Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

ΚΑΒΑΦΗΣ



ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ


Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά --
έτσ' οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν' αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.



Το υλικό της ανάρτησης, καθώς και το βιντεάκι που ακολουθεί, μας το έστειλε ο φίλος του ιστολογίου κ. Κώστας Μήτρογλου. Τον ευχαριστούμε πολύ.


Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΑΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


ΞΗΜΕΡΩΜΑ


O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ' τ' όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ' τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν
την ελπίδα στους ναυαγούς.




Από τo βιβλίο: Τάσος Λειβαδίτης, «Ποίηση», τόμος τρίτος 1979-1987, Kέδρος, Αθήνα 1991.

ΚΑΜΟΕΝΣ!



LUÍS VAZ DE CAMÕES


NÁIADES, VÓS QUE OS RIOS HABITAIS


Náiades, vós que os rios habitais
Que os saudosos campos vão regando,
De meus olhos vereis estar manando
Outros, que quase aos vossos são iguais.

Dríades, vós que as setas atirais,
Os fugitivos cervos derrubando,
Outros olhos vereis que, triunfando,
Derrubam corações que valem mais.

Deixai as aljavas logo, e as águas frias,
E vinde, Ninfas minhas, se quereis
Saber como de uns olhos nascem mágoas;

Vereis como se passam em vão os dias,
Mas não vireis em vão, que cá achareis
Nos seus as setas, e nos meus as águas.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η φίλη του ιστολογίου κ. Luisa Corna.

ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΞΕΣΚΛΙΔΙΑ


ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ


ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ


΄Αρρωστε, ιδές, λαμπρά σβήνεται η μέρα
Τριανταφυλλί προμήνυμα του Χάρου∙
Τόση γαλήνη στα γεμάτα χάρου,
Που μοίρα σού χαρίζει ανοιχτοχέρα.

Και στο ναό που άσπρος φαντάζει πέρα –
Σα νά ’γιναν κολώνες του μαρμάρου
Οι αρμονίες ενός ύμνου του Πινδάρου
Πήζοντας ξάφνου μες στον άγιο αέρα –

Έμπα, κοίμου και ο ύπνος θα σε γιάνει.
Θα ονειρευτείς την ομορφιά την ίδια,
Που με τ’ αρχαίο τραγούδι θα γλυκάνει

Της καρδιάς σου τα θλίβερα ξεσκλίδια:
«Τον αγαπά ο Θεός, πεθνήσκει νέος.
Μην ξυπνάς∙ είμαι ο Θάνατος ο ωραίος».

Ο ΓΙΑΣΑ ΧΑΪΦΕΤΣ ΠΑΙΖΕΙ ΜΠΕΤΟΒΕΝ


Ο JASCHA HEIFETZ ΠΑΙΖΕΙ LUDWIG VAN BEETHOVEN

Ο Jascha Heifetz παίζει τη Violinromanze No. 2 in F Major (Op. 50) του Ludwig van Beethoven.

ΑΦΑΝΤΑΣΤΟΙ ΦΙΛΟΙ


ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ


Απ' το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα –κεντημένος ένας αετός–
πράσινος παπαγάλος –κλείνω τα μάτια– κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ' μου το χέρι σου τί κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ' έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά



Aπό τη συλλογή «Η Λησμονημένη».

Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΑΚΗ ΠΑΝΟΥ





ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ


ΟΙ ΜΙΣΟΙ ΚΑΛΟΙ


Μη ζητάς να βρεις καλό
μπέσα μη ζητάς
στων ανθρώπων τις καρδιές
μέσα μην κοιτάς.

Οι μισοί καλοί
σε μοναστηριού κελί
κι οι άλλοι στο τρελάδικο
από κακό κι απ'άδικο

Μη ζητάς να βρεις καλό
μη βαρυγκομάς
και τα πάθη η ζωή
τα'φτιαξε για μας


Στίχοι & μουσική: Άκης Πάνου.

ΞΗΡΗ ΠΕΤΡΑ ΤΟ ΣΤΡΩΜΑ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ


Ο ΒΩΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ


  Τρέξατε αδέλφια, τρέξατε
ψυχαί θερμαί, γενναίαι·
εις τον βωμόν τριγύρω
της πατρίδος αστράπτοντα
    τρέξατε πάντες.

  Ας παύσωσ' η διχόνοιαι
που ρίχνουσι τα έθνη
τυφλά, υπό τα σκληρότατα
ονύχια των αγρύπνων
    δολίων τυράννων.

  Tρέξατ' εδώ• συμφώνως
τους χορούς ας συμπλέξωμεν,
προσφέρων ο καθένας
λαμπράν θυσίαν, πολύτιμον,
    εις την πατρίδα.

  Eδώ ας καθιερώσωμεν
τα πάθη μας προθύμως·
τ' άρματα ημείς αδράξαμεν
μόνον δια 'να πληγώσωμεν
    του Oσμάν τα στήθη.

  Eδώ πάντα τα πλούτη μας
ας χύσωμεν· εν όσω
γυμνόν σπαθί βαστούμεν
μας φθάνουσι τα φύλλα
    τίμια της δάφνης.

  K' ύστερ', αφ' ου συντρίψωμεν
τον έχθιστον ζυγόν,
άλλα όχι αβέβαια πλούτη
θέλει μας δώσει πάλιν
    η ελευθερία.

  Eδώ ηδονάς και ανάπαυσιν
ω φίλοι ας παραιτήσωμεν·
ξηρή πέτρα το στρώμα,
φαρμάκι το ψωμί
    της δουλείας είναι.

  Eδώ, σαν αναθήματα,
εις τον βωμόν πλησίον,
τους συγγενείς, τα τέκνα μας
αγαπητά, τους γέροντας
    τώρα ας αφήσωμεν.

  Πάντα όσα εις την καρδίαν μας
είναι ακριβή, δεν πρέπουσιν
εις άνδρας που τρομάζουν
έμπροσθεν εις ανόητον
    βάρβαρον σκήπτρον.

  Oύτε η ζωή δεν πρέπει.
Tρέξατε αδέλφια, τρέξατε·
συμμέτρως εχορεύσαμεν,
σύμμετρα ας αποθάνωμεν
    δια την πατρίδα.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΕΡΤΖΙΟ ΜΠΡΟΥΝΙ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο SERGIO BRUNI


LU CARDILLO

Sto crescenno nu bello cardillo
Quanta cose che l'aggio 'mpara'
Adda ire da chisto e da chillo
Ll'immasciate po' m'adda purta'
Siente cca' bello mio lloco 'nnante
',c'e' na casa 'na nenna 'nc'e' st?
tu la vide ca nun ? distante chella nenna aje da ire a truv?

si la truove ca stace durmenno
pe' 'na fata gue' nun 'a piglia'
nu rummore nun fa cu li penne
gu? card? tu l'avissa scet??
Si affacciata po' st? a lu barcone
Pe' na rosal'avisssa piglia'?
Gue' cardi' vi' ca ll'a' nun te stuone
Va vattenne cardi' n'addura'

Si la truove che face l'ammore
'stu curtiello 'nnascunnele cca'
'nficcancillo deritto allu core
e lu sango tu m'aje da purt?
Ma si pensa vatt? chianu chianu
Zitto zitto te nce l'aje accust?

Si afferr? po' te vo' co' la mano
Priesto 'mpietto tu l'aje da zumpa'
Si te vasa o t'afferra cianciosa tanno tu l'aje a dire accussii':
lu patrone po' te nun reposa
puveriello pecch? adda muri'

Ti accarezza te vasa ah…
Viato chiu' de me tu si certo cardi'
Si cu' tico cagnarme m'? dato voglio dopo davvero muri'

A me e stongo 'cca
Vaso e jastemm
Sulamente pe' sfuga'
Fuosse dtu tiempo ce da'...

ΑΝΤΟΝΙΟ ΜΑΤΣΑΔΟ!




ANTONIO MACHADO


A UN OLMO SECO


Al olmo viejo, hendido por el rayo
y en su mitad podrido,
con las lluvias de abril y el sol de mayo,
algunas hojas verde le han salido.

¡El olmo centenario en la colina
que lame el Duero! Un musgo amarillento
le mancha la corteza blanquecina
al tronco carcomido y polvoriento.

No será, cual los álamos cantores
que guardan el camino y la ribera,
habitado de pardos ruiseñores.

Ejército de hormigas en hilera
va trepando por él, y en sus entrañas
urden sus telas grises las arañas.

Antes que te derribe, olmo del Duero,
con su hacha el leñador, y el carpintero
te convierta en melena de campana,
lanza de carro o yugo de carreta;
antes que, rojo en el hogar, mañana
ardas, de alguna mísera caseta
al borde de un camino;
antes que te descuaje un torbellino
y tronche el soplo de las sierras blancas;
antes que el río hasta la mar te empuje,
por valles y barrancas,
olmo, quiero anotar en mi cartera
la gracia de tu rama verdecida.
Mi corazón espera
también, hacia la luz y hacia la vida,
otro milagro de la primavera.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Mareva Galenter.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ


ΒΑΡΚΑ ΜΟΥ ΜΠΟΓΙΑΤΙΣΜΕΝΗ

Βρε βάρκα μου μπογιατισμένη
βρε κάργα μάγκες φορτωμένη
μάγκες καλέ και ντερβίσια
κι όμορφα καλέ χασίσια.
Και τον αργιλέ να πάρουν,
για να παν να τη φουμάρουν
για να σπάσουνε κεφάκι,
μπαγλαμά και μπουζουκάκι
βρε κάργα μάγκες με τα μπεγλέρια
και τον αργιλέ στα χέρια.
Να μην έρθει η αστυνομία
και να μείνουνε στα κρύα.
Κι ένας μάγκας βρε παραπέρα
μας κρατάει μπουζουριέρα
Μπάτης, Μάρκος συντροφία
και οι δυό σε "εν αμαρτία"
βρε μπαγλαμάς και το μπουζούκι
μα δε λείπει βρε το τσιμπούκι".

ΑΝΘΗΡΗ ΟΜΙΛΙΑ


ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ


ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΙΟΣΚΙ


Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.
Γύρω απ' αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ' ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ' αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ' τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ' την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ' αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

ΚΑΙ ΜΕ ΣΠΑΘΙΑ


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΑΝΑΣΣΗΣ


[ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΑ]


Το ράγισμα
εσώρουχο που το φορείς όσο και κρύβεις
μη και του δουν την παλαιότητα
και παν αλλού
εκεί που δε δείχνει.

Σκάβε σκάβε
ν’ αλαφραίνεις από χώμα τους νεκρούς
και τ’ άλλα παράπονα.
Έτσι να ζήσεις πρόσταζε ο πατέρας.
Και μόλις θα ’σαι κοντά θ’ αλλάζει το νησί
αλλού θα κατεβαίνεις
κι αργά, πολύ αργά.

Επειδή αγαπούμε
αργεί ο Θεός να συμπεράνει την ήττα μας.
Όπως απ’ το πολύ του φθινοπώρου
πού ’χε μέσα του ο πατέρας
παίρναν τα μάτια του την κίνηση βουνού
που πάει ν’ αναληφτεί τυλιγμένο στο χειμώνα του.

Οι άνθρωποι ποτέ δεν ταξιδεύουν
μονάχα οι χωρισμοί
και να με θυμάσαι
ποιον;

Αλλόκοτα που ανέτελλες λες κι ήσουνα φεγγάρι
ποιος θα σε πάρει
τώρα η άλλη αγκαλιά με πικροδάφνες και μ’ ελιές
και μυρωδιά θάλασσας κοντινής
να φύγεις πάλι
χαιρετισμός βαθύς
πόνος φιλί και στίχος δαχτυλίδι
να σε φορέσω απ’ την αρχή
πάλι απ’ την αρχή που αρχή δεν έχει
να κρατηθώ στους κύκλους σου
και στην πρωτοζωή
στους κύκλους στα στεφάνια της
με κυανοφύκη και βακτήρια.
Και με σπαθιά.
Ναι, και με σπαθιά.



Aπό τη συλλογή “Τα Οικόσημα”, 2000.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΠΑΚΙΤΑ ΡΙΚΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η PAQUITA RICO: EL BESO

Από την ταινία El balcón de la luna (1964).

ΓΑΛΑΣ!



FRANTIŠEK HALAS


CITÁTY


Je hambálek
Kde V krovu čekání
A co tam visí
Strach

Matko nářků
dřímotodárná
neprobouzej

Učiněná bída
je to soužení

Pštrosi Pštrosi Pýchavky
Z klína klína do hrobu
Z hrobu hrobu do klína
v bleší tmě v bleší tmě

S právem ptáků na motýla
božekují božekují
berou jméno nadarmo
v ničemnosti všehodosti

a ta jejich celá krása
tučná růže
jen z ní kape

Žebroto rána
Ptaní večera
Ticho oněch nekonečných prostorů mne děsí

Básníka básník se zeptá
Soudruhu copak s tím chceš

Tma natahuje uši
sov pálených netopýrů

Vzala víra nohy na ramena



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη νέα φίλη του ιστολογίου κ. Elizabeth Gutierrez.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΠΟΛΙΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ THE POLICE, EVERY BREATH YOU TAKE

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΖΑ ΕΣΚΕΝΑΖΥ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΖΑ ΕΣΚΕΝΑΖΥ: ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ Τ΄ ΑΛΑΝΙ

ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΡΟΣΣΕΤΤΙ!



CRISTINA ROSSETTI (1830-1894)


DE PROFUNDIS


Oh why is heaven built so far,
Oh why is earth set so remote?
I cannot reach the nearest star
That hangs afloat.

I would not care to reach the moon,
One round monotonous of change;
Yet even she repeats her tune
Beyond my range.

I never watch the scatter’d fire
Of stars, or sun’s far-trailing train,
But all my heart is one desire,
And all in vain:

For I am bound with fleshly bands,
Joy, beauty, lie beyond my scope;
I strain my heart, I stretch my hands,
And catch at hope.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εκλεκτή κ. Manila Nazzaro.

ΛΥΣΗ ΜΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ


Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ


Αλλά τί λέω;
Η πολυτελής ενδυμασία
της νέας κοπέλλας,
οι ακριβείς λεπτομέρειες των χρωμάτων,
τα στολισμένα της μαλλιά,
το άγνωστο μεθυστικό άρωμα
δεν κρύβουν τη μελαγχολία της.

Είμαι βέβαιος ότι η λύση που της δόθηκε
για την εμφάνισή της πριν το μνήμα
δεν την ικανοποιεί.



Από το βιβλίο: Δημήτρης Κονιδάρης, «Ο χτύπος της καρδιάς», Έψιλον, Κέρκυρα 209, σελ. 13.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

ΛΟΓΙΑ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΜΕΝΑ


FRANCESCO PETRARCA


ΒΑΛΕ, ΕΡΩΤΑ, ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΝΟΥ ΤΟΝ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟ


Βάλε, έρωτα, το χέρι σου, στον νου τον πικραμένο
να εμπνεύσει μου την εύθραυστη και κουρασμένη πέννα,
για την αθάνατη Κυρά να γράψω –όχι για μένα... –
που πιά ’ναι στο βασίλειο τ’ Ουρανού το δοξασμένο.

Τα λόγια μου να φτάσουν βόηθα, ν’ απαρτίσουν αίνο
για Εκείνην, και να τον ακούσει. Πάρ’ τα εσύ, ένα κι ένα,
και πήγαινέ της τα, έτσι με το κάλλος της δεμένα
ως είναι, που όμοιο ουδέποτε είχε ο κόσμος ιδωμένο.

Και μου απαντάει: «Εγώ και οι Ουρανοί, ο καθένας το δικό του,
το επράξαμε. Μα την εξύπνησε από την αιώρα
του βίου ο Θάνατος – την πήρε αλλού να την κοιμίσει.

Μορφή ίση με της Δόννας σου δεν ανεφάνη, αφ’ ότου
τα μάτια του ο Αδάμ πρωτάνοιξε κι ίσαμε τώρα.
Θρηνώ κι εγώ μαζί σου όσο έχεις και εσύ θρηνήσει.»



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΟΡΤΑ ΚΛΕΙΣΤΗ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ


Η ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΓΙΩΡΓΟ ΖΑΜΠΕΤΑ


ΠΟΡΤΑ ΚΛΕΙΣΤΗ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ


Ποιός έχει κάνει τα βουνά
ψηλά σαν νά 'ναι κάστρα,
ν' αγγίζουνε τον ουρανό
και να μου κρύβουν τ' άστρα.

Πού να είναι τα λόγια σου
και τ' άστρο της καρδιάς σου
βουνά και κάστρα θ' ανεβώ
να πάρω τα φιλιά σου.

Ποιός σού 'χει κάνει την καρδιά
αστέρι λυπημένο,
πόρτα κλειστή τα χείλη σου
κι απέξω περιμένω.

Πού να είναι τα λόγια σου
και τ' άστρο της καρδιάς σου
Βουνά και κάστρα θ' ανεβώ
να πάρω τα φιλιά σου.

ΜΙΑΝ ΕΝΤΟΝΗ ΜΥΡΩΔΙΑ ΜΠΑΡΟΥΤΗΣ


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ

      Certes, I’ artiste désire s’ élever,...
      mais I'homme doit rester obscur.
                  PAUL CÉZANNE


Ο ιταλός πυροτεχνουργός έχει εγκαταστήσει το λιτό κι’ απέριττο, το φτωχικό εργαστήριο του, επί της κορυφής του αττικού λόφου. Εκεί ασχολείται νυχθημερόν με τα άπειρα πειράματά του και με την παρασκευή των διάφορων προϊόντων του επιτηδεύματός του: βαρελότα, χαλκούνια, και άλλα «μαϊτάπια». Γιατί αυτός είναι που προμηθεύει τους πανηγυριστάς τις παραμονές των μεγάλων εορτών της Ορθοδοξίας, αλλά κι’ αυτός είναι, πάλι, που, τις νύχτες των εθνικών επετείων, διακοσμεί τους ουρανούς μας με λογής-λογής φανταχτερά λουλούδια, μ’ εκθαμβωτικά πλουμιά και με ταχύτατες ρουκέττες που καταλήγουν σε μυριόχρωμη βροχή από σπίθες. Σπανίως εγκαταλείπει το έργον, όμως, τα βράδυα, ενίοτε, περιφέρει τη σακατεμένη κι’ αλαμπουρνέζικη σιλουέττα του, από καπηλειό σε καπηλειό, χρησιμοποιώντας, κατά προτίμηση, τα σκοτεινότερα στενά της αγοράς. Το επάγγελμά του είναι άκρως επικίνδυνο: πυρίτις, κι’ έσθ’ ότε δυναμίτις, είναι η πρώτη ύλη των εργοχείρων του. Η παραμικρή απροσεξία αρκεί κι’ επέρχεται η τρομερά καταστροφή: μέσα σε εκκωφαντικό κρότο τινάζονται στο καθαρό πρωινό και το εργαστήρι κι’ ο πυροτεχνουργός μαζύ, και βλέπομε να στριφογυρνούν ψηλά στον αέρα, ώρες, κι’ ο Ιταλός και τα σανίδια της μπαράγκας και πηχτά σύννεφα σκόνης, ενώ μιαν έντονη μυρωδιά μπαρούτης απλώνεται παντού.
  Όμως ποτέ δεν επέρχεται το μοιραίον, γιατί υπάρχει κάτι. Ένα μυστικό. Κι’ αυτό το μυστικό είναι απλούστατα η σύζυγος που γρηγορεί. Πράγματι, η γυναίκα του, δική μας: ευλαβική κι’ ορθόδοξος χριστιανή, ξημεροβραδυάζεται στις εκκλησιές, και κάνει μετάνοιες, κι’ όλο προσεύχεται για δαύτονε. Κι’ έτσι τονέ κρατά στη ζωή.
  Μάλιστα, κάτω στην χαράδρα που περιβάλλει τον αττικό λοφίσκο, εκεί, η μαύρη, έχει σπείρει τον κόσμο μ’ αναρίθμητα προσκυνητάρια, τα περισσότερα μαρμάρινα, άλλα ταπεινότερα, όμως όλα με εικόνα Θεοτόκου ή άλλου αγίου, κι’ όλα με μια θυρίδα, για τα λεφτά. Κάθε τόσο συλλέγει υπομονετικά τα χρήματα, και το μεγαλύτερο μεν μέρος διαθέτει γι’ αγαθοεργούς σκοπούς, ενίσχυση απόρων, ανακούφιση ασθενών, αποπεράτωση εκκλησιών, κι’ ένα άλλο μέρος το φυλά προσεκτικά, καθώς σκοπεύει μ’ αυτό, εν καιρώ, ν’ ανεγείρη εκκλησία τιμωμένη με τ’ όνομα της Αγίας Αικατερίνης.
  (Πιο πέρα, στη χαράδρα, κάποιος έχει εγκαταστήσει κυψέλες, μελισσιών, σ’ ένα χωράφι, και, πιο πέρα ακόμη, μέσα σε περιβόλι, είναι τα ερείπια μισοχτισμένου αρχοντικού).
  Αυτή η ιστορία του Ιταλού είναι κι’ η ιστορία η δικιά μας, Ελένη. Δεν είμαι εγώ ο πυροτεχνουργός; Τα ποιήματά μου δεν είναι Πασχαλινά χαλκούνια, κι’ οι πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινά υπέρλαμπρα μετέωρα του Αττικού ουρανού; Κι’ όμως, εάν ακόμη δεν με κατασπαράξανε αλύπητα, να πετάξουνε τις σάρκες μου στα σκυλιά, αυτό δεν το χρωστάω σ’ εσένα, στη μεγάλη στοργή σου και στην αγάπη σου; Το ξέρω, μη μου κρυφτείς, το ξέρω σου λέω: προσεύχεσαι για μένα!
  Μάζευε τα λεφτά των προσκυνηταρίων μας και σκόρπαε, με τ’ άγια λευκά σου χέρια, το καλό παντού. Όμως κράτα ένα μέρος, να συγκεντρώσωμε, κι’ εμείς, λίγο-λίγο ένα ποσό, για ν’ ανεγείρουμε μιαν εκκλησιά αφιερωμένη στην Βασίλισσα που είχε τ’ όνομά σου. Εκεί μέσα, σ’ αυτήν την εκκλησία θε να σε παντρευτώ. Γιατί είσαι ωραία, έχεις την πιο ευγενική ψυχή, και σ’ αγαπώ παράφορα.




Από την ποιητική συλλογή "Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω", 1957.

ΧΑΡΑΜΑΤΑ Η ΩΡΑ ΤΡΕΙΣ





ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΠΡΩΤΑ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ Η ΒΟΥΛΑ ΣΑΒΒΙΔΗ ΣΕ ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


ΘΑ ΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΞΥΠΝΗΣΩ


Χαράματα η ώρα τρεις
θα ΄ρθω να σε ξυπνήσω
κρυφά από τη μάνα σου να σε χαρώ
να βγείς να σου μιλήσω

Δε θα μας δει άλλος κανείς
μόνο το φεγγαράκι
έβγα στο παραθύρι σου να σε χαρώ
και δως μου ένα φιλάκι

Την μυστική αγάπη μας
κρυφά να την κρατήσεις
χίλια που να σου τάξουνε να σε χαρώ
να μην την μαρτυρήσεις

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΝΟΥΟΒΑ ΚΟΜΠΑΝΙ ΝΤΙ ΚΑΝΤΟ ΠΟΠΟΛΑΡΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η NUOVA COMPAGNIA DI CANTO POPOLARE


CANZONE DELLE SEI SORELLE


Che bella vocca ca tene ‘a primma sora
Che bella vocca ca tene ‘a primma sora
l’ha fatta apposta cu chella vocca a’ fora
quant’è bella ‘a primma sora
me n’ha fatto nnammurà
vucchéa accà vucchéa allà
cu chella vocca te vo’ vucchià.
Che belli mmane ca tene ‘a siconda sora
l’ha fatta apposta cu chelli mmane ’a fora
quant’è bella ‘a siconda sora
me n’ha fatto nnammurà
manéa accà manéa allà

ΜΠΡΕΤΟΝ!



ANDRÉ BRETON


LE BUVARD DE CENDRE


              A Robert Desnos

Les oiseaux s'ennuieront
Si j'avais oublié quelque chose
Sonnez la cloche de ces sorties d'école dans la mer
Ce que nous appellerons la bourrache pensive
On commence par donner là solution du concours
A savoir combien de larmes peuvent tenir dans une main de femme
1° aussi petite que possible
2° dans une main moyenne
Tandis que je froisse ce journal étoilé
Et que les chairs éternelles entrées une fois pour toutes en possession du sommet des montagnes
J'habite sauvagement une petite maison du Vaucluse



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η καλή φίλη του ιστολογίου κ. Raica Oliveira.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

ΜΟΝΤΑΛΕ!



EUGENIO MONTALE (1896–1981)


MERIGGIARE PALLIDO E ASSORTO


Meriggiare pallido e assorto
presso un rovente muro d’orto,
ascoltare tra i pruni e gli sterpi
schiocchi di merli, frusci di serpi.

Nelle crepe del suolo o su la veccia
spiar le file di rosse formiche
ch’ora si rompono ed ora s’intrecciano
a sommo di minuscole biche.

Osservare tra frondi il palpitare
Lontano di scaglie di mare
mentre si levano tremuli scricchi
di cicale dai calvi picchi.

E andando nel sole che abbaglia
sentire con triste meraviglia
com’è tutta la vita e il suo travaglio
in questo seguitare una muraglia
che ha in cima cocci aguzzi di bottiglia.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Ilaria Paci.

ΚΑΒΑΦΗΣ ΣΤΑ ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ


KONSTANTINOS KAVAFIS


SEPTEMBER 1903


Laat ik mezelf tenminste nu bedriegen met illusies,
opdat ik niet de leegte van mijn leven merk.

Zovele keren ben ik zo nabij geweest.
En hoe verlamd, hoe schuchter, was ik,
waarom hield ik mijn lippen op elkaar
terwijl mijn lege leven in mij weende
en mijn begeerte zwarte kleren droeg.

Zovele keren zo dicht bij te zijn geweest,
bij de ogen, bij de zinnelijke lippen,
bij het gedroomde, geliefde lichaam.
Zovele keren zo dicht bij te zijn geweest.




Μετάφραση: Hans Warren και Mario Molegraaf.
Από το βιβλίο: K. P. Kaváfis, «Gedichten», Bert Bakker, Amsterdam 2002.

ΣΑ ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΦΩΣ


ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


[ΑΤΙΤΛΟ]


Ανάερη και πνέει
κι είναι άυλη η ζωή
που απόμερα κλαίει –
Και γύρω θροή

στα φύλλα διαβαίνεις
κι αέρας κρυφός
και τρέμεις στη δύση
σα ρόδα και φως.

Και η ώρα πεθαίνει
σα στάλαγμα αργό,
κι ο αέρας σωπαίνει
και κλαίω τώρα εγώ.

ΠΑΟΥΝΤ!




EZRA POUND (1885-1972)


THE GAME OF CHESS

Dogmatic Statement Concerning the Game of Chess:
Theme for a Series of Pictures
Red knights, brown bishops, bright queens,
Striking the board, falling in strong "L"s of colour.
Reaching and striking in angles,
holding lines in one colour.
This board is alive with light;
these pieces are living in form,
Their moves break and reform the pattern:
luminous green from the rooks,
Clashing with "X"s of queens,
looped with the knight-leaps.

"Y" pawns, cleaving, embanking!
Whirl! Centripetal! Mate! King down in the vortex,
Clash, leaping of bands, straight strips of hard colour,
Blocked lights working in. Escapes. Renewal of contest.



1915


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η παλιά φίλη του ιστολογίου κ. Ines Sastre.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΒΟΛΦ ΜΠΗΡΜΑΝ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο WOLF BIERMANN: STREIK

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΡΟΣΙΤΑ ΦΟΡΝΕΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ROSITA FORNES


BALADA PARA UN LOCO

Las tardecitas de Buenos Aires tiene ese qué sé yo, ¿viste?
Salgo de casa por Arenales, lo de siempre en la calle y en mí,
cuando de repente, detrás de ese árbol, se aparece él,
mezcla rara de penúltimo linyera y de primer polizonte
en el viaje a Venus. Medio melón en la cabeza,
las rayas de la camisa pintadas en la piel,
dos medias suelas clavadas en los pies,
y una banderita de taxi libre en cada mano... Ja...ja...ja...ja...
Parece que sólo yo lo veo, porque él pasa entre la gente
y los maniquíes me guiñan, los semáforos me dan tres luces celestes
y las naranjas del frutero de la esquina me tiran azahares,
y así, medio bailando, medio volando,
se saca el melón, me saluda, me regala una banderita
y me dice adiós.

Ya sé que estoy piantao, piantao, piantao,
no ves que va la luna rodando por Callao
y un coro de astronautas y niños con un vals
me baila alrededor...
Ya sé que estoy piantao, piantao, piantao,
yo miro a Buenos Aires del nido de un gorrión;
y a vos te vi tan triste; vení, volá, sentí,
el loco berretín que tengo para vos.
Loco, loco, loco, cuando anochezca en tu porteña soledad,
por la ribera de tu sábana vendré, con un poema
y un trombón, a desvelar tu corazón.
Loco, loco, loco, como un acróbata demente saltaré,
sobre el abismo de tu escote hasta sentir
que enloquecí tu corazón de libertad, ya vas a ver.

Y así el loco me convida a andar
en su ilusión súper-sport,
y vamos a correr por las cornisas
con una golondrina por motor.
De Vieytes nos aplauden: Viva, viva...
los locos que inventaron el amor;
y un ángel y un soldado y una niña
nos dan un valsecito bailador.
Nos sale a saludar la gente linda
y el loco, pero tuyo, qué sé yo, loco mío,
provoca campanarios con su risa
y al fin, me mira y canta a media voz:

Quereme así, piantao, piantao, piantao...
trepate a esta ternura de loco que hay en mí,
ponete esta peluca de alondra y volá, volá conmigo ya:
vení, quereme así piantao, piantao, piantao,
abrite los amores que vamos a intentar
la trágica locura total de revivir,
vení, volá, vení, tra...lala...lara...



Στίχοι: Horacio Ferrer.
Μουσική: Astor Piazzolla.
Γράφτηκε το 1969.

ΑΠΟΤΕΦΡΩΝΟΝΤΑΙ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ


ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί – ξεχασμένοι έστω
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.



Aπό τη συλλογή «Αναπήρων πολέμου», 1982.

ΤΟ ΚΑΥΓΑΔΑΚΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΝΑ ΜΑΡΙΑΝΝΑ


ΤΟ ΚΑΥΓΑΔΑΚΙ


Απόψε ξαναρχίσαμε το ίδιο καβγαδάκι
πες εσύ και πες εγώ μια εσύ και μια εγώ
κόντρα εσύ και κόντρα εγώ και δώσ' του χαβαδάκι

Καβγαδάκι καβγαδάκι ο έρωτας δε ζει
πρέπει να χωρίσουμε δεν κάνουμε μαζί
δεν κάνουμε μαζί δεν κάνουμε μαζί

Κατάντησε η αγάπη μας μεγάλο βασανάκι
κλαίω εγώ γελάς εσύ θέλω εγώ δε θες εσύ
πότε εγώ και πότε εσύ τραβάμε το σκοινάκι

Καβγαδάκι καβγαδάκι ο έρωτας δε ζει
πρέπει να χωρίσουμε δεν κάνουμε μαζί
δεν κάνουμε μαζί δεν κάνουμε μαζί

Εμείς οι δυο μοιάζουμε σκυλάκι με γατάκι
σήκω εσύ να κάτσω εγώ σώπα εσύ να πω εγώ
φύγε εσύ να μείνω εγώ και το βιολί βιολάκι

Καβγαδάκι καβγαδάκι ο έρωτας δε ζει
πρέπει να χωρίσουμε δεν κάνουμε μαζί
δεν κάνουμε μαζί δεν κάνουμε μαζί

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

ΧΟΣΕ ΑΝΧΕΛ ΒΑΛΕΝΤΕ


JOSÉ ÁNGEL VALENTE (1929-2000)


ΕΣΥ ΤΟ ΟΡΙΟ ΜΟΥ ΓΙΝΕ


Το σώμα σου μπορεί
τη ζωή μου να γεμίσει,
όπως μπορεί το γέλιο σου
το τείχος να γκρεμίσει το μουντό της λύπης.

Μια σου και μόνο λέξη σπάει
την τυφλή τη μοναξιά σε κομμάτια χίλια.

Σαν το αστείρευτο στόμα σου στο δικό μου πλησιάζεις,
πίνω χωρίς σταματημό
τις ρίζες της ύπαρξής μου της ίδιας.

Εσύ όμως αγνοείς
πόσο η εγγύτητα του σώματός σου
ζωή μού δίνει
ή πόσο η απόστασή του
από εμένα τον ίδιο με τραβά
και ίσκιο με κάνει.

Εσύ υπάρχεις,
ανάλαφρη και φωτεινή,
ως δάδα καιόμενη
εν μέσω του κόσμου.

Ποτέ μη φύγεις:
Οι βαθιές κινήσεις της ύπαρξής σου
απαρτίζουν
τη μόνη νομοτέλεια για μένα.
Συγκράτησέ με.
Εσύ το όριό μου γίνε.
Κι εγώ,
η εικόνα του ευτυχισμένου εαυτού μου,
που εσύ μού ’χεις χαρίσει.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.



****************************************


SÉ TÚ MI LÍMITE


Tu cuerpo puede
llenar mi vida,
como puede tu risa
volar el muro opaco de la tristeza.

Una sola palabra tuya quiebra
la ciega soledad en mil pedazos.

Si tu acercas tu boca inagotable
hasta la mía, bebo
sin cesar la raíz de mi propia existencia.

Pero tú ignoras cuánto
la cercanía de tu cuerpo
me hace vivir o cuánto
su distancia me aleja de mí mismo
me reduce a la sombra.

Tú estás, ligera y encendida,
como una antorcha ardiente
en la mitad del mundo.

No te alejes jamás:
Los hondos movimientos
de tu naturaleza son
mi sola ley.
Retenme.
Sé tú mi límite.
Y yo la imagen
de mí feliz, que tú me has dado.

ΜΕ ΑΒΡΟ ΠΟΔΑΡΙ



FRANCESCO PETRARCA


ΓΙΑ ΝΑ ΓΛΥΤΩΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΚΙ ΑΠΟ ΕΜΕ, ΣΤΑ ΞΕΝΑ


Για να γλυτώσω από τους άλλους κι από εμέ, στα ξένα
και τα γλυκά αλσοκαταφύγια της Βαλκιούζας πήγα·
λυγμούς η χλόη από τα μάτια μου συνέχεια ετρύγα,
κι οι στεναγμοί μου εσπάγαν του αγέρος τον υμένα.

Φορές –ω, πόσες;!– μόνος και με στήθη φοβισμένα
σε τόπους σκοτεινούς και μαύρους βγήκα, κάτι λίγα
ζητώντας ψίχουλα χαράς, μα η πίστη μου όλο ελύγα:
Αυτός που την Κυρά μου επήρε, εδώ να ρθεί, κι εμένα

μαζί να πάρει! Τωραδά την είδα νά ’χει χάρη,
σαν νύμφη ή σαν θεά, και στου Σόργα μέσα νά ’χει γείρει
τα ολόδροδρσα νερά ν’ αναπαυθεί, και στο χορτάρι

το πράσινο τα λούλουδα ή τη σκόρπια γύρω γύρη
σα ζωντανή γυναίκα να πατά με αβρό ποδάρι,
μηνώντας μου, ωιμέ, ω, πόσο με λυπάται και με οικτείρει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΒΑΦ' ΤΟ ΜΑΥΡΟ!


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ROLLING STONES


PAINT IT BLACK!

I see a red door and I want it painted black
No colors anymore I want them to turn black
I see the girls walk by dressed in their summer clothes
I have to turn my head until my darkness goes

I see a line of cars and they're all painted black
With flowers and my love both never to come back
I see people turn their heads and quickly look away
Like a new born baby it just happens every day

I look inside myself and see my heart is black
I see my red door and must have it painted black
Maybe then I'll fade away and not have to face the facts
It's not easy facin' up when your whole world is black

No more will my green sea go turn a deeper blue
I could not foresee this thing happening to you

If I look hard enough into the settin' sun
My love will laugh with me before the mornin' comes

I see a red door and I want it painted black
No colors anymore I want them to turn black
I see the girls go by dressed in their summer clothes
I have to turn my head until my darkness goes

Hmm, hmm, hmm,...

I wanna see it tainted, tainted black
Black as night, black as coal
I wanna see the sun blotted out from the sky
I wanna see it tainted, tainted, tainted, tainted black
Yeah!

Hmm, hmm, hmm,...

ΟΛΙΒΕΡΙΟ ΧΙΡΟΝΤΟ!



OLIVERIO GIRONDO (1891-1967)


¡ TODO ERA AMOR !


¡Todo era amor... amor!
No había nada más que amor.
En todas partes se encontraba amor.
No se podía hablar más que de amor.
Amor pasado por agua, a la vainilla,
amor al portador, amor a plazos.
Amor analizable, analizado.
Amor ultramarino.
Amor ecuestre.
Amor de cartón piedra, amor con leche...
lleno de prevenciones, de preventivos;
lleno de cortocircuitos, de cortapisas.
Amor con una gran M, con una M mayúscula,
chorreado de merengue,
cubierto de flores blancas...
Amor espermatozoico, esperantista.
Amor desinfectado, amor untuoso...
Amor con sus accesorios, con sus repuestos;
con sus faltas de puntualidad, de ortografía;
con sus interrupciones cardíacas y telefónicas.
Amor que incendia el corazón de los orangutanes,
de los bomberos.
Amor que exalta el canto de las ranas bajo las ramas,
que arranca los botones de los botines,
que se alimenta de encelo y de ensalada.
Amor impostergable y amor impuesto.
Amor incandescente y amor incauto.
Amor indeformable. Amor desnudo.
Amor amor que es, simplemente, amor.
Amor y amor... ¡y nada más que amor!


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Petra Nemcova.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΟΥΓΟ ΔΕΛ ΚΑΡΡΙΛ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο HUGO DEL CARRIL


CAMINITO


Caminito que el tiempo ha borrado
que juntos un día nos viste pasar
he venido por última vez
he venido a contarte mi mal.

Caminito que entonces estabas
bordeado de trébol y juncos en flor
una sombra ya pronto serás
una sombra lo mismo que yo.

Desde que se fue
triste vivo yo
caminito amigo
yo también me voy.

Desde que se fue
nunca más volvió
seguiré sus pasos
caminito, adiós.

Caminito abierto de cardos
la mano del tiempo tu huella borró
y a tu lado quisiera caer
y que el tiempo nos mate a los dos.

Desde que se fue
triste vivo yo
caminito amigo
yo también me voy.

Desde que se fue
nunca más volvió
seguiré sus pasos
caminito, adiós

ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΤΟΙΧΩΝ



ΣΠΥΡΟΣ ΒΡΕΤΤΟΣ


MATIA


Ό,τι είναι να πείτε, πέστε το
γι’ αυτούς τους τοίχους,
και περισσότερο για τα μικρά τους κάδρα,
για τα παλιά τους πρόσωπα,
τα κλειστά τους μάτια,
που δεν τ’ αντέχω έτσι ακίνητα και σταθερά,

μάτια σαν κόκαλα εκεί μπηγμένα,
χτισμένα σχεδόν στο ύψος των τοίχων.

Ό,τι είναι να πείτε, πέστε το
προτού ξεφτίσει το σπίτι,

κάτι επιτέλους
σαν ανταπόδοση ν’ ακουστεί,
έστω κι από τα πρόσωπα των κάδρων,

να κλάψουν επιτέλους το μεδούλι τους
τα κόκαλα των ματιών τους.



Από τη συλλογή «Ακίνητα μάτια», 1992.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ: ΤΟ ΘΥΜΑ Ο ΝΙΚΟΛΑΣ

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

ΓΙΟΖΕΦ ΚΑΙΝΑΡ!







JOSEF KAINAR (1917-1971)


STŘIHALI DOHOLA MALÉHO CHLAPEČKA


Stříhali dohola malého chlapečka
kadeře padaly k zemi a zmíraly
kadeře padaly jak růže do hrobu
Železná židle se otáčela

Šedaví pánové v zrcadlech kolem stěn
Jenom se dívali Jenom se dívali
Že už je chlapeček chycen a obelstěn
V té bílé zástěře kolem krku

Jeden z nich Kulhavý učitel na cello
Zasmál se nahlas A všichni se pohnuli
Zasmál se nahlas A ono to zaznělo
Jako kus masa když pleskne o zem

Francouzská výprava v osmnáctsettřicetpět
Vešla do katakomb křesťanské sektičky
Smích ze tmy do tmy a pod mrtvý jazyk zpět
Je vždy kus masa jež pleskne o zem

Učeň se dívá na malého chlapečka
jak malé zvíře se dívává na jiné
Ještě ne chytit a rváti si z cizího
A už přece

Ráno si staví svou růžovou bandasku
Na malá kamínka Na vincka chcípáčka
A proto učňovy všelijaké myšlenky
jsou vždycky stranou A trochu vlažné

Toužení svědící jak uhry pod mýdlem
Toužení svědící po malé šatnářce
Sedává v kavárně pod svými kabáty
Jako pod mladými oběšenci

Stříhali dohola malého chlapečka
Dívat se na sebe Nesmět se pohnouti
nesmět se pohnouti na židli z železa

Už mu to začlo



Nové mýty (1946)



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Lucie Vondráčková.

ΛΟΡΚΑ ΚΑΙ ΓΚΑΤΣΟΣ



FEDERICO GARCÍA LORCA


ΤΟ ΣΚΟΡΠΙΟ ΑΙΜΑ


Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε νά 'βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ' όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ' όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ' ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.

Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά νά 'ν' τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.

Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.



Μετάφραση: Νίκος Γκάτσος.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΕΡΤΖΙΟ ΜΠΡΟΥΝΙ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο SERGIO BRUNI


MICHELEMMÀ


E' nata miez'o mare
Michelemmà
e Michelemmà
e' nata miez'o mare
Michelemmà e Michelemmà
oje na scarola
oje na scarola

Li turche se nce vanno
Michelemmà
Michelemmà
a reposare

Chi pe la cimma e chi
Michelemmà
Michelemmà
pe lo streppone

Visto a chi là vence
Michelemmà
co sta figliola

Sta figliola ch'e figlia
Michelemmà
Michelemmà
oje de Notare

E mpietto porta na ...
Michelemmà
Michelemmà
Stella Diana

Pe fa mori' ll'amante
Michelemmà
Michelemmà
A duje a duje
Pe fa mori' li amanti
a duje a duje

ΣΚΩΡ


ROBERT GERNHARDT


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗ ΓΝΩΣΤΟΤΕΡΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ


Για μένα πάντως τα σονέτα είναι σκατά :
φρικτή φόρμα, ανυπόφορη, σωστός κορσές,
και μου σηκώνεται η τρίχα, αληθινά,
όταν ακούω ότι υπάρχουν ποιητές

που και την σήμερον ακόμη ημέρα
ασχολούνται με αυτές τις σαχλαμάρες.
Α, δεν χωράει ανοχή εδώ πέρα !
Οι κάτι τέτοιοι θέλουνε σφαλιάρες

ή, πιο καλά, ένα γερό μπερντάχι,
μήπως και κόψουν όλ’ αυτές τις πλάκες
που μου ανακατεύουν το στομάχι !

Τί επιδιώκουν τελικά οι μαλάκες ;
Ιδέα δεν έχω, σας το λέω ειλικρινά.
Πάντως για μένα τα σονέτα είναι σκατά.


1985



Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης.

ΜΠΡΕΤΟΝ!




ANDRÉ BRETON


COQS DE BRUYÈRE


Coqs de bruyère... et seront-ce coquetterie
de péril
ou de casques couleur de quetsche?
Oh! surtout
qu'elle fripe un gant de suède chaud
soutenant quel»
feux de Bengale gâteries!

Au Tyrol, quand les bois se foncent, de tout
l'être abdiquant un
destin
digne, au plus, de chromos savoureux,
mon
remords: sa rudesse, des maux,
je dégage les capucines de sa lettre.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Daniella Sarahyba.

Η ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΝΟΤΗ ΠΕΡΓΙΑΛΗ ΚΑΙ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ



Η ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΝΟΤΗ ΠΕΡΓΙΑΛΗ ΚΑΙ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ


Ο ΛΕΒΕΝΤΗΣ


Σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα
τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια
με χαμηλά τα μαύρα του τα μάτια
λεβέντης εροβόλαγε.

Στα ματιά του ένα σύννεφο
μες την καρδιά του σίδερο.
Κυλάει το αίμα, σκέπασε τον ήλιο
κι ο χάρος εροβόλαγε.

Σφαλούν τα μάτια κι' οι καρδιές
σφαλούν τα παραθύρια
μετά χυμάει ο Χάροντας καβάλα
κι'εκείνος χαμογέλαγε.

Ποιός κατεβαίνει σήμερα στον Άδη;
Ποιόν κουβεντιάζει η γειτονιά κι ανανταριάζει;
Γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι;
Λεβέντης εροβόλαγε.

Τ' ΑΣΤΕΡΙΑ


ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ


Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.



Από τη συλλογή «Τα Φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο», 1958.

ΑΛΦΟΝΣΟ ΓΚΑΤΤΟ: ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ


ALFONSO GATTO


A MIO PADRE


Se mi tornassi questa sera accanto
lungo la via dove scende l'ombra
azzurra già che sembra primavera,
per dirti quanto è buio il mondo e come
ai nostri sogni libertà s'accenda
di speranze di poveri di cielo,
io troverei un pianto da bambino
e gli occhi aperti di sorriso, neri
neri come le rondini del mare.
Mi basterebbe che tu fossi vivo,
un uomo vivo col tuo cuore è un sogno.
Ora alla terra è un'ombra la memoria
della tua voce che diceva ai figli:
"Com'è bella la notte e com'è buona
ad amarci così con l'aria in piena
fin dentro al sonno". Tu vedevi il mondo
nel plenilunio sporgente a quel cielo,
gli uomini incamminati verso l'alba.



Από την ποιητική συλλογή «La storia delle vittime», 1945.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΑΝΟΣ ΓΑΒΑΛΑΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΑΝΟΣ ΓΑΒΑΛΑΣ


ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟΠΑΙΔΟ


Τι κάθεσαι μαζί μου και δε με παρατάς
αφού πονάς κοντά μου κι όλο καρδιοχτυπάς

Εγώ είμαι ένα παλιόπαιδο για σένα δεν αξίζω
χωρίς να θέλω να πονάς που θα σε βασανίζω

Απ' τα αισθήματά σου να μην παρασυρθείς
κοντά μου να το ξέρεις πως θα καταστραφείς

Εγώ είμαι ένα παλιόπαιδο για σένα δεν αξίζω
χωρίς να θέλω να πονάς που θα σε βασανίζω

Μη θέλεις να με φτιάξεις γιατί είναι πια αργά
κάποια βαριά κατάρα όλο με κυνηγά

Εγώ είμαι ένα παλιόπαιδο για σένα δεν αξίζω
χωρίς να θέλω να πονάς που θα σε βασανίζω

MONAXA MNHMH


ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ


ΑΓΩΝΙΑ


Χαμένες σκέψεις, θλίψη γυαλί
δρόμος συρμάτινος ακροβατεί.
Τραγούδι η αγάπη, πλάνος ρυθμός
στο βάθος έστεκε ο χωρισμός.

Δεν έχεις γλώσσα, μονάχα μνήμη
ο αδελφός μπροστά σου δεν διακρίνει.
Θέριεψε ο αγέρας, λήθη καμία
εσύ φοβέριζες την ουτοπία.

Πέτρα σκληρή κι οξειδωμένη
εικόνα πίσω σου, μια γη καμένη.
Δεν σε χωρούσε η αγωνία
στη ζώνη χάιδευες μια λάμα κρύα.




Από το βιβλίο «Νυχτερινή άσκηση», 2005.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

ΕΣΜΙΞΕΣ, ΓΑΜΟΥΣ ΚΑΙ ΧΑΡΕΣ


ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ


ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ (Ε΄, στ. 769-790)


Eφάνη ολόχαρη η αυγή και τη δροσούλα ρίχνει,
σημάδια τση ξεφάντωσης κείνη την ώρα δείχνει.
Xορτάρια εβγήκαν εις τη γη, τα δεντρουλάκια ανθίσα,
κι από τσ’ αγκάλες τ’ ουρανού γλυκύς βορράς εφύσα.
Tα περιγιάλια ελάμπασι, κ’ η θάλασσα εκοιμάτο,
γλυκύς σκοπός εις τα δεντρά κ’ εις τα νερά εγρικάτο.
Oλόχαρη και λαμπυρή η μέρα ξημερώνει,
εγέλαν η ανατολή κ’ η δύση καμαρώνει.
O Ήλιος τες ακτίνες του παρά ποτέ στολίζει
με λάμψιν, κι όλα τα βουνά και κάμπους ομορφίζει.
Xαμοπετώντας τα πουλιά εγλυκοκιλαδούσα,
στα κλωναράκια τω δεντρώ εσμίγα κ’ εφιλούσα.
Δυό-δυό εζευγαρώνασι, ζεστός καιρός εκίνα,
έσμιξες, γάμους και χαρές εδείχνασι κ’ εκείνα.
Eσκόρπισεν η συννεφιά, οι αντάρες εχαθήκα,
πολλά σημάδια τση χαράς στον Oυρανό εφανήκα.
Παρά ποτέ τως λαμπυρά, τριγύρου στολισμένα,
στον ουρανό είν’ τα νέφαλα σαν παραχρουσωμένα.
Tα πάθη πλιό δεν κιλαδεί το πρικαμένο αηδόνι,
αμέ πετά πασίχαρο, μ’ άλλα πουλιά σιμώνει.
Γελούν τση Xώρας τα στενά κ’ οι στράτες καμαρώνουν,
όλα γρικούν κουρφές χαρές κι όλα τσι φανερώνουν.

ΒΟΥΑΝΕ ΟΛΟΙ ΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ


Τ.Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ


IF ONLY


Ω, αν μόνο κάποτε έρθει ο καιρός,
η μόνωση πλησίον μιας παραλίας μακρινής
να πληροί όλα τα φοβερά κενά της ζωής
και των νυχτών της, όλους τους αγώνες
με το Aγνωστο και το Μαύρο, – τούτο μόνο
θ' αρκούσε, όλα νά ’ταν λυμένα
τα μυστήρια τ’ αγωνιώδη.

Αν μόνο η θέα ολοσκέπαστου ουρανού
του φθινοπώρου, που δίνει νέα διαφάνεια
στα βότσαλα της θαλάσσης,
(εκείνη την ανοιχτή πράσινη των ματιών της Νεράιδας)
έφθανε να καλύψει τη ζωή στο σύνολό της,
– ετούτο μόνο, θά ’ταν κιόλας ευτυχία.

Όταν μια σου στιγμή,
άνθρωπε, που ’χεις ξεφύγει το πλέγμα των θορύβων,
αισθανθείς άυλος πια και κατασταλαγμένος,
– τούτο, αν ήσουν βέβαιος πως θά ’ταν και το διαρκές·
πώς σε μιαν ώρα μέσα, στο πλευρό σου
δεν θα βρισκόταν η Σειρήνα, να σου ταράξει
τη διαφάνεια των βοτσάλων, – και τούτο μόνο
θά ’ταν κιόλας η ευτυχία.

Αλλά έρχεται ήδη η φωνή της, από Βορρά, από Νότου,
από Ανατολικά κι από Δυσμών. Βουάνε
όλοι οι ορίζοντες από δαύτη. Έρχεται ολούθε
με την ουσία της βροχής ή των ανέμων. Με τους αφρούς
των κυμάτων. Το σύμπαν, κι' η ψυχή του ανθρώπου,
είναι γεμάτα απ’ αυτή τη φωνή. Ας έρθει. Δεν είναι ακόμη
ερχόμενος ο καιρός του Θανάτου.

ΓΚΕΟΡΚ ΧΕΡΒΕΓΚ!




GEORG HERWEGH (1817-1875)


ICH MÖCHTE HINGEHN WIE DAS ABENDROT


Ich möchte hingehn wie das Abendrot
Und wie der Tag mit seinen letzten Gluten -
O leichter, sanfter, ungefühlter Tod -
Mich in den Schoß des Ewigen verbluten!

Ich möchte hingehn wie der heitre Stern
Im vollsten Glanz, in ungeschwächtem Blinken,
So still und schmerzlos möchte gern
Ich in des Himmels blaue Tiefe sinken!

Ich möchte hingehn wie der Blume Duft,
Die freudig sich dem schönen Kelch entringet,
Und auf dem Fittig blütenschwangrer Luft
Als Weihrauch auf des Herrn Altar sich schwinget.

Ich möchte hingehn wie der Tau im Tal,
Wenn durstig ihm des Morgens Feuer winken -
O, wollte Gott, wie ihn der Sonnenstrahl,
Auch meine lebensmüde Seele trinken!

Ich möchte hingehn wie der bange Ton,
Der aus den Saiten einer Harfe dringet,
Und, kaum dem irdischen Metall entflohn,
Ein Wohllaut in des Schöpfers Brust verklinget.

Du wirst nicht hingehn wie das Abendrot,
Du wirst nicht hingehn wie der Stern versinken,
Du stirbst nicht einer Blume leichten Tod,
Kein Morgenstrahl wird deine Seele trinken!

Wohl wirst du hingehn, hingehn ohne Spur,
Doch wird das Elend deine Kraft erst schwächen,
Sanft stirbt es einzig sich in der Natur,
Das arme Menschenherz muß stückweis brechen!


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Irina Sheik.