violente

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

Passent les jours et passent les semaines
Ni temps passé
Ni les amours reviennent
Sous le pont Mirabeau coule la Seine

Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Η ΡΟΘΙΟ ΚΟΡΤΕΣ ΚΑΙ Η ΙΣΑΒΕΛ ΠΑΝΤΟΧΑ

height="344">
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΠΡΩΤΑ Η ROCÍO CORTÉS ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ Η ISABEL PANTOJA



LA ZARZAMORA

En en café de Levante entre palmas y alegrías,
cantaba la zarzamora;
se lo pusieron de mote porque dicen que tenia
los ojos como la mora.
Le hablo primero a un tratante, y olé,
y luego fue de un Marques
que la lleno de brillantes, y olé,
de la cabeza a los pies.
Decía la gente que si era de hielo,
que si de los hombres se estaba burlando,
hasta que una noche, con rabia de celos,
a la zarzamora pillaron llorando.

¿Que tiene la zarzamora
que a todas horas
llora que llora por los rincones,
ella que siempre reía
y presumía de que partía los corazones?
De un querer hizo la prueba
y un cariño conoció
que la trae y que la lleva
por la calle del dolor.
Los flamencos del colmado
la vigilan a deshora
porque se han empestillado
en saber del querer desgraciado
que embrujo a la zarzamora.

Cuando Sonaban las doce una copla de agonía
lloraba la zarzamora,
mas nadie daba razones ni el intríngulis sabia
de aquella pena traidora.
Pero una noche al levante, y olé,
fue a buscarla una mujer;
cuando la tuvo delante, y olé,
se dijeron no se que.
De aquello que hablaron ninguno ha sabido
mas la zarzamora lo dijo llorando
en una coplilla que pronto ha corrido
y que ya la gente la va publicando.

¿Que tiene la zarzamora
que a todas horas
llora que llora por los rincones,
ella que siempre reía
y presumía de que partía los corazones?
Lleva anillo de casado,
me vinieron a decir,
pero ya lo había besado
y era tarde para mi.
Que publiquen mi pecado
y el pesar que me devora
y que todos me den de lado
al saber del querer desgraciado

ΜΑΘΑΜΕ ΦΡΑΣΕΙΣ Ν' ΑΡΑΔΙΑΖΟΥΜΕ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΠΟΙΗΤΕΣ


       Στον Κώστα Καρυωτάκη

Ω, δε χωρεί καμία αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστ’ εμείς με κυματίζουσα την κόμη
–έμβλημα αρχαίο καλλιτεχνών– και χτυπητές
μάθαμε φράσεις ν’ αραδιάζουμε κι ακόμη

μια ευαισθησία μάς συνοδεύει υστερική
που μας πικραίνει ένα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριά ένα σύννεφο μαβί. Χιμαιρική
τη ζωή μας λέμε και δεν έχουμ’ ένα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοί και μοναχοί
όμως περήφανα στα βάθη μας κρατούμε
το μυστικό μας θησαυρό, κι όταν ηχεί
η βραδινή καμπάνα ανήσυχα σκιρτούμε.

Θεωρούμε ανίδεους, ανάξιους και ευτελείς
γύρω μας όλους κι απαξιούμε μιά ματιά μας
σ’ αυτούς να ρίξουμε, κι η νέα ξανά σελίς
το θρήνο δέχεται του ανούσιου έρωτά μας.

Αναμασάμε κάθε μέρα τα παλιά
χιλιοειπωμένα αισθήματά μας. Εξηγούμε
το τάλαντό μας:«κελαηδούμε σαν πουλιά»
Την ασχολία μας τόσ’ ωραία δικαιολογούμε.

Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστ’ εμείς
και τυλιγόμαστε μανδύα μας ένα τοίχο
μ’ έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ’ έναν –με δίχως χασμωδίες– μουσικό στίχο.

Γύρω μας κι άλλοι κι αν πονούν κι αν δυστυχούν
κι αν τους λυγίζει, αν τους φλογίζει η αδικία
ω, τέτοια θέματα πεζά ν’ ανησυχούν
τους αστρικούς μας στοχασμούς, είναι βλακεία...

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΜΟΥΡΟΛΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ROBERTO MUROLO


'O ZAMPUGNARO 'NNAMMURATO


Nu bellu figliulillo zampugnaro,
che a Napule nun c'era stato ancora,
comme chiagneva, 'nnante a lu pagliaro,
quanno lassaje la 'nnammurata fora...
E a mezanotte, 'ncopp'a nu traino,
pe' Napule partette da Avellino...

Ullero - ullero...
buono e sincero...
Da lu paese, a Napule arrevato,
nce cammenava comm'a nu stunato...

E succedette ca, na bella sera,
jette a sunia la casa 'e na signora:
Tapp?te, luce, pavimente a cera...
ricchezze maje nun viste anfin'a allora!
Ma se 'ncantaje, cchi? assaje de sti rricchezze,
'e ll'uocchie d''a signora e de li ttrezze...

Ullero - ullero...
fuje nu mistero:
Quanno jette pe' vasa ? signora 'e mmane:
"Zitto, - sentette 'e d? - viene dimane!..."

Cielo, e comme fuje doce 'sta nuvena
ca ll'attaccaje cu n'ata passione!...
E se scurdaje 'e ll'ammore 'e Filumena
ch'era fatecatora e bona bona...
Ma ll'urdema jurnata ca turnaje,
chella signora, a casa, 'un ce 'a truvaje...

Ullero - ullero...
sturduto overo,
Avette ciento lire e 'sta 'mmasciata:
"Scurdatavella, chella ? mmaretata..."

Na casarella 'mmiez'a li mmuntagne,
nu fucularo cu nu cippo 'e pigne...
'A neve sciocca e na figliola chiagne:
Chis? stu lietto 'e sposa si se 'ncigna...
P''a strada sulitaria d'Avellino
nun sta passanno manco nu tra?no...

Ullero - ullero...
"Cagna penziero!..."
Sta sotto a nu barcone appuntunato...
Poveru zampugnaro 'nnammurato!...

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

ΟΝΕΙΡΩΝ ΟΝΕΙΡΟ


FEDERICO GARCÍA LORCA


ΓΡΑΝΑΔΑ 1850


Από την κάμαρά μου
ακούω το συντριβάνι.

  Το φύλλο και τ’ αμπέλι
και μία ηλιαχτίδα.
Μαζί όλα τώρα δείχνουν
το μέρος της καρδιάς μου.

  Στ’ Αυγούστου τον αγέρα
τα σύγνεφα πηγαίνουν.
Ονείρων όνειρο είμαι
στο συντριβάνι κάτω.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ!


BEBO VALDÉS Y DIEGO EL CIGALA: LÁGRIMAS NEGRAS

ΣΤΑΝΙΣΛΑΒ ΚΟΣΤΚΑ ΝΩΥΜΑΝ!




STANISLAV KOSTKA NEUMANN


LISTOPAD MEZI BUKY


Všechny jizvy strání se již obnažily
zvětralé a šedé, mechem skvrnité.
Suchá voda větru šumí steskem lesů,
po vrších je slunce měkce rozlité.

Slunce milosrdné, jež by chtělo hřáti
stromů vrcholky již polobezlisté...
chladný den má vůni hrdé rezignace,
barvy rozkladu a lesky zlatisté.

Bloudím žleby mezi bukovými lesy.
Ještě mají stromy trochu zeleně,
vydechující do spleti kmenů choře
lehce fialovou páru jeseně.

Bloudím tiše s křídly klidně složenými,
zhnědlé zlato buků šustí pod nohou,
na dně žlebu ručej zvoní ledovitě,
ptáci - touho! - ptáci zpívat nemohou...

Stojím v klíně kopců; harmonií stesků
sladce dýše píseň listopadová.
A mne mrzí jedno: v černém haveloku
že tu stojím jako skvrna surová.

Raději byl bych faunem chlupatým a hnědým,
v hnědých proudech listí sotva zřejmý bod:
na bukový pařez s píšťalkou bych used
listům padajícím hráti doprovod.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη παλιά φίλη του ιστολογίου κ. Laetitia Casta.

ΠΑΜΕ ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΒΑΣΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ


ΠΑΜΕ ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ


Πάμε σαν άλλοτε, πάμε σαν άλλοτε
στο μακρινό τ' ακρογιάλι
που τα μυστικά του πάλι
θα μας πει το μαϊστράλι

Πάμε σαν άλλοτε, πάμε σαν άλλοτε,
σκέψου γαλήνη που θα 'χει
κει που στέκονται οι βράχοι
και φιλοσοφούν μονάχοι

Θα 'μαστε μόνοι εσύ και γω
στη γνωστή μας ακρογιαλιά
και θα βρεθούμε με βήμα αργό
στα λημέρια μας τα παλιά

Συ και γω, συ και γω
στης ακρογιαλιάς τη γαλήνη
Συ και γω, συ και γω,
συ και γω κι αν βγει κι η σελήνη

Πάμε σαν άλλοτε, πάμε σαν άλλοτε,
θα σε κρατώ απ' το χέρι
και της θάλασσας τ' αγέρι
τη δροσιά του θα μάς φέρει

Πάμε σαν άλλοτε, πάμε σαν άλλοτε,
πάμε αγάπη μου, πάμε
στ' ακρογιάλι π' αγαπάμε
και που πάντοτε θυμάμαι

Θα 'μαστε μόνοι εσύ και γω
στη γνωστή μας ακρογιαλιά
και θα βρεθούμε με βήμα αργό
στα λημέρια μας τα παλιά

Συ και γω, συ και γω
στης ακρογιαλιάς τη γαλήνη
Συ και γω, συ και γω,
συ και γω κι αν βγει κι η σελήνη



Στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος. & Χρήστος Γιαννακόπουλος.
Μουσική: Μιχάλης Σουγιούλ & Κώστας Γιαννίδης.

ΣΤΟ ΡΟΔΟ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ


GUILLAUME APOLLINAIRE


ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ


Σελήνη μελίρρυτη στα χείλια των τρελών
Τα περιβόλια κι οι κώμες αυτή τη νύχτα είναι λαίμαργα
Τ’ αστέρια παριστάνουν αρκετά καλά τις μέλισσες
Μ’ αυτό το φωτεινό μέλι που δεν αρέσει στις συστάδες των δέντρων
Γιατί είναι πολύ γλυκό και τούς πέφτει από τον ουρανό
Κάθε αχτίδα της σελήνης είναι μι’ αχτίδα μελιού
Λοιπόν κρυμμένος εννοώ την πολύ γλυκιά περιπέτεια
Φοβάμαι το κεντρί φωτιάς αυτής της μέλισσας του Αρκτούρου
Που ακούμπησε στα χέρια μου απατηλές αχτίδες
Και πήρε το φεγγαρίσιο μέλι του στο ρόδο του ανέμου



Μετάφραση: Σπύρος Τζουβέλης.
Από το βιβλίο: Γκυγιώμ Απολλιναίρ, «Ποιήματα», επιλογή – μετάφραση Σπύρος Τζουβέλης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σελ. 28.


***********************


CLAIRE DE LUNE


Lune mellifluente aux lèvres des déments
Les vergers et les bourgs cette nuit sont gourmands
Les astres assez bien figurent les abeilles
De ce miel lumineux qui dégoutte des treilles
Car voici que tout doux et leur tombant du ciel
Chaque rayon de lune est un rayon de miel
Or caché je conçois la très douce aventure
J'ai peur du dard de feu de cette abeille Arcture
Qui posa dans mes mains des rayons décevants
Et prit son miel lunaire à la rose des vents

ΕΦΤΑ ΤΣΕΧΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ "ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ" ΤΟΥ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ



CHARLES BAUDELAIRE


ALBATROS


Souvent, pour s'amuser, les hommes d'équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.

A peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l'azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d'eux.

Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu'il est comique et laid!
L'un agace son bec avec un brûle-gueule,
L'autre mime, en boitant, l'infirme qui volait!

Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l'archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l'empêchent de marcher.


***************************************

ALBATROS


Aby čas na moři za plavby krátilo si,
tu mužstvo posádky si chytá v dlouhých dnech
své němé průvodce na cestách, albatrosy,
spějící za lodí po hořkých propastech.

Ti vládci blankytu, jen postaveni na zem,
hned neohrabaní a plni ostychu,
svá křídla veliká jak vesla spustí rázem
a zplihlá po bocích je vlekou potichu.

Jak nemotorný je ten poutník okřídlený!
On, prve krásný tak, jak směšný, chudák, je!
Ten zobák dráždí mu svou lulkou z možské pěny,
ten po něm, bezmocném, zas chodí kulhaje.

A Básník také je jak tento kníže výší,
jenž létá bouřemi a z šípů má jen smích;
když stojí na zemi, kde posměch v tvář mu čiší,
při chůzi vadí mu pár křídel olbřímích.


Μετάφραση: Svatopluk Kadlec


ALBATROS

Tak často k zábavě své mužstvo lodní chytá
si albatrosa; ten, pták mořských oblastí,
jak soudruh netečný vždy za korábem lítá,
když zvolna přejíždí klín hořké propasti.

Jich ruka na prkna jej sotva položila,
a ten král azuru, nejapný, studem jat,
tam svěsiv žalostně svá velká křídla bílá,
jak vesla po boku je nechá přeplývat.

Ten poutník perutný, jak nehbytý je, vratký!
Tak ladný nedávno, je bídný, směšný tak!
Ti v zobák strkají mu dýmky troubel krátký,
ti po něm kulhají, jenž lítal - ubožák!

A Básník podoben je vládci říše mračné,
jenž navštěvuje bouř a střelců neváží;
když na zem vyhnán je v střed láje posměvačné,
ta peruť obrovská mu v chůzi překáží.


Μετάφραση: Jaroslav Haasz



ALBATROS

Nejednou k zábavě matrózi jako dravci
Chtí albatrsosy mít a chytí si je v hrách,
Je, kteří sledují, lhostejní spoluplavcui,
Loď klouzajcí hloub po možských hlubinách.

Když potom postaví je na palubní luby,
Králové azuru pojednou otupí
A vláčí žalostně svých velkých křídel ruby
Jak vesla po stranách, jak vesla potupy.

Jak, poutník křídlatý, teď těžkopádným sluje!
Jak, druhdy vznešený, je směšný, plný plih!
Kdos lulkou dráždí ho a jiný imituje
Kulháním chorého, jenž létal ve výších!

Básník se podobá princi, jenž v mracích svítí,
A s bouří hovoře, dbá střel jak iluzí;
Však na zem uvržen, on za posměchu cítí,
Jak křídla obrovská mu brání při chůzi.


Μετάφραση: Vladimír Holan


ALBATROS

Dost často chytají si plavci albatrosy
tak pro pobavení; ti mořští tuláci
se vznáší za lodí, jež klouzá přes kolosy
na hořkých propastech a jež se kymácí.

Hned jak je položí na prkno u kormidla,
těm králům azuru tak neobratným, žel,
poklesnou žalostně ta velká, bílá křídla
jak vesla, visící jim podél velkých těl.

Jak neobratný je ten poutník z lodních snímků!
A jak komický je on, jenž si nehraje!
Hle, jeden zastrčil mu do zobáku dýmku
a dhuhý opičí se po něm, kulhaje!

A Básník podoben je tomu králi mračen,
jenž létá za bouře a vždycky bez hrůzy!
je také v exilu a mezi hejnem kačen -
i jeho perutě mu vadí při chůzi.


Μετάφραση: Vítězslav Nezval


ALBATROS

Často těm z posádek postačí k taškařici
křídlatý albatros, pták, který brázdí vzduch
za lodí, po hořkých propastech klouzající,
té pouti lhostejný a vytrvalý druh.

Na prkna paluby ho složí a v té chvíle
je z krále azuru jen neohrabanec,
jenž s hanbou nechává perutě, velké, bílé,
svěšeny po boku jak cizí těžkou věc.

Ten poutník s křídly je teď hříčkou lidské zloby!
On, krásný nedávno, je k smíchu, šeredný!
Ten lulkou dráždí ho a onen napodobí
kulhání mrzáka, jenž létal celé dny!

Básník má stejný los jak tento kníže mračen,
jenž smích má pro střelce a v bouřích umí plout;
vyhnanec na zemi a k zemi luzou tlačen,
pro křídla obrovská nemůže se tu hnout.


Μετάφραση: František Hrubín



ALBATROS


Pro zábavu svou to dělají námořníci,
že velké albatrosy často chytají,
již letí jak lhostejní spolucestující
za loďmi, hořkou jež propastí klouzají.

Sotvaže kořist svou na prkna položili,
ten pták, jenž jako král se v azur rozletí,
svých křídel žalostně hned nechá smutek bílý
jek vesla bezvládná po poku kráčeti.

Ten poutník křídlatý, jak nemotorně stojí!
Dřív krásný tak, teď hnus, smích budí v diváku.
Chlap zobák dráždí mu smrdutou lulkou svojí
a jiný, kulhaje, se směje chudáku.

Je Básník podoben knížeti oblačnému:
směje se biřicům, v bouř zírá nehnutě,
vyhnanec na zemi, kde všechni spílá jemu,
a v chůzi vadí mu obrovské perutě.


Μετάφραση: Hanuš Jelínek



ALBATROS


Jen tak, jen z rozmaru veliké albatrosy,
netečné poutníky, chytají lodníci,
ptáky, jež moře snad na cestu přibralo si
k své lodi, po hořkých propastech plující.

Králové azuru, teď na zemi sesazení,
žalostně bezmocní, vláčejí nehnutě,
jak mrtvá vesla jen, v svém tupém ponížení,
za sebou po prknech bělostné perutě.

Křídlatý plavec, ach, jaký je nyní chudák!
Dřív překrásný, teď už jen dobrý k zasmání.
Jeden mu troubelí otvírá pyšný zobák,
druhý se opičí po jeho pajdání.

Básník je podobný tomuhle princi mračen,
závodí s bouří, šíp mu k smíchu může být.
Však vuhnán na zemi, řvoucími davy tlačen,
pro obří perutě tu nedokáže jít.


Μετάφραση: Ivan Slavík

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

ΑΡΚΕΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟ ΜΕΓΑ ΚΑΛΛΟΣ


FRANCISCO DE QUEVEDO


Ο ΕΡΩΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ, ΖΕΙ, ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΕΝΑ ΜΟΝΟ ΒΛΕΜΜΑ


Της ζωής μου δέκα χρόνια ο ήλιος ο καυτός σου
μες στη βουβή φευγάλα μού ’χει εμέ κλεμμένα,
αφού είδα, Λίσι, την Ανατολή για μένα
στα μάτια σου να διπλασιάζει το δικό σου

το κάλλος. Δέκα χρόνια εδώ ο γλυκός καημός σου
και οι φλέβες μου, που τον ποτίζουν, γίναν ένα.
Και το μυαλό μου δέκα χρόνια μαζεμένα
τυραννικά το κυβερνά η φωτιά απ’ το φως σου.

Αρκεί για μιά φορά να δεις το μέγα κάλλος
και, σαν το ιδείς, σε καίει αιώνια, και θα μείνει
μες στην καρδιά σου εσέ εσαεί ηλιόκαυτη άλως.

Το πυρ του στη ζωή την αιώνια θα επεκτείνει·
δεν το τρομάζει ο τάφος, του θανάτου ο σάλος·
κι ο χρόνος καν δεν το μαδά και δεν το σβήνει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΙΣΩΣ ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΚΡΥΩΝΕ ΤΟ ΤΣΑΪ


ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ


Ένας κήπος βραδινός
δίπλα στην ερημική της έπαυλη
η θάλασσα που ανασαίνει άνοιξη
η φωνή τού ραδιοφώνου
λίγα βήματα σιωπής στην αλέα.
Ύστερα θα ρθούνε τα παιδικά τους πρόσωπα
ο χιονοπόλεμος
ένας λοφάκος που κατηφορίζει τα μικρά του έλκηθρα
κ' ένα ξανθό αγόρι, με πέτσινα γάντια.
– Νατάλια Αντώνοβνα, θα πει ο υπηρέτης,
το τσάι είναι έτοιμο και ίσως να κρυώσει
γιατί το τσάι πάντα έτσι κάνει.
Κι όμως τότε δεν κρύωνε το τσάι
ίσως γιατί φόραγε τα γάντια του τ' αγόρι.
Τότε.
Μέσα στο χιόνι.



Από τη συλλογή: «Ακόμα τούτη η άνοιξη» (1946).

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΜΕΡΣΕΔΕΣ ΣΟΣΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η MERCEDES SOSA


SOLO LE PIDO A DIOS


Solo le pido a Dios
Que el dolor no me sea indiferente
Que la reseca muerte no me encuentre
Vacio y solo sin haber echo lo suficiente

Solo le pido a Dios
Que lo injusto no me sea indiferente
Que no me abofeteen la otra mejia
Despues que una garra me arane esta frente

Solo le pido a Dios
Que la guerra no me sea indiferente
Es un monstro grande y pisa fuerte
Toda la pobre inocencia de la gente
Es un monstro grande y pisa fuerte
Toda la pobre inocencia de la gente

Solo le pido a Dios
Que el engano no me sea indiferente
Si un traidor puede mas que unos quantos
Que esos quantos no lo olviden facilmente

Solo le pido a Dios
Que el futuro no me sea indiferente
Deshauciado esta el que tiene que marchar
A vivir una cultura diferente

Solo le pido a Dios
Que la guerra no me sea indiferente
Es un monstro grande y pisa fuerte
Toda la pobre inocencia de la gente
Es un monstro grande y pisa fuerte
Toda la pobre inocencia de la gente

ΒΙΛΧΕΛΜ ΛΕΕΜΑΝ!




WILHELM LEHMANN (1882-1968)


BLICK AUF ROM


Im Boden verschollen
Triumphgeschrei, Geheul und Gelächter,
Alle Opfer und alle Schlächter.

Dann weideten hier Kühe und Geißen,
Campo caprino, campo vaccino.

Die aufgeweckten Steine hilft mein Fuß verschleißen.
Wohin vergehe ich? Wage ich, noch zu bestehn?
Teerose, Pfirsich geben ihre Farben der römischen Vedute;
Das Mauersims besteigt der Feigenbaum mit immer wiederholtem Mute.

Über der Peterskuppel seh ich sich drehn
Eine Säule Zugvögel,
Des Weges gewiß, so tüchtig wie flüchtig.
Ich wage es, noch zu bestehn.


Πρώτη δημοσίευση στη «Deutsche Zeitung», 9.11.1959.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Melissa Satta.

ΤΙ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ ΝΑ ΤΟΥ ΠΑΙΞΕΙΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΟΥΤΑΡΗΣ


ΑΛΑ


Άλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα
και την κοινωνία τώρα
τηνε παίζω ένα παρά
βίβα, τα φαρμάκια που 'ταν στίβα
ποτηράκι ποτηράκι
λες και κάνανε φτερά
βάνε, όσα έρθουν κι όσα πάνε
που θα βρούμε τέτοιο βράδυ
στη ζωή μας τη ρηχή
δώσε, το τραπέζι ξαναστρώσε
φέρε καθαρά ποτήρια
κι άντε φτου κι απ' την αρχή

Ρώτα, το κορίτσι πρώτα πρώτα
τι γουστάρει να του παίξεις
μπουζουξή μου σεβνταλή
βάρα, την κρυφή σου την λαχτάρα
που ίσως να 'ναι η αγάπη
το πιοτό ή το φιλί
ώπα, η καρδιά μου η σορόπα
σάμπως και θα σπάσει απόψε
και στα δέκα θα κοπεί
φτου σου, οι πενιές του μπουζουκιού σου
μου επήρανε τα ρέστα
και μ' αφήσανε ταπί

Άλα, έχω στρώσει μια κεφάλα
και τα βλέπω όλα σαν μπέης
και τα νοιώθω σαν πασσάς
άιντε, στα ποτήρια ξαναβάλτε
κι άιντε βίβα μου κι εμένα
κι άιντε βίβα σας κι εσάς
σβήνω, πω πω Θεέ μου τι θα γίνω
αγκαλιά μου το κορίτσι
και τριγύρω τα βιολιά
σπάστα, κι όλα ας γίνουνε ανάστα
και μπαρντόν αν μπουμπουνίσει
και καμία τουφεκιά



Στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος & Χρήστος Γιαννακόπουλος.
Μουσική: Μιχάλης Σουγιούλ.
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Γούναρης ή Κουρνάζος.

ΝΑ 'ΝΑΙ ΣΑΝ ΝΑ 'ΜΟΥΝ ΕΤΟΙΜΟΣ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ

ΝΑ ’ΝΑΙ σαν νά ’μουν έτοιμος. Και νά ’ναι
Σαν νά ’χω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι
Ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε
Μες στους καπνούς του –όρνιο– ένα καράβι.

Κι εγώ να ψάχνουμαι εδωχάμω. Και όλο-όλο
... το... ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ να λέω συντρόφοι ωραίοι!...
και να μην έρχεται μια βάρκα έως το μώλο
να μην φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι...

Οι βαρκαρέοι!... Το εισιτήριο!... Να τρέμει
–ζαγάρι εντός μου– η Χαλκίδα και τα όρη.
Κι εκεί να τό ’χουν συνεπάρει οι ανέμοι
Μετέωρο – μες τστις αχλές του- το βαπόρι…

Ω διάολε!... όλα νά ’χουν χαθεί και νά ’χουν πάει
Κι οι άνθρωποι δραπετεύσει από τους τόπους
Κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει
Χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους...

Και χώρις φώτα. Ακυβέρνητο. Και όλο
Να χλιμιντράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω
– κιόλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο
και όλο για ’κείνο το εισιτήριο να λεω...

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΖΩΗ ΤΗΓΑΝΟΥΡΙΑ

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

ΔΙΧΩΣ ΤΥΨΕΙΣ


CHARLES BAUDELAIRE


Η ΛΗΘΗ


Ψυχή ανελέητη, ω έλα στην καρδιά μου,
τίγρη σκληρή και ράθυμη που σ’ αγαπά·
μες στη βαριά, πλούσια χαίτη σου ζητάω
να βάλω τα τρεμάμενα τα δάχτυλά μου·

μες στο φουστάνι σου, με σάρκα μυρωμένο,
το λυπημένο μου κεφάλι εκεί να θάψω.
Τ’ άρωμα τη παλιάς λατρείας δεν θα πάψω,
οσμή από τεφρό λουλούδι, να ανασαίνω.

Όχι να ζήσω πια, να κοιμηθώ ζητάω!
Μες σ’ έναν ύπνο σαν το θάνατο γαλήνιο
τον έρωτά μου δίχως τύψεις θα σου δίνω,
το μπρούτζινο, στιλπνό κορμί σου θα φιλάω.



Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς.
Από το βιβλίο: Μπωντλαίρ, «Τα άνθη του κακού – Τα απαγορευμένα ποιήματα», μετάφραση Ερρίκος Σοφράς, Μεταίχμιο, Αθήνα 2009.

ΜΟΥ ΓΝΕΦΟΥΝ


ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ


NOTTURNO

Κάποιος έχει φύγει από το σπίτι
Κάποιος άλλος περπατάει στο δώμα
Νύχτα και δεν φάνηκεν ακόμα
Το παιδί που μπαίνει απ' το φεγγίτη

Εμπνοές σαλεύουν τις κουρτίνες
Όνειρα κι αράχνες με μουδιάζουν
Τα φεγγάρια ασίγαστα κοάζουν
Γέμισε το δέρμα μου λειχήνες

Ίσκιοι τού ανυπόστατου επιστρέφουν
Κύλησαν νομίσματα στο χώμα
Νούφαρα σου σκέπασαν το σώμα
Δυο τρελοί απ' το ξέφωτο μου γνέφουν

Σαν να ψάχνω κάποιο μονοπάτι
Σαν ν' αναγνωρίζω τα σημάδια
Προχωρώ στ' αδιάλυτα σκοτάδια
Μ' ανοιχτό το μέσα μόνο μάτι



Από την ποιητική συλλογή «Μου γνέφουν», 2000.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΓΛΟΡΙΑ ΕΣΤΕΦΑΝ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η GLORIA ESTEFAN


CON LOS AÑOS QUE ME QUEDAN


Se que aun me queda una oportunidad
Se que qun no es tarde para recapacitar
Qe que nuestro amor es verdadero
Y con los anos que me quedan por vivir
Demostrare cuanto te quiero

Con los anos que me quedan
Yo vivire por darte amor
Borrando cada dolor
Con besos llenos de pasion
Como te ame por vez primera

Con los anos que me quedan
Te hare olvidar cualquier error
No quise herite mi amor
Sabes que eres mi adoracion
Y lo seras mi vida entera

No puedo imaginar vivir sin ti
No quiero recordar como te perdi
Quizas fue inmadurez de me parte
No te supe querer
Y te aseguro que los anos que me quedan

Los voy a dedicar a ti
Hacerte tan feliz
Que te enamores mas de mi
Yo te amare hasta que muera

Como comprobar que no soy quien fui
El tiempo te dira si tienes fe en mi
Que como yo te ame
Mas nadie
Te podra amar jamas
Dime que no es el final

Se que aun me queda una oportunidad
Se que aun no es tarde para recapaciitar
Se que nuestro amor es verdadero
Y con los anos que me quedan por vivir
Demostrare, cuanto te quiero
Cuanto te quiero

ΤΡΑΚΛ!




GEORG TRAKL


IM ROTEN LAUBWERK VOLL GUITARREN…


Im roten Laubwerk voll Guitarren
Der Mädchen gelbe Haare wehen
Am Zaun, wo Sonnenblumen stehen.
Durch Wolken fährt ein goldner Karren.

In brauner Schatten Ruh verstummen
Die Alten, die sich blöd umschlingen.
Die Waisen süß zur Vesper singen.
In gelben Dünsten Fliegen summen.

Am Bache waschen noch die Frauen.
Die aufgehängten Linnen wallen.
Die Kleine, die mir lang gefallen,
Kommt wieder durch das Abendgrauen.

Vom lauen Himmel Spatzen stürzen
In grüne Löcher voll Verwesung.
Dem Hungrigen täuscht vor Genesung
Ein Duft von Brot und herben Würzen.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Daniela Freitas.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΝΙΝΑ ΛΟΤΣΑΡΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΝΙΝΑ ΛΟΤΣΑΡΗ: Η ΑΣΠΙΔΑ

Η ΘΛΙΨΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΑΣΤΕΙΟΥ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ


ΥΠΟΤΑΓΗ


Θα ρθώ κοντά σου πάλι
σαν παιδί που τ’ αγαπούν οι γυναίκες.

Είσαι το πλατύ ποτάμι.

Στην ερημιά σου,
νά ’ρχονται τ’ απόγευμα οι βοσκοί
να πλένουν τη φωνή τους.



Από τη συλλογή «Η θλίψις του προαστίου», 1976.

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

ΩΣ ΜΑΙΤΡ ΜΕΓΑΛΟΣ


LOUIS ARAGON


ΤΟ ΕΣΧΑΤΟ ΤΩΝ ΜΑΔΡΙΓΑΛΙΩΝ


Επιτρέψτε μου μαντάμ
Να μιλώς ως μαιτρ μεγάλος
Αναντάμ γνωρίζω παπαντάμ
Πως προσβλέπετε στο κάλλος
Σας το λέγω είστε τέλεια
Και δεν είναι πια για γέλια
Ακριβώς ειπείν ιππεύω
   Κι είν’ για κλάματα

Τρόπους θελκτικούς και σάμπως
Της βεντάλιας σας τ΄ ακόντια
Έχετε κυρίας μες σε θάμπος
Σμάλτινο με φίνα δόντια
Και σιωπές που συγκρατούν ακόμη
Τη χαρά στη γκρί σας κόμη
Σα ρολόι είναι οι λόγοι
   Κι είν’ για κλάματα



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΙΟ ΦΩΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ


Μεγάλα εκτυφλωτικά ηλιοτρόπια σ’ έρημους κήπους.
Τα χίλια μάτια του μεσημεριού κίτρινα.
Κίτρινη λάμψη, κίτρινη αδειοσύνη του καλοκαιριού
καίγοντας πέτρες, καλαμπόκια, σώματα. Η ποίηση
τυφλωμένη απ’ το φέγγος, γυρεύει έναν ίσκιο,
φτιάχνει έναν ίσκιο, γίνεται πιο φως.



Από τη συλλογή «Θερινό φροντιστήριο».

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΠΑΜΕΛΑ ΡΟΔΡΙΓΕΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η PAMELA RODRIGUEZ: TU SONRISA

ΡΥΚΕΡΤ!



FRIEDRICH RÜCKERT (1788-1866)


ABENDFEIER

Ein Schein der ew’gen Jugend glänzt
Ins Erdenthal,
Die Höh’n mit Offenbarung kränzt
Der Abendstrahl.

Die Lerche singt der Sonne nach
Von hohem Ort,
Dann wird die Nachtviole wach
Und duftet fort.



Το υλικό της ανάτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου Betty J.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΤΑΛΓΚΑΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΤΑΛΓΚΑΣ


ΧΑΣΑΠΑΚΙ


Εσύ αν δε με θέλεις και δεν με αγαπάς
τί θες στη γειτονιά μου κι όλο συχνοπερνάς

Ώπα βλάμη δε σε θέλω πια
να μην περάσεις πάλι από τη γειτονιά
χασαπάκι δε σε θέλω πια
να μην περάσεις πάλι από τη γειτονιά

Περνάς, γυρνάς με βλέπεις κι όλο χαμογελάς
νομίζεις δεν το ξέρω πως άλλη αγαπάς

Ώπα βλάμη δε σε θέλω πια
να μην περάσεις πάλι από τη γειτονιά
ώπα βλάμη δε σε θέλω πια
να μην περάσεις πάλι από τη γειτονιά

Το ξέρω πως βρε βλάμη για άλληνε πονείς
μ' εμέ τί θες και παίζεις και να με τυραννείς

Χασαπάκι δε σε θέλω πια
να μην περάσεις πάλι από τη γειτονιά
χασαπάκι δε σε θέλω πια
να μην περάσεις πάλι από τη γειτονιά

Εσύ αν δε με θέλεις και δεν με αγαπάς
μου είπε η μαμά μου στο διάβολο να πας

Βρε χασάπη δε σε θέλω πια
να μην περάσεις πάλι από τη γειτονιά

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

ΧΑΙΝΤΕΛ: ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ!



GEORG FRIEDRICH HÄNDEL: HALLELUYAH


Τραγουδούν οι Ambrosian Singers.
Διευθύνει ο Charles Mackerras.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Ευχαριστώ πολύ τον φίλο μου Λάμπρο Τσουκνίδα που μου το θύμισε.


GIUSEPPE UNGARETTI


NATALE


Non ho voglia
di tuffarmi
in un gomitolo
di strade

Ho tanta
stanchezza
sulle spalle

Lasciatemi così
come una
cosa
posata
in un
angolo
e dimenticata

Qui
non si sente
altro
che il caldo buono

Sto
con le quattro
capriole
di fumo
del focolare


Napoli, il 26 dicembre 1916



Απαγγέλλει ο Roberto Herlitszka.

ΓΛΥΚΟΣ ΠΝΙΓΜΟΣ...


GIACOMO LEOPARDI


ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ


Πόσο αγαπάω ανέκαθεν αυτό το λόφο
τον έρμο, και τον φράχτη ετούτον, που μου κρύβει
των οριζόντων ένα μέρος απ’ το μάτι!
Μα κάθομαι, κοιτάζω: πέρ’ από εδώ χαίνουν
διαστήματα άπειρα με σιγαλιά υπερκόσμια,
κι ευθύς βαθύτατη γαλήνη νιώθω μέσα
στη σκέψη, κι η καρδιά μου λίγο από φόβο
τώρα ξέρει. Κι όταν τ’ αέρι με τ’ αφτί μου πιάνω
με θρόους να τρυπώνει στα φυτά, στα δέντρα,
εκείνη την απέραντη σιωπή συγκρίνω
με τούτη τη φωνή. Το αιώνιο τότε βλέπω,
τις πεθαμένες εποχές και την παρούσα,
τη ζωντανή με τον αχό της. Πώς βουλιάζει
στην απεραντοσύνη την ακέρια ο νους μου!
Στη θάλασσα αυτή γλυκός είν’ ο πνιγμός μου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ


ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΓΙΑ ΜΕΝΑ


Τί σου λέει η μάνα σου για μένα
κι όλο με κοιτάς με μάτια δακρυσμένα
θέλει μ' άλλονε να κουβεντιάζεις
και εμένα πια να με ξεχάσεις
και εμένα θέλει πια να με ξεχάσεις

Έννοια σου και δε θα μου γλυτώσει
όλα τα σπασμένα αυτή θα τα πληρώσει
θα την κάνω εγώ ν' αναστενάζει
να πονεί να κλαίει και να φωνάζει
να πονεί να κλαίει και ν' αναστενάζει

Ό,τι θέλει αυτή δε θα μου κάνει
αν δε μετανιώσει πες της θα πεθάνει
δε θα της περάσει μη φοβάσαι
πάντα μες την αγκαλιά μου θα 'σαι
πάντα μες την αγκαλιά μου συ θε να 'σαι



Μουσική: Κώστας Σκαρβέλης.
Στίχοι: Δήμητρα Σκαρβέλη.

ΜΠΟΡΧΕΣ!




JORGE LUÍS BORGES


EN MEMORIA DE ANGÉLICA


¡Cuántas posibles vidas se habrán ido
en esta pobre y diminuta muerte,
cuántas posibles vidas que la suerte
daría a la memoria o al olvido!

Cuando yo muera morirá un pasado;
con esta flor un porvenir ha muerto
en las aguas que ignoran, un abierto
porvenir por los astros arrasado.

Yo, como ella, muero de infinitos
destinos que el azar no me depara;
busca mi sombra los gastados mitos

de una patria que siempre dio la cara.
Un breve mármol cuida su memoria;
sobre nosotros crece, atroz, la historia.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Collien Fernandes.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΚΙΝΓΚ ΚΡΙΜΣΟΝ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ KING CRIMSON


21st CENTURY SCHIZOID MAN


Cat's foot iron claw
Neuro-surgeons scream for more
At paranoia's poison door.
Twenty first century schizoid man.

Blood rack barbed wire
Polititians' funeral pyre
Innocents raped with napalm fire
Twenty first century schizoid man.

Death seed blind man's greed
Poets' starving children bleed
Nothing he's got he really needs
Twenty first century schizoid man.

Η ΦΩΝΗ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΒΕΛΟΥΔΟ


IDEA VILARIÑO


ΣΑΝ ΧΕΙΛΗ ΑΠΑΛΑ ΧΕΙΛΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΑ ΦΙΛΗΣΟΥΝ...


Σαν χείλη απαλά χείλη κοιμώμενα φιλήσουν,
ωσάν πεθαίνοντας τότε,
κάποτε, πιο πέρα κι απ’ τα χείλη φτάνοντας
και καθώς τα βλέφαρα από τον πόθο ξεχειλίζουνε και πέφτουν,
τόσο αθόρυβα όσο ο αέρας το επιτρέπει,
η σάρκα, με τη μεταξένια θέρμη της, νύχτες ζητάει∙
και τα κοιμώμενα χείλη
μες στην ανείπωτη ηδονή τους, εξίσου, νύχτες ζητούν.

Νύχτες, νύχτες σιωπηλές, με σκοτεινά βελούδινα φεγγάρια,
νύχτες ατέλειωτες, φιλήδονες νύχτες, από φτερουγίσματα διάτρητες,
μες στον αέρα που γίνεται χέρια, έρωτας, στοργή,
νύχτες ωσάν από πανιά κι από κατάρτια…

Τότε είναι, στο ύψιστο πάθος, όπου αυτός που φιλά
ξέρει –και πώς ξέρει!– τα πάντα, ακατάπαυστα, και βλέπει πώς τώρα
ο κόσμος με θαύμα μοιάζει μακρινό,
πώς τα χείλη ανοίγουν πιο βαθύ ακόμη το θέρος,
πώς ο νους παραλύει,
και πώς φτάνει κι αυτός ο ίδιος να ξεχνιέται μες στο φιλί
ενώ άνεμος παθιασμένος τους κροτάφους του γυμνώνει∙
τότε είναι, στο φιλί απάνω, που τα βλέφαρα αργοπέφτουν
κι ο αέρας φτερουγίζει με μια ανάσα ζωής,
και περισσότερο αναριγά
αυτό που δεν είναι αέρας: η φλεγόμενη δέσμη των μαλλιών,
η φωνή που γίνεται βελούδο και, άλλοτε,
οι οπτασίες νεκρών που αιωρούνται.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

ΜΙΑ ΒΡΑΔΥΑ ΟΛΟΓΑΛΑΝΗ, ΡΟΔΙΝΗ, ΜΥΣΤΙΚΗ


CHARLES BAUDELAIRE


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ


Κρεβάτια θά ’χουμε άνθινα, γεμάτα αιθέρια μύρα·
ντιβάνια ολοβελούδινα σαν μνήματα βαθιά·
στις εταζέρες λούλουδα παράξενα τριγύρα,
που ανοίξαν μοναχά για μας σε μέρη μαγικά.

Και ποιά την άλλη να υπερβεί στην ύστατη φωτιά τους,
οι δυό καρδιές μας –σαν τρανές λαμπάδες δυό–μαζί
θα διπλοκαθρεφτίσουνε το διπλοφώτισμά τους
στα πνεύματά μας που ’ναι δυό καθρέπτες αδερφοί.

Και μιά βραδυά ολογάλανη, ρόδινη, μυστική,
θε ν’ ανταλλάξουμε άξαφνα την ίδια αναλαμπή,
σαν ένα μακροθρήνημα που φέρνει ο χωρισμός:

κι αργότερα ένας Άγγελος θα ρθεί το φώς να χύσει
–τις πόρτες μισανοίγοντας, πιστός και χαρωπός–
στους δυό καθρέφτες τους θαμπούς, στις φλόγες που ’χαν σβήσει.


Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης
Από το βιβλίο: Μπωντλαίρ, «Τα άνθη του κακκού», μετάφραση Γ. Σημηριώτης, Εκδόσεις Μαρή, Αθήνα (χχ), σελ. 138.



******************************************


LA MORT DES AMANTS


Nous aurons des lits pleins d’odeurs légères,
des divans profonds comme des tombeaux,
et d’étranges fleurs sur des étagères,
ecloses pour nous sous des cieux plus beaux.

Usant à l’envi leurs chaleurs dernières,
nos deux coeurs seront deux vastes flambeaux,
qui réfléchiront leurs doubles lumières
dans nos deux esprits, ces miroirs jumeaux.

Un soir fait de rose et de bleu mystique,
nous échangerons un éclair unique,
comme un long sanglot, tout chargé d’adieux ;

Et plus tard un Ange, entr’ouvrant les portes,
viendra ranimer, fidèle et joyeux,
les miroirs ternis et les flammes mortes.

ΖΩΡΖ ΜΠΡΑΣΣΕΝΣ & ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ: Ο ΓΟΡΙΛΛΑΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο GEORGES BRASSENS


LE GORILLE


C'est à travers de larges grilles,
Que les femelles du canton,
Contemplaient un puissant gorille,
Sans souci du qu'en-dira-t-on.
Avec impudeur, ces commères
Lorgnaient même un endroit précis
Que, rigoureusement ma mère
M'a défendu de nommer ici...
Gare au gorille!...

Tout à coup la prison bien close
Où vivait le bel animal
S'ouvre, on n'sait pourquoi. Je suppose
Qu'on avait du la fermer mal.
Le singe, en sortant de sa cage
Dit "C'est aujourd'hui que j'le perds!"
Il parlait de son pucelage,
Vous aviez deviné, j'espère!
Gare au gorille!...

L'patron de la ménagerie
Criait, éperdu : "Nom de nom!
C'est assommant car le gorille
N'a jamais connu de guenon !"
Dès que la féminine engeance
Sut que le singe était puceau,
Au lieu de profiter de la chance,
Elle fit feu des deux fuseaux!
Gare au gorille!...

Celles là même qui, naguère,
Le couvaient d'un œil décidé,
Fuirent, prouvant qu'elles n'avaient guère
De la suite dans les idées;
D'autant plus vaine était leur crainte,
Que le gorille est un luron
Supérieur à l'homme dans l'étreinte,
Bien des femmes vous le diront!
Gare au gorille!...

Tout le monde se précipite
Hors d'atteinte du singe en rut,
Sauf une vielle décrépite
Et un jeune juge en bois brut;
Voyant que toutes se dérobent,
Le quadrumane accéléra
Son dandinement vers les robes
De la vieille et du magistrat!
Gare au gorille!...

"Bah ! soupirait la centenaire,
Qu'on puisse encore me désirer,
Ce serait extraordinaire,
Et, pour tout dire, inespéré!";
Le juge pensait, impassible,
"Qu'on me prenne pour une guenon,
C'est complètement impossible..."
La suite lui prouva que non!
Gare au gorille!...

Supposez que l'un de vous puisse être,
Comme le singe, obligé de
Violer un juge ou une ancêtre,
Lequel choisirait-il des deux?
Qu'une alternative pareille,
Un de ces quatres jours, m'échoie,
C'est, j'en suis convaincu, la vieille
Qui sera l'objet de mon choix!
Gare au gorille!...

Mais, par malheur, si le gorille
Aux jeux de l'amour vaut son prix,
On sait qu'en revanche il ne brille
Ni par le goût, ni par l'esprit.
Lors, au lieu d'opter pour la vieille,
Comme l'aurait fait n'importe qui,
Il saisit le juge à l'oreille
Et l'entraîna dans un maquis!
Gare au gorille!...

La suite serait délectable,
Malheureusement, je ne peux
Pas la dire, et c'est regrettable,
Ça nous aurait fait rire un peu;
Car le juge, au moment suprême,
Criait: "Maman!", pleurait beaucoup,
Comme l'homme auquel, le jour même,
Il avait fait trancher le cou.
Gare au gorille!...



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ


Ο ΓΟΡΙΛΑΣ


Στην πλατεία μιας επαρχίας
το πλήθος κοίταγε ενθουσιασμένο
ένα γορίλα που κάτι τσιγγάνοι
τον είχαν φέρει φυλακισμένο
δίχως αισχύνη και σεβασμό
οι γεροντοκόρες του χωριού
παίζαν αναίσθητα με το ζώο
δε λέω πώς δε λέω πού

Προσοχή στο γορίλα

Ξαφνικά το μεγάλο κλουβί
που έγκλειστη ζούσε η κακόμοιρη φύση
απότομα ανοίγει δεν ξέρω γιατί
ίσως να τό 'χαν άσχημα κλείσει
το τέρας βγαίνοντας έξω από εκεί
σκέφτηκε σήμερα θα τ' αναλάβω
μιλούσε για την παρθενιά του
που χρόνια τώρα τον είχε σκλάβο

Προσοχή στο γορίλα

Ο αφέντης ούρλιαξε προσοχή
του γορίλα τού 'χει σαλέψει
δεν έχει δει ποτέ του μαϊμού
γι' αυτό μπορεί να τα μπερδέψει
απ' τους παρόντες τότε ο καθείς
σπεύδει τα νώτα του να προφυλάξει
οι γεροντοκόρες απέδειξαν
πως άλλο οι ιδέες και άλλο η πράξη

Ο όχλος ομοθυμαδόν
ξεχύνεται έντρομος στο δρόμο
μα ένας ψύχραιμος δικαστής
και μια γιαγιά δεν είχαν λόγο
και αφού οι υπόλοιποι την είχανε κάνει
το θηρίο πάτησε γκάζι
τη γριούλα και το δικαστή
με τέσσερις πήδους του αρπάζει

Προσοχή στο γορίλα

Αχ αναστέναξε η γιαγιά
να πάρει εμένα είναι απίθανο μάλλον
θα 'ταν τελείως παράξενο
και δε θα το ευχόμουν εκτός των άλλων
να με μπερδέψει με μια μαϊμού
είπε ο δικαστής ενοχλημένος
είναι αδύνατο εντελώς
στο τέλος βγήκε γελασμένος

Απαξιώντας λοιπόν τη γιαγιά
το δικαστή σφίγγει με πάθος
και προς τους θάμνους τον τραβά
ενώ αυτός του φώναζε κάνεις λάθος
τι ακριβώς συνέβη εκεί πίσω
αδυνατώ να αναφέρω εκτενώς
μα με είχε το θέαμα συνεπάρει
τι σφρίγος τι ένταση τι ρυθμός

Προσοχή στο γορίλα

Θα πω μονάχα πως το κορύφωμα
που 'χε το αλλόκοτο τούτο δράμα
στρίγγλιζε κλαίγοντας ο δικαστής
στα διαλείμματα φώναζε μάνα
φώναζε μάνα σαν το φουκαρά
που χθες καταδίκασε για ληστεία
και για κοινό παραδειγματισμό
τον αποκεφάλισε στην πλατεία

Προσοχή στο γορίλα

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ






ΦΩΝΗ: ASTOR PIAZZOLLA

Poema en audio: El tango de Jorge Luis Borges por Jorge Luis Borges
ΦΩΝΗ: JORGE LUÍS BORGES

***********************************************

JORGE LUÍS BORGES


EL TANGO


¿Dónde estarán?, pregunta la elegía
de quienes ya no son, como si hubiera
una región en que el Ayer pudiera
ser el Hoy, el Aún y el Todavía.

¿Dónde estará (repito) el malevaje
que fundó, en polvorientos callejones
de tierra o en perdidas poblaciones,
la secta del cuchillo y del coraje?

¿Dónde estarán aquellos que pasaron,
dejando a la epopeya un episodio,
una fábula al tiempo, y que sin odio,
lucro o pasión de amor se acuchillaron?

Los busco en su leyenda, en la postrera
brasa que, a modo de una vaga rosa,
guarda algo de esa chusma valerosa
de los Corrales y de Balvanera.

¿Qué oscuros callejones o qué yermo
del otro mundo habitará la dura
sombra de aquel que era una sombra oscura,
Muraña, ese cuchillo de Palermo?

¿Y ese Iberra fatal (de quien los santos
se apiaden) que en un puente de la vía,
mató a su hermano el Ñato, que debía
más muertes que él, y así igualó los tantos?

Una mitología de puñales
lentamente se anula en el olvido;
una canción de gesta se ha perdido
en sórdidas noticias policiales.

Hay otra brasa, otra candente rosa
de la ceniza que los guarda enteros;
ahí están los soberbios cuchilleros
y el peso de la daga silenciosa.

Aunque la daga hostil o esa otra daga,
el tiempo, los perdieron en el fango,
hoy, más allá del tiempo y de la aciaga
muerte, esos muertos viven en el tango.

En la música están, en el cordaje
de la terca guitarra trabajosa,
que trama en la milonga venturosa
la fiesta y la inocencia del coraje.

Gira en el hueco la amarilla rueda
de caballos y leones, y oigo el eco
de esos tangos de Arolas y de Greco
que yo he visto bailar en la vereda,

en un instante que hoy emerge aislado,
sin antes ni después, contra el olvido,
y que tiene el sabor de lo perdido,
de lo perdido y lo recuperado.

En los acordes hay antiguas cosas:
el otro patio y la entrevista parra.
(Detrás de las paredes recelosas
el Sur guarda un puñal y una guitarra.)

Esa ráfaga, el tango, esa diablura,
los atareados años desafía;
hecho de polvo y tiempo, el hombre dura
menos que la liviana melodía,

que sólo es tiempo. El tango crea un turbio
pasado irreal que de algún modo es cierto,
un recuerdo imposible de haber muerto
peleando, en una esquina del suburbio.

ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ


NÉSTOR MORRIS


ΕΝΩ ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ


Έναν ουρανό στα χέρια μου αν είχα να σου δώσω
κι αν για σε μπορούσα εγώ ένα να πιάσω αστέρι,
ή να σου φέρω αρώματα από όλα αυτής της γης τα μέρη,
θα το έκανα για σένα μόνο.

Στο παραθύρι σου να βάλω αν μπορούσα
το πιο όμορφο το χάραμα του κόσμου,
μια στιγμή χαράς για να σου δώσω, φως μου,
θα το έκανα για σένα μόνο.

Αν ποιος είναι μάθαινα ο παράδεισός σου
κι αν τα εισιτήρια για εκεί ν’ αγόραζα μπορούσα,
ξέροντας πως θα έχανα ό,τι αγαπούσα,
θα το έκανα για σένα μόνο.

Έτσι είναι,
τόσο απλό όπως το φως της μέρας
και τόσο απέραντο συγχρόνως:
σε χαίρομαι, σαν είσαι εδώ,
σε σκέφτομαι, σαν είμαι μόνος.

Κι αν εμείς αναταράξεις
στο ταξίδι συναντούμε,
δεν πειράζει, μόνο φτάνει
που στα σύννεφα πετούμε!



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.


*****************************


PENSANDO EN TI


Si hubiera un cielo a mi alcance para darte
si pudiera bajarte , de él alguna estrella
o si supiera donde cortar la flor más bella,
por ti lo haría.

Si pudiera poner en tu ventana
el más bonito amanecer del mundo,
para verte feliz, aunque fuera un segundo,
por ti lo haría.

Si lograra saber cuál es tu paraiso
y a la vez pudiera conseguirte un pasaje,
aún sabiendo que te pierdo en ese viaje,
por ti lo haría.

Es así
tan sencillo como mirar el día
y a la vez tan inmenso,
cuando estás te disfruto
y cuando no, te pienso.

Y aunque una turbulencia
nos moleste en el vuelo,
es igual, voy contento
¡Si se vuela en el cielo!

ΓΙΡΖΙ ΟΡΤΕΝ!




JIŘÍ ORTEN (1919-1941)


POD KAŽDÍM SLOVEM


Pod každým slovem které váhá
a vázne v zubech váhající
pod každým slovem jež neuměl jsem říci
pod každým slovem schovaným na sítnici
jak obrázek kde dívenka je nahá
a skrývá dlaní kříž jenž mezi ňadry visí
a oči sklopeny chvěje se nedočkavě
(chtěla by ležet tam v té měkké trávě
být sevřena vším co je svět a tíha
a naplněna být jak hrozny vína)
pod každým slovem které zapomíná
na malou síň kde bloudí se a ztrácí
na malou síň z níž nic se nenavrací
na toto srdce odedávna němé
na bránu ticha kterou neprojdeme.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Eva Longoria.

ΤΑΜΜΟΥΡΡΙΑΤΑ


ROBERTO DE SIMONE


CANTO SUL TAMBURO. TAMMURRIATA


Uh cielo quant'è àveto stu palazzo
uh cielo quant'è àveto stu palazzo
ué comme so' ariose
ué comme so' ariose
ué comme so' ariose sti ffeneste

ce sta na nenna ca sempe s'affaccia
ce sta na nenna ca sempe s'affaccia
e c' 'e ccoglie li garuofene
e c' 'e ccoglie li garuofene
e c' 'e ccoglie li garuofene 'a copp' 'a testa

ce ne ricette - vuttamìnne uno -
ce ne ricette - vuttamìnne uno -
ué chella me ne menava
ué chella me ne menava
ué chella me ne menava na schiocc'a ssette

na schiocc'a ssette a mme nun me n'avasta
na schiocc'a ssette a mme nun me n'avasta
ué i' voglio a nenna mia
ué i voglio a nenna mia
ué i' voglio a nenna mia cu tutt' 'a testa

Ammore mio t' 'o facci' 'o rispietto
ammore mio t' 'o facci' 'o rispietto
ue' e 'a primma sera ue'
e 'a primma sera ue'
e 'a primma sera ue' nun me ce cocco

i' me ne vaco intorno intorn' 'o letto
i' me ne vaco intorno intorn' 'o letto
ue' primm' 'o faccio addurmi'
ue' primm' 'o faccio addurmi'
ue' primm' 'o faccio addurmi' e po' me ce cocco

Quanta pertose tene chistu crivo
quanta pertose tene chistu crivo
ue' tanta n'hadda fa'
ue' tanta n'hadda fa'
ue' tanta n'hadda fa' sòcrem' 'o còre

m' 'o prommettette 'o figlio piccerillo
m' 'o prommettette 'o figlio piccerillo
ue' mò che s'è fatto 'ruosso
ue' mò che s'è fatto 'ruosso
ue' mò che s'è fatto 'ruosso nun m' 'o vo' dare


Ue' angelo r' 'o cielo e pigliatillo
ue' angelo r' 'o cielo e pigliatillo
ue' nun me ce fa' cala'
ue' nun me ce fa' cala'
ue' nun me ce fa' cala cchiù passiona

la passiona mia è troppa 'ròssa
la passiona mia è troppa 'ròssa
ue' chella me po' dura'
ue' chella me po' dura'
ue' chella me po' dura' vintiquatt'ore

Vulesse sagli' 'ncielo e si putesse
vulesse sagli' 'ncielo e si putesse
ue' cu na scalella re
ue' cu na scalella re
ue' cu na scalella re treciento 'rare

sagliesse 'a cemmulella e se rumpesse
sagliesse 'a cemmulella e se rumpesse
ue' 'mbracci'a nennillu mio
ue' 'mbracci'a nennillu mio
ue' 'mbracci'a nennillu mio mi ce menasse

Verite ch'é succieso a Uttaiano neh
verite ch'é succieso a Uttaiano neh
ue' nu monaco ha vasato
ue' nu monaco ha vasato
ue' nu monaco ha vasato a na figliola

ha fatto a mmente ca la cunfessava
e ha fatto a mmente ca la cunfessava
ue' e 'a pietto ce ha tirato
ue' e 'a pietto ce ha tirato
ue' e 'a pietto ce ha tirat' 'o spingulone

Luvi' Luvi' Luvi' core re mamma
Luvi' Luvi' Luvi' core re mamma
ue' nun te lava' cchiù 'a faccia
ue' nun te lava' cchiù 'a faccia
ue' nun te lava' cchiù 'a faccia c' 'o ssapone

tu me n'ha strutto ddoi' funtane r'acqua
tu me n'ha strutto ddoi' funtane r'acqua
ue' tu sì' cchiù nniro tu
ue' tu sì' cchiù nniro tu
ue' tu si' cchiù nniro tu ca nu ggravone

ΣΤΩΝ ΑΦΕΛΩΝ ΤΙΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ


ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ


ΦΩΣ ΙΛΑΡΟΝ


Ηταν επείγουσα η ανάγκη να ξεδιπλωθεί το χάος.
Γίγαντες σαραντάπηχοι
στήνανε σκάλες για τον ουρανό
και δώδεκα χιλιάδες νύχτες παραπέρα
ο Ζωροάστρης κύλαγε λιθάρια στις απότομες πλαγιές του
πετούσαν γύρω-γύρω πελαργοί
και τ’ άλλα τα πουλιά που κρώζουν οργισμένα
κλείσε φωνάζεις τα παράθυρα
κλείσε και νύχτωσε και θα μπει στο σκοτάδι
όμως εγώ τ’ ανοίγω κι άλλο

γιατί
ήταν ανάγκη επείγουσα το χάος να ξεδιπλωθεί
ν’ ακούσουν όλοι την αλήθεια
να δούνε με τα μάτια τους τις ερημιές της πορφυρής σελήνης
να μάθουν τα καθέκαστα για τα χαώδη ρήματα

κι άλλο να μην πιστεύουνε
στων αφελών τις υποσχέσεις.




Από το βιβλίο: Σωτήρης Σαράκης, «Αγγειογραφία», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 59.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

ΕΑΝ ΠΟΤΕ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕΙ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


«Συμφώνως με την εργασία και αναλόγως» –
παρόλο που δεν έχει εξαλειφθεί καθόλου
(ή μάλλον όχι ακόμα) της δουλειάς ο λόγος –
«διανέμονται αγαθά για χάρη του συνόλου»

διδάσκει στο Κεφάλαιό του ο Μαρξ. Κι εφ’ όσον
η εμπορευματική ανταλλαγή αρθρώνει
υπάτη νομοτέλεια των αστών, καθ’ όσον
εξασφαλίζεται έτσι η αγορά, που απλώνει

τα χέρια της στα πάντα και τα οικειοποιείται,
μην περιμένουμε αλλαγές στον τρόπο
κατανομής του προϊόντος, που νοείται
της κοινωνίας έργο. Δεν λογιάζουν κόπο

του ανθρώπου οι μπουρζουάδες μπρος στο κέρδος: κι όσο
ο homo sapiens sapiens τα βγάζει πέρα
στα δρωτάρια της δουλειάς «Θα του νεκρώσω
και την επιθυμία μπας και δει άσπρη μέρα»
,

σχεδιάζει κατ’ ιδίαν ο αστός, και κάνει
αυτά, που κλώθει η γκλάβα του μονίμως, πράξη.
Ο χρόνος εργασίας δεν θα μας ξεκάνει
στον σοσιαλισμό, και δεν θα μας αλλάξει

τη ζωή εκ βάθρων, διότι εκεί απλώς μετράει
ατομικές συνεισφορές στην εργασία
της κοινωνίας, που παράγει και αποκτάει
συνολικώς το προϊόν, και στην ουσία

από τη μέση βγάνει αυτό που φέρνει χρήμα...
χρηματικό κεφάλαιο. Έτσι κατανέμει η
κοινότης μέσα παραγωγικά και χύμα
εργατικές δυνάμεις, δίχως πια να τρέμει

ο κόσμος πώς θα βγει η επόμενή του μέρα
και αν θα επιζήσει. Νά ’ναι πρέπει οι πάντες ίσοι.
Ιδού η φριχτή μες στων αστών τον νου φοβέρα.
Μα αυτό – εάν ποτέ ο σοσιαλισμός επικρατήσει.

ΜΗΠΩΣ ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΕ Ο ΙΔΙΟΣ;


ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


ΔΑΜΩΝ Ο ΕΘΝΙΚΟΣ


Γυρίζοντας ο Δάμων στην πόλη της Κορίνθου
βρήκε τους πρώην οπαδούς του Παραβάτη μουδιασμένους.
Η Μάρθα η γυναίκα του τη νύχτα
σηκώνοντας τα πόδια ευλαβικά
(μην τύχει και ο ίσκιος τους πέσει στις άγιες εικόνες)
είπε πνιχτά, σαν να ξομολογιόταν.
«Πρέπει να πας στον εφημέριό μας και να υποσχεθείς
πως η καρδιά σου του λοιπού
θα είναι ταπεινή –ως δρόσος επί χλόης.
Δέχεται μου είπε να γίνω εγώ ο κομιστής της θεαρέστου αγγελίας».
Όσο περνούν οι μέρες, υποπτεύεται ο Δάμων
πως ο θυμός κ’ η πορφυρή παραφορά του
δεν έπεισαν τη Μάρθα.
Όσο περνούν οι μήνες, όλο και βεβαιώνεται
πως πήγε –στα κρυφά– σε κείνον τον τραγόπαπα.
Σαν εθνικός θα πρέπει να ρωτήσει να εξακριβώσει να διαψεύσει.
Θυμάται όμως νοιώθει την υγρασία του νησιού βαθιά στα κόκκαλά του.
Κ’ εδώ οι πρώην οπαδοί του Παραβάτη
αναθαρρήσαν ξεμουδιάζουν εμπορεύονται.
Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χολοσκάμε τώρα;
Κ’ εξάλλου, στο κάτω-κάτω της γραφής
μήπως υποσχέθηκε ο ίδιος;



Από τη συλλογή «Ευθύτης οδών» (1959).

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΔΡΙΑΝΑ ΒΑΡΕΛΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ADRIANA VARELA


CORRIENTES Y ESMERALDA


Amainaron guapos junto a tus ochavas
cuando un cajetilla los calzó de cross
y te dieron lustre las patotas bravas
allá por el año... novecientos dos...

Esquina porteña, tu rante canguela
se hace una melange de caña, gin fitz,
pase inglés y monte, bacará y quiniela,
curdelas de grappa y locas de pris.

El Odeón se manda la Real Academia
rebotando en tangos el viejo Pigall,
y se juega el resto la doliente anemia
que espera el tranvía para su arrabal.

De Esmeralda al norte, del lao de Retiro,
franchutas papusas caen en la oración
a ligarse un viaje, si se pone a tiro,
gambeteando el lente que tira el botón.

En tu esquina un día, Milonguita, aquella
papirusa criolla que Linnig mentó,
llevando un atado de ropa plebeya
al hombre tragedia tal vez encontró...

Te glosa en poemas Carlos de la Púa
y el pobre Contursi fue tu amigo fiel...
En tu esquina rea, cualquier cacatúa
sueña con la pinta de Carlos Gardel.

Esquina porteña, este milonguero
te ofrece su afecto más hondo y cordial.
Cuando con la vida esté cero a cero
te prometo el verso más rante y canero
para hacer el tango que te haga inmortal.



Μουσική: Francisco Pracánico.
Στίχοι: Celedonio Flores.
Τραγούδι του 1933.

ΕΛΙΣΕΟ ΔΙΕΓΟ!



ELISEO DIEGO (1920-1994)


ODA A LA JOVEN LUZ


En mi país la luz
es mucho más que el tiempo, se demora
con extraña delicia en los contornos
militares de todo, en las reliquias
escuetas del diluvio.
La luz
en mi país resiste a la memoria
como el oro al sudor de la codicia,
perdura entre sí misma, nos ignora
desde su ajeno ser, su transparencia.

Quien corteje a la luz con cintas y tambores
inclinándose aquí y allá según astucia
de una sensualidad arcaica, incalculable,
pierde su tiempo, arguye con las olas
mientras la luz, ensimismada, duerme.

Pues no mira la luz en mi país
las modestas victorias del sentido
ni los finos desastres de la suerte,
sino que se entretiene con hojas, pajarillos,
caracoles, relumbres, hondos verdes.

Y es que ciega la luz en mi país deslumbra
su propio corazón inviolable
sin saber de ganancias ni de pérdidas.
Pura como la sal, intacta, erguida,
la casta, demente luz deshoja el tiempo



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η παλιά φίλη του ιστολογίου κ. almudena Fernandez.

ΜΟΝΑΧΑ ΕΣΥ ΥΠΑΡΧΕΙΣ

JORGE LUÍS BORGES


Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ


Φεγγάρια, όργανα, σεντέφια, ρόδα, λάμπες,
καθώς επίσης και του Ντίρερ η γραμμή,
οι εννιά αριθμοί, το μεταβλητό μηδέν,
όλα αυτά, πρέπει να προσποιηθώ ότι υπάρχουν.
Πρέπει να προσποιηθώ πως κάποτε υπήρξαν
η Ρώμη κι η Περσέπολη κι ότι μιά σκόνη
φτενή καταμέτρησε των επάλξεων τη μοίρα
που έσβησαν οι αδήριτοι αιώνες.
Πρέπει να επινοήσω την πυρά και τα όπλα
του έπους και τα απύθμενα πέλαγα
που ροκανίζουν τα θεμέλια της οικουμένης.
Πρέπει να υποκριθώ ότι υπάρχουν κι άλλοι. Ψέματα.
Μονάχα εσύ υπάρχεις. Η δυστυχία μου, εσύ
κι η ευτυχία μου, απλή και ανεξάντλητη.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης:
Απο το βιβλίο: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης καλοκύρης, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2006, σελ. 220.




**************************




EL ENAMORADO


Lunas, marfiles, instrumentos, rosas,
Lámparas y la línea de Durero,
Las nueve cifras y el cambiante cero,
Debo fingir que existen esas cosas.
Debo fingir que en el pasado fueron
Persépolis y Roma y que una arena
Sutil midió la suerte de la almena
Que los siglos de hierro deshicieron.
Debo fingir las armas y la pira
De la epopeya y los pesados mares
Que roen de la tierra los pilares.
Debo fingir que hay otros. Es mentira.
Sólo tú eres. Tú, mi desventura
Y mi ventura, inagotable y pura

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΕΛΑΝΔΡΙΑ



ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΕΛΑΝΔΡΙΑ: ΘΑ ’ΣΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ


Μουσική: Παναγιώτης Κελάνδριας.
Στίχοι: Βάιος Βαϊόπουλος.
Ενορχήστρωση & Φωνητικά: Νίκος Παπαδημητρίου.
Τραγούδι: Μαρία Γιαννικοπούλου & Παναγιώτης Κελάνδριας.
Κοντραμπάσο: Γιάννης Κουτάγιαρ.
Σοπράνο σαξόφωνο: Ναπολέων Σαββανής.

ΤΙΣ ΚΑΝΝΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΣΟΥ


ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΒΛΑΧΟΣ


ΔΙΑΠΛΟΥΣ

Θέλω να περάσω αλώβητος
προς τον κρυμμένο κήπο με τα άνθη τς παραφοράς σου
προς τα εκεί που αδιάκοπα φυτρώνει
στο χυμένο αίμα σου ο αμάραντος
και εξαίσιοι έφηβοι μ’ ένα κλωνί του
πηγαινοέρχονται άφοβα στον Άδη.
Διαπλέοντας ακόμη κι αυτή την άβατη σκέψη σου
με των καθαγιασμένων την υπεροψία να ξανοικτώ
αψηφώντας τις κάννες της σιωπής σου
προς τα εκεί που πάντοτε ενεδρεύεις
που ανελλιπώς μ’ αγγίζεις
με δάχτυλα παραφροσύνης
και στιβάζεις μέσα μου στιγμές φαρμακωμένες
και περάσματα για μέρη απρόσιτα.
Στον τόπο που εσύ η αντιλόπη
εσύ η διαίσθησή μου
με το αδιάψευστο έγκαυμα στο μέτωπο
γίνεσαι η αδέσποτη καμπάνα της αφυπνίσεως
κι αναζητάς τη σάρκα μου γυμνή
ρωγμή ζητάς να μπεις στον ύπνο μου
να σύρεις τον δαυλό
κρυφά απ’ το βλέμμα της νυκτός
που με φυλάττει
να πυρπολήσεις τα όνειρά μου.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΥΣΤΑΤΗ ΩΡΑ

Ένα άρωμα έμενε στην κάμαρά του, ίσως μονάχα
απ’ την ανάμνηση, μπορεί κι απ’ το παράθυρο
μισάνοιχτο στην εαρινή βραδιά. Ξεχώρισε
τα πράγματα που θά ’παιρνε μαζί του. Σκέπασε
μ’ ένα σεντόνι τον μεγάλο καθρέφτη. Κι ακόμη
στα δάχτυλά του εκείνη η αφή ευμελών σωμάτων
κι η αφή, η μοναχική, της πένας του – όχι αντίθετη·
υπέρτατη ένωση της ποιήσεως. Δεν ήθελε
να απατήσει κανέναν. Πλησίαζε το τέλος. Ρώτησε
ακόμη μιά φορά: «Ευγνωμοσύνη τάχα, ή θέληση
ευγνωμοσύνης;» Κάτω απ’ το κρεβάτι του πρόβαιναν
γεροντικές οι παντόφλες του. Δε θέλησε
να τις σκεπάσει – (ω, βέβαια, άλλοτε). Μονάχα,
σαν έβαλε το κλειδάκι στην τσέπη του γιλέκου του,
κάθησε πάνω στη βαλίτσα του, καταμεσής της κάμαρας,
ολομόναχος, κι άρχισε να κλαίει, γνωρίζοντας,
πρώτη φορά με τόση ακρίβεια, την αθωότητά του.



Από τη συλλογή «12 ποιήματα για τον Καβάφη» (1963).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Θ΄ (1989), σελ. 185.