Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Ο ΜΑΤΣΑΔΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΡΚΑ


ANTONIO MACHADO


MUERTE

Se le vio, caminando entre fusiles
por una calle larga,
salir al campo frío,
aún con estrellas, de la madrugada.
Mataron a Federico
cuando la luz asomaba.
El pelotón de verdugos
no osó mirarle a la cara.
Todos cerraron los ojos;
rezaron: ¡Ni Dios te salva!
Muerto cayó Federico
sangre en la frente y plomo en las entrañas
Que fue en Granada el crimen,
sabed, ¡pobre Granada!, en su Granada.

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ


SALVATORE QUASIMODO


ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΝΗΣΟΣ


Αήττητος ο λόγος ο αρχαίος.
Ακούω απηχήσεις του εφήμερες –
λήθη της μεσονύκτιας ώρας
στα έναστρα ύδατα μέσα.

Εκ πυρός ουρανίου
η Οδυσσέως Νήσος γεννάται.
Ρεύματα νωθρά κατεβάζουν δέντρα και ουρανούς
στης πανσέληνης όχθης το ρόχθο.

Κι οι μέλισσες, αγάπη μου, μας φέρνουν τον χρυσό:
των μεταλλάξεων καιρός, καιρός άκρως μυστικός.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΑΞ ΝΤΑΟΥΤΕΝΤΑΫ




MAX DAUTHENDEY


AN DEINEN LIPPEN


Deine Küsse halten mich glühend wach,
Sie gehen wie feurige Sterne ums Dach.

An deinen Lippen wird's Blut mir rot,
Mein Herz springt ins Feuer, mein Auge loht.

Deine Augen wie kleine Monde beim Küssen
Im letzten Himmel verschwinden müssen.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η ναπολιτάνα φίλη Carmela R.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ


ΤΡΑΒΑ ΡΕ ΜΑΓΚΑ ΚΑΙ ΑΛΑΝΙ


Μην περάσεις απ' τη γειτονιά μου,
μάγκα μη σε ξαναδώ μπροστά μου,
έμαθα μες το Πασαλιμάνι,
αγαπάς μια μόρτισσα, βρ' αλάνι.

Τράβα, ρε μάγκα και αλάνι,
τράβα για το Πασαλιμάνι.

Απ' τη μόρτισσα, γλυκά φιλάκια,
κάθε βράδυ γλέντι και χαδάκια
κι έτσι την περνάς μαζί της φίνα
και ξεχνάς ν' ανέβεις στην Αθήνα.

Τράβα, ρε μάγκα και αλάνι,
τράβα για το Πασαλιμάνι.

Κι έτσι, βρε μάγκα, για να ξέβρεις,
μ' έχασες για πάντα, δεν θα μ' έβρεις,
θα γλεντώ με ένα χασαπάκι,
κάθε βράδυ μες το Καλαμάκι.

Τράβα, ρε μάγκα και αλάνι,
τράβα για το Πασαλιμάνι.



Στίχοι και μουσική: Κώστας Σκαρβέλης.

ΜΕΣ ΣΤΟ ΧΑΟΣ Ο ΗΧΟΣ ΕΧΑΘΗ


ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ (1869-1943)


ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ


Όλα βουβά τριγύρω μου, στην πάχνη όλα κρυμμένα,
Χαμένα κάτ’ από το φως κι απ’ το σκοτάδι κάτου,
Με το βαρύν αέρα τους μ’ έπνιξαν ξάφνω εμένα,
Θαμπώνοντάς μου τη στερνή ρονιά του αναβλεμμάτου.

Μα δάκρυο δεν εστάλαξε, μηδ’ έλαμψε κανένα
Στο ξαναμμένο βλέφαρο, στητό στο λάγγεμά του,
Και τα δικά μου αγροίκησα βαθειά μου και τα ξένα,
Καρδιόχτυπα ανατάραχα σε μια σιωπή θανάτου.

Κ’ είπα το χαίρε δυο φορές, και μες στο χάος ο ήχος
Εχάθη, ως αντιβόησε ο βυθός του κάτου κόσμου,
Μήνυμα πως σφραγίστηκε παντοτινά ο χαμός μου·

Και μένει επίσημος, αδρός, ο αριστοκράτης στίχος,
Αξήγητος, σιβυλλικός, ν’ ανησυχή μονάχα
Τα πνέματα που αδύνατα παλεύουν νυχτομάχα...

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΛΥΔΙΑ ΒΟΡΔΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η LIDIA BORDA


PAMPERO


Soplo de nuestro espíritu indomable,
viento bagual, aliento de salud,
alma de nuestra tierra inigualable,
¡respiración de América del Sur!.

Grito de la llanura que reclama
su fiera y orgullosa soledad,
sos viento de una estirpe que proclama
la altivez de su ruda libertad.

¡Pampero!
¡Viento macho y altanero
que le enseñaste al gaucho
golpeándole en la cara
a levantartse el ala del sombrero!.

¡Pampero!
¡Viento indómito y mañero,
de ti aprendió la raza
a corcovear furiosa
cuando quiso montarla un extranjero!.

Grito de la llanura que reclama
su fiera y orgullosa soledad,
sos viento de una estirpe que proclama
la altivez de su ruda libertad.



Música: Osvaldo Fresedo.
letra: Edmundo Bianchi.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

ΚΕΛΑΡΥΖΕ


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΑΝΕΜΟΣ


Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις προσδοκίες μου για να γεννηθεί
   ένας λόγος αληθινός
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη που της αρνήθηκαν
   τον κήπο
και φυσικά ερχόταν από πολύ μακριά όπως κάθε κίνδυνος
ενώ το γέλιο της γυναίκας κελάρυζε απαλά σαν
   βυζαντινό τροπάριο
παιδικές ικεσίες γραμμένες στον άνεμο
ω λησμονιά...



Από τη συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή» (1985).
Από το βιβλίο: Τάσος Λειβαδίτης, «Ποίηση» τ. Γ΄, Κέδρος, Αθήνα 1988, σελ. 270.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΛΑ ΦΕΡΡΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η GABRIELLA FERRI


CHITARRA ROMANA


Sotto un manto di stelle
Roma bella mi appare,
solitario il mio cuor
disilluso d'amor
vuol nell'ombra cantar.
Una muta fontana
e un balcone lassù...
O chitarra Romana
accompagnami tu!!!

Suona,suona mia chitarra,
lascia piangere il mio cuore,
senza casa e senza amore
mi rimanii solo tu!
Se la voce è un pò velata
accompagnami in sordina...
la mia bella Fornarina
al balcone non c'è più!!

Lungotevere dorme
mentre il fiume cammina...
Io lo seguo perchè.
Mi trascina con sè
e travolge il mio cuor.
Vedo un ombra lontana
e una stella lassù...
O chitarra Romana
accompagnami tu!

O chitarra Romana
accompagnami tu!

ΓΚΕΟΡΚ ΧΑΪΜ!




GEORG HEYM (1887-1912)


DIE NACHT


Auf Schlangenhälsen die feurigen Sterne
hängen herunter auf schwankende Türme,
die Dächer gegeißelt. Und Feuer springet,
wie ein Gespenst durch die Gasse der Stürme.

Fenster schlagen mit Macht. Und die Mauern, die alten,
reißen die Tore auf in zahnlosem Munde.
Aber die Brücken fallen über dem Schlunde
und der Tod stehet draußen, der Alte.

Aber die Menschen rennen, ohne zu wissen
blind und schreiend, mit Schwertern und Lanzen.
Unten hallet es dumpf, und die Glocken tanzen,
schlagend laut auf, von den Winden gerissen.

Die Plätze sind rot und tot. Und riesige Monde
steigen über die Dächer mit steifen Beinen
den fiebernden Schläfern tief in die Kammer zu scheinen,
und die Stirne wird fahl wie frierendes Leinen.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η φίλη του ιστολογίου κ. Michelle Rodrigues.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΜΠΗΤΛΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ BEATLES


GIRL


Is there anybody going to listen to my story
All about the girl who came to stay?
She's the kind of girl you want so much
It makes you sorry
Still you don't regret a single day.
Ah girl! Ffff... Girl Girl!

When I think of all the times I've tried SO HARD to leave her
She will turn to me and start to cry;
And she promises the earth to me
And I believe her
After all this time I don't know why.
Ah, girl! Ffff... Girl Girl!

She's the kind of girl who puts you down
When friends are there, you feel a fool.
When you say she's looking good
She acts as if it's understood.
She's cool, ooh, ooh, ooh,
Girl! Ffff... Girl Girl!

Was she told when she was young that pain
Would lead to pleasure?
Did she understand it when they said
That a man must break his back to earn
His day of leisure?
Will she still believe it when he's dead?
Ah girl! Ffff... Girl Girl!

ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΑΜΜΗΣ


ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ


Οι ομιλίες της φωτιάς πάνω στα μάρμαρα
Οι καπνοί δένονται σε ροδαμούς με τα κλαδιά των δέντρων
Η χρυσή αιθάλη ιστορεί στους αιθέρες τους κολασμένους
   και τις διηγήσεις τους

Σκούπισε τα αίματά τους μ' ένα σύννεφο
Απ' την κάθε του πτυχή πηγάζει η θάλασσα
Στο κάθε κομμάτι στραφταλίζει ο ήλιος

Η βροχή μια συλλογή από διαμάντια
Η καταιγίδα τα δάκρυα ενός μετανοούντος ουρανού




Από το βιβλίο: Παναγιώτης Ράμμης, "Βραδινή πορεία", Πλανόδιον, Αθήνα 2007, σελ. 31.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

... ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ


ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΕΡΝΑ


Πέρνα απ’ το στέκι να
σου βάλουν χέρι
οι εραστές του Επέκεινα
και του Σεφέρη.

   Κουνούσε στην εξέδρα τα μεριά του
   με πόζες οιονεί προλεταριάτου.
   Άρχισε τα παλιά ν’ αναπολεί
   κι έπεσε χειροκρότημα πολύ.




Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Aquatinta».

Ο ΤΖΩΝ ΓΟΥΙΛΛΙΑΜΣ ΠΑΙΖΕΙ ΝΤΟΜΕΝΙΚΟ ΣΚΑΡΛΑΤΤΙ


Ο JOHN WILLIAMS ΠΑΙΖΕΙ DOMENICO SCARLATTI: GUITARSONATA (K519 in D).

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΠΟΠΗ ΑΣΤΕΡΙΑΔΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΠΟΠΗ ΑΣΤΕΡΙΑΔΗ


ΜΙΚΡΕ ΜΟΥ ΑΝΕΜΕ



Μικρέ μου άνεμε, πικρό μου αίμα
Παίζουν στα χέρια σου μήλα σπαθιά
Τα χείλη μέσα μου δεν έχουν τέρμα
Μού 'φυγες άνοιξη, πικρή φωτιά

Άνεμε δρόμε μου θα σε φιλήσω
Έρωτα πόνε μου θα σου το πω
Πάνω στο δέρμα μου πόνους θ' αφήσω
Στη μέσα θάλασσα θ' αναστηθώ

Πρωί στο κύμα σου πώς να μιλήσω
Παρά στην άμμο σου πώς να το πω
Νησί τα χέρια σου τί να φιλήσω
Κραυγή το αίμα σου και πώς να πιω

Πρωί το στήθος σου τί να κρατήσω
Μικρά τα κύματα πώς να διαβώ
Πίνουν τα χείλη σου κι αν τα φιλήσω
Βροχή τα μάτια σου και θα πνιγώ



Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου.
Μουσική: Γιάννης Γκούμας.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Μ' ΕΛΠΙΔΑ


ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ


ΦΑΛΗΡΟ


Eίχε όλα της τα μάγια η νύχτα· μόνη
  Eσύ έλειπες. Aργά κινάω να φύγω,
  Mα ξάφνου στη μπασιά του μπαρ ξανοίγω
Aυτοκίνητο να γοργοζυγόνη.

M' ελπίδα σταματάω. Nά το, πλακόνει.
  Παραμερίζουν οι άλλοι. Άσειστος μπήγω
  Tη ματιά μου στα μάτια σου. Άλλο λίγο
Aκόμα και ο σοφέρ σου με σκοτόνει.

Aρχοντοπούλα μ' άφταστα πρωτάτα,
  Mε των Eφτά νησιών τες χίλιες χάρες,
Tετράξανθη ομορφιά γαλανομάτα,

  Tου θανάτου δε μ' έπιασαν τρομάρες ―
  Γλυκύτατες μ' ελυώσανε λαχτάρες
Nα συντριφτώ κάτω από εσέ στη στράτα.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΦΑΟΥΣΤΟ ΤΣΙΛΙΑΝΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο FAUSTO CIGLIANO


SIMMO ’E NAPULE PAISÀ!


Tarantella, facennoce 'e cunte,
nun vale cchiù a niente
'o ppassato a penzá...

Quanno nun ce stanno 'e tramme,
na carrozza è sempe pronta
n'ata a ll'angolo sta giá:

Caccia oje nénna 'o crespo giallo,
miette 'a vesta cchiù carella,
(...cu na rosa 'int''e capille,
saje che 'mmidia 'ncuoll' a me...)

Tarantella, facènnoce 'e cunte,
nun vale cchiù a niente
"'o ppeccomme e 'o ppecché..."

Basta ca ce sta 'o sole,
ca c'è rimasto 'o mare,
na nénna a core a core,
na canzone pe' cantá...

Chi ha avuto, ha avuto, ha avuto...
chi ha dato, ha dato, ha dato...
scurdámmoce 'o ppassato,
simmo 'e Napule paisá!...

Tarantella, stu munno è na rota:
chi saglie 'a sagliuta,
chi sta pe' cadé!

Dice buono 'o mutto antico:
Ccá se scontano 'e peccate...
ogge a te...dimane a me!

Io, nu poco fatto a vino,
penzo ô mmale e penzo ô bbene...
ma 'sta vocca curallina
cerca 'a mia pe' s''a vasá!

Tarantella, si 'o munno è na rota,
pigliammo 'o minuto
che sta pe' passá...

Basta ca ce sta 'o sole,

Tarantella, 'o cucchiere è n'amico:
Nun 'ngarra cchiù 'o vico
addó mm'ha da purtá...

Mo redenno e mo cantanno,
s'è scurdato 'o coprifuoco,
vò' surtanto cammená...

Quanno sta a Santa Lucia,
"Signurí', - nce dice a nuje -
ccá nce steva 'a casa mia,
só' rimasto surtant'i'..."

E chiagnenno, chiagnenno, s'avvía...
...ma po', 'a nustalgía,
fa priesto a ferní...



Στίχοι: Peppino Fiorelli.
Μουσική: Nicola Valente.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΑΣΟΥΘΕΝΑ ΜΑΪΣΑΝΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η AZUCENA MAIZANI


SE VA LA VIDA


Se va la vida...
se va y no vuelve.
Escuchá este consejo;
si un bacán te promete acomodar,
entrá derecho viejo.
Se va, pebeta,
quién la detiene
si ni Dios la sujeta,
lo mejor es gozarla y largar
las penas a rodar.

Yo quiero,
muchacha,
que al fin mostrés la hilacha
y al mishio
recuerdo
le des un golpe de hacha.
Decí, pa qué queres
llorar un amor
y morir, tal vez,
de desesperanza.
No rogués la flor
de un sueño infeliz
porque, a lo mejor,
la suerte te alcanza
si te decidís.

Se va la vida...
se va y no vuelve,
escuchá este consejo;
si un bacán te promete acomodar,
entrá derecho viejo.
Pasan los días,
pasan los años,
es fugaz la alegría,
no pensés en dolor ni en virtud,
viví tu juventud.



Μουσική: Edgardo Donato.
Στίχοι: María Luisa Carnelli.

ΓΟΝΓΟΡΑ!




LUÍS DE GÓNGORA (1561-1627)


A DOÑA BRIANDA DE LA CERDA


Al sol peinaba Clori sus cabellos
Con peine de marfil, con mano bella;
Mas no se parecía el peine en ella
Como se obscurecía el sol en ellos.

Cogió sus lazos de oro, y al cogellos,
Segunda mayor luz descubrió aquella
Delante quien el Sol es una estrella
Y esfera España de sus rayos bellos.

Divinos ojos, que en su dulce Oriente
Dan luz al mundo, quitan luz al cielo,
Y espera idolatrallos Occidente.

Esto Amor solicita con su vuelo,
Que en tanto mar será un arpón luciente
De la Cerda inmortal mortal anzuelo.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η πιστή φίλη του ιστολογίου κ. Almudena Fernandez.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΝΙΚΟΛΑΪ ΤΖΕΝΤΑ


Ο NICOLAI GEDDA ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΗΝ ΑΡΙΑ «JE CROIS ENTENDRE ENCORE» ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ GEORGES BIZET: «LES PÊCHEURS DE PERLES»


Je crois entendre encore,
Caché sous les palmiers,
Sa voix tendre et sonore
Comme un chant de ramier!
O nuit enchanteresse!
Divin ravissement!
O souvenir charmant!
Folle ivresse! doux rêve!
Aux clartés des étoiles,
Je crois encore la voir,
Entr'ouvrir ses longs voiles
Aux vents tièdes du soir!
O nuit enchanteresse!
Divin ravissement!
O souvenir charmant!
Folle ivresse! doux rêve!
Charmant souvenir!

I still believe I hear
hidden beneath the palm trees
her voice, tender and deep
like the song of a dove
oh enchanting night
divine rapture
delightful memory
mad intoxication, sweet dream.
In the clear starlight
I still believe I see her
half drawing her long veil
to the warm night breeze.
Oh enchanting night
divine rapture
delightful memory
mad intoxication, sweet dream.
Charming memory.



Ηχογράφηση του 1960.

ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΟΥΣΕ


ΟΡΕΣΤΗΣ ΛΑΣΚΟΣ


Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


Mυστηριωδώς, με γράμματα πελώρια, και μοιραίως,
τοιχοκολήθηκαν παντού στην πολιτεία αφίς.
Στη μέση γράφανε "ZΩH" και κάτωθεν αυτής:
"Έργο σουρεαλιστικόν... αγνώστου συγγραφέως".

Kαι στο μεγάλο Θέατρο πούχ' εντελώς γεμίσει
μπρός σε θεατές που αυλάκωναν της αγωνίας τα τικ,
άρχισεν η Παράστασις η τόσον εξαντρίκ,
που θάταν προτιμότερον ποτές να μή 'χε αρχίσει.

Γιατί αν κι' οι πρωταγωνιστές παίζαν με μπρίο στ' αλήθεια,
και το μπουλούκι δίπλα τους παράστεκε καλό,
όμως το έργον ήτανε τόσο φριχτά σαχλό
που ασυναισθήτως ένοιωθες μιαν αηδία στα στήθεια.

Στην πρώτη πράξη, ένα αμυδρό γέλιο -αν δεν αμφιβάλλω-
στις άλλες ένα βογγητό σπαραχτικά γοερό,
και στην στερνήν ένα χλωμό σκοτάδι ζοφερό,
κι' ύστερ' απότομα μια μαύρη αυλαία, και τίποτ' άλλο.

Kι' έτσι ο καθείς σφυρίζοντας και βρίζοντας, πετούσε
τα μαξιλάρια στη σκηνή φριχτός καταστροφεύς.
Kαι μόνος, σ' ένα σκοτεινό θεωρείον, ο Συγγραφεύς
καπνίζοντας το πούρο του απαθής... χειροκροτούσε.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ ΑΛΗΘΙΝΟ


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


ΤΕΧΝΗ


Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, τάδα ύστερα να μαραίνονται
     και να σβήνουν,
και μ' όλο που ξέφευγα απόνα κίνδυνο, έκλαψα
γι' αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα. Δόθηκα στα πιο μεγάλα
     ιδανικά, μετά τ' απαρνήθηκα,
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα. Ένοιωσα
     ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους,
και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους
     φτωχούς,
είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,
θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία,
συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, έγλυψα εκεί που
     έφτυσα,
έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον
     αργά, ότι είσαι ένας άλλος
από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ' όνομά μου
για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου ―
κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός. Tις νύχτες έκλαψα,
συνθηκολόγησα τις μέρες, αδιάκοπη πάλη μ' αυτόν τον
     δαίμονα μέσα μου
που τα ήθελε όλα, τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις,
     τα πιο καθάρια μου όνειρα
και πείναγε, τούδωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ,
     χρέη, εξευτελισμούς,
και πείναγε. Bούλιαξα σε μικροζητήματα
φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,
έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,
     χωρίς κανείς να μου το ζητήσει
έκοψα μικρά-μικρά κομάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα
     στα σκυλιά.

Tώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια
       μπορώ να γράψω
ένα στίχο, αληθινό.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ ΠΙΞΙΣ



Η ανάρτηση αφιερώνεται στον γιό μου Δημήτρη για τα 18α γενέθλιά του.


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ PIXIES


WHERE IS MY MIND


Oh - stop

With your feet in the air and your head on the ground
Try this trick and spin it, yeah
Your head will collapse
But there's nothing in it
And you'll ask yourself

Where is my mind

Way out in the water
See it swimmin'

I was swimmin' in the Caribbean
Animals were hiding behind the rocks
Except the little fish
But they told me, he swears
Tryin' to talk to me, coy koi.

Where is my mind

Way out in the water
See it swimmin' ?

With your feet in the air and your head on the ground
Try this trick and spin it, yeah
Your head will collapse
If there's nothing in it
And you'll ask yourself

Where is my mind

Oh
With your feet in the air and your head on the ground
Oh
Try this trick and spin it, yeah
Oh
Oh

ΣΕΓΚΑΛΕΝ!



VICTOR SEGALEN (1878-1919)


ATTISEMENT


Si beau, si parfait à l'opposé de l'humain
Que je suis encor, - que nulle de mes paroles
N'atteindra jamais la neuvième des Coupoles
Ni l'espace bas où les lourds génies s'envolent.

Plus haut. Piétinons l'esplanade ordonnancée !
Portons haut le Nombre et les justes tourbillons.
Étreignons le cercle : happons l'azur : assaillons
Plus haut ? sans espoir : il n'y a pas de rayons !

Pour aide voici : les neufs brasiers nous affleurent :
Voici les trois monts et le renouveau des heures :
Recommencement : forte vie intérieure...
Comme eux flamboyons ! dévorons les chairs et sangs !

Il faut s'attiser ; grésiller ; brûler au rouge ;
Pénétrer son coeur du pic de profondes gouges :
Les feux verticaux à travers quoi le Ciel bouge
Portent au niveau de l'horizon plein des vents.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η φίλη του μπλογκ κ. Elsa Benitez.

ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΟΧΤΩ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΛΑΚΗΣ ΧΑΛΚΙΑΣ


Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ


Η φάμπρικα δε σταματά
δουλεύει νύχτα-μέρα
και πώς τον λεν το διπλανό
και τον τρελό τον Ιταλό
να τους ρωτήσω δεν μπορώ
ούτε να πάρω αέρα

Δουλεύω μπρος στη μηχανή
στη βάρδια δύο-δέκα
κι από την πρώτη τη στιγμή
μου στείλανε τον ελεγκτή
να μου πετάξει στο αφτί
δυο λόγια νέτα σκέτα

Άκουσε φίλε εμιγκρέ
ο χρόνος είναι χρήμα
με τους εργάτες μη μιλάς
την ώρα σου να την κρατάς
το γιο σου μην το λησμονάς
πεινάει κι είναι κρίμα

Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός
ξεχνάω τη μιλιά μου
είμαι το νούμερο οχτώ
με ξέρουν όλοι με αυτό
κι εγώ κρατάω μυστικό
ποιό είναι τ' όνομά μου



Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης.
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος.
Τραγούδι του 1974.

ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ


ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ


Τί γυρεύει το κορίτσι
στο σκοτάδι
της καρέκλας;
γρήγορα
καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται
με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες στο κεφάλι
με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες
βγάζει τα λουλούδια
πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού
βάφονται μες στο αίμα

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΖΩΡΖ ΜΟΥΣΤΑΚΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο GEORGES MOUSTAKI


LE MÉTHÈQUE


Avec ma gueule de métèque
De Juif errant, de pâtre grec
Et mes cheveux aux quatre vents
Avec mes yeux tout délavés
Qui me donnent l'air de rêver
Moi qui ne rêve plus souvent
Avec mes mains de maraudeur
De musicien et de rôdeur
Qui ont pillé tant de jardins
Avec ma bouche qui a bu
Qui a embrassé et mordu
Sans jamais assouvir sa faim

Avec ma gueule de métèque
De Juif errant, de pâtre grec
De voleur et de vagabond
Avec ma peau qui s'est frottée
Au soleil de tous les étés
Et tout ce qui portait jupon
Avec mon cœur qui a su faire
Souffrir autant qu'il a souffert
Sans pour cela faire d'histoires
Avec mon âme qui n'a plus
La moindre chance de salut
Pour éviter le purgatoire

Avec ma gueule de métèque
De Juif errant, de pâtre grec
Et mes cheveux aux quatre vents
Je viendrai, ma douce captive
Mon âme sÅ“ur, ma source vive
Je viendrai boire tes vingt ans
Et je serai prince de sang
Rêveur ou bien adolescent
Comme il te plaira de choisir
Et nous ferons de chaque jour
Toute une éternité d'amour
Que nous vivrons à en mourir

Et nous ferons de chaque jour
Toute une éternité d'amour
Que nous vivrons à en mourir

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΑΡΓΥΡΙΟΥ


Αντίο, Αλέκο...

ΕΛΥΤΗΣ!


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


ΡΗΜΑ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟΝ

Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε
Oι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ' αγνοούν. Δυσδιάκριτος
Kαθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα
Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται
Kάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά
Nα μείνει ένα θαλασσοπούλι τ' ορφανό πάνω απ' τα κύματα

Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα
Kι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη
Mάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε. A
Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Kόρες που εμφανιστήκατε
   κατά καιρούς
Mέσ' απ' το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες
Bρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους
   αποκοιμισμένους κήπους
Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης
Που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη

Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να
   μεγεθύνω τα όμικρον
Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το
   αντικλείδι του
Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω
Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου
H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ' ελάχιστα φωνήεντα όμως
Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ
Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη
Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα
Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και
   πεθαμένους να κατατρομάξεις

Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας
Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:
   κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα
Mε παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα
Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες
Tέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Aσία
Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης

Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανός" δεν είναι· "αγάπη"
   δεν· "αιώνιο" δεν. Δεν
Yπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του
   σκοτωμού
Kαλλιεργούνται οι ντάλιες. Kι ο βραδύς κυνηγός μ' αιθερίου
   θηράματα
Eπιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Aχ
Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από
   θεότητα είναι
H γη· τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν' αντισταθμίζει
Tο κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας
Που η σκιά του νου μάς αποκρύπτει. Aς είναι

Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων
Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου
Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις
Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω
Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες
   θύρες ανοίγονται
Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η
   τρίτη να φανερωθεί
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη

Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ' άλλες. Aλλ'
H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.



Από τη συλλογή: Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, 1991.
Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, «Ποίηση», Ίκαρος Αθήνα 2002, σελ. 568.


Το ποίημα μάς το έστειλε η φίλη του ιστολογίου κ. Carmela de Cesare.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΠΙΕΡ ΜΠΑΡΟΥ ΚΑΙ Η ΝΙΚΟΛ ΚΡΟΥΑΖΙΓ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο PIERRE BAROUH ΚΑΙ Η NICOLE CROISILLE


UN HOMME ET UNE FEMME

Comme nos voix ba da ba da da da da da da
Chantent tout bas ba da ba da da da da da da
Nos coeurs y voient ba da ba da da da da da da
Comme une chance comme un espoir
Comme nos voix ba da ba da da da da da da
Nos coeurs y croient ba da ba da da da da da da
Encore une fois ba da ba da da da da da da
Tout recommence, la vie repart

Combien de joies
Bien des drames
Et voilà !
C'est une longue histoire
Un homme
Une femme
Ont forgé la trame du hasard.

Comme nos voix
Nos coeurs y voient
Encore une fois
Comme une chance
Comme un espoir.

Comme nos voix
Nos coeurs en joie
On fait le choix
D'une romance
Qui passait là.

Chance qui passait lΰ
Chance pour toi et moi ba da ba da da da da da da
Toi et moi ba da ba da da da da da da
Toi et Toi et moi.



Από την ομώνυμη ταινία του Claude Lelouch (1966).

Η ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΔΕ ΛΟΣ ΑΝΧΕΛΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΟΤΣΑΡΤ




Η VICTORIA DE LOS ÁNGELES
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ WOLFGANG AMADEUS MOZART:

EXULTATE JUBILATE


Ηχογράφηση του 1959.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ Θ' ΑΚΟΥΝΕ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ


WILLIAM SHAKESPEARE


ΣΟΝΝΕΤΟ XXIII


Όπως ένας αδέξιος θεατρίνος
π’ όλο ξεχνάει τα λόγια του, αγχωμένος,
και σαν το άγριο, λυσσασμένο χτήνος,
που την καρδιά του τρώει περίσσιο μένος,

έτσι κι εγώ, που ν’ ανοιχτώ φοβάμαι,
ξεχνώ τα λόγια της αγάπης τ’ άγια·
λειωμένος απ’ το εντός μου πάθος, να με,
και με λυγούν βαριά του έρωτα μάγια.

Άσ’, της καρδιάς μου που φωνάζει, νά ’ναι
οι στίχοι μου, λοιπόν, βουβοί αγγέλοι,
κι απόκριση κι αγάπη να ζητάνε
πιότερο απ’ όσα η γλώσσα να πει θέλει.

Μάθ’ όσα ο πόθος μου έχει να σου πεί·
τα μάτια σου θ’ ακούνε στη σιωπή.



Μετάφραση: Παναγιώτης Πάκος.

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ


ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ


ΝΥΧΤΩΣΕ ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙ


Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
το σκοτάδι είναι βαθύ
κι όμως ένα παλικάρι
δεν μπορεί να κοιμηθεί

Άραγε τι περιμένει
απ' το βράδυ ώς το πρωί
στο στενό το παραθύρι
που φωτίζει με κερί

Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει
με βαρύ αναστεναγμό
ας μπορούσα να μαντέψω
της καρδιάς του τον καημό



Στίχοι και μουσική: Απόστολος Καλδάρας.

ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ


ΣΠΥΡΟΣ Λ. ΒΡΕΤΤΟΣ (1960)


Σ’ ΕΝΑ ΒΟΥΒΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ


Να σταματήσουνε τα πανηγύρια
και οι χοροί εικονοστάσι ας βάλουνε
εκεί πουστρίβει ο κύκλος τους
ξυστά στον ήχο του κλαρίνου·
τόσην ώρα ο άνθρωπος θέλει κάτι να μας πει
και τ’ άλογό του πάει να τον γκρεμίσει,
καθώς βουλιάζουνε οι μουσικές μέσα στη χαίτη
και πάλλονται τα χαλινάρια
δίχως προσταγή.

Να σταματήσουνε τα όργανα
ή δώστε και σ’ αυτόν μια μουσική
να μας τα πει με όσο θόρυβο αρμόζει
ή μάλλον κλείστε τον καλά μες στο χορό
σ’ ένα βουβό ζεϊμπέκικο ν’ αναλωθεί
– στα χέρια του
οι απέραντες κινήσεις της ερήμου.



Από το βιβλίο: Σπύρος Λ. Βρεττός, «Ανιστόρητο», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σελ. 30.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΙΝΟ ΡΕΪΤΑΝΟ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο MINO REITANO: SIRINATA A LU ME AMURI

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

ΣΤΙΣ ΣΚΑΛΩΣΙΕΣ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ



FRANTIŠEK HALAS


ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΚΑΡΕΛ ΓΥΝΕΚ ΜΑΧΑ


Στις πρώτες-πρώτες του Μαγιού τις πιτσιλιές του ρίγους
στου Ποιητή τον ίσκιο εγώ τον εαυτό μου κλέβω
Ιπτάμενες σειρές μνημάτων βλέπω και ουκ ολίγους
περισυνούς νεκρούς που με καλούν εκεί ν’ ανέβω

Τραβώ γραμμή για ’κεί που αιμόφυρτα τα μέλη ξύνει
η Σφίγγα που του λαού μου θέλει να αιστανθεί το θέμα
κι ο τίμιος Κόμης της πατρίδας μου να ξαναγίνει
χαλκός μιας και απαγορεύεται να χύνεται αίμα

Από τον μόχθο τον ψηλό στις σκαλωσιές των στίχων
γκρεμίζεται ένα μου όνειρο μες στις δροσιές του Μάη
Χαμένος στά παιχνίδια πια των λέξεων και των ήχων
υψώνω τη γροθιά και αντάμα με τον Μάχα πάει



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΠΕΔΡΟ ΙΝΦΑΝΤΕ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο PEDRO INFANTE


YO SOY QUIEN SOY


Yo soy quien soy,
Y no me parezco a nairen,
Me cuadra el campo,
Y el chifilo de sus aigres.

Mis compañeros,
Son mis buenos animales,
Chivos y mulas,
Y uno que otro viejo buey.

Un cuervo azul,
Y un cuervo color naranja,
Cantaban juntos,
Que bonita es la parranda.

Y un feo caiman,
A un zorrillo le gritaba:
"Jardin de olores,
Ya no me heches tanto olor."

El coyote es matrero,
Y abusado el tejón,
Manso y noble el cordero,
Y el cochino hocicón.
El gañan es ladino,
Y el ranchero simplón,
Y el indino vaquero,
Holgazan y tragón.

A veces quisiera ser,
Tortuga para correr,
Caballo para volar,
Montaña para viajar.

Pescado pa' trabajar,
Chaparro para crecer,
Jumento pa' no cargar,
Valiente pa' no pelear,
Borracho pa' no tomar,
Y fiel como la mujer.

Como esto no puede ser,
Me aguanto que voy a hacer.

Yo soy quien soy,
Y no me parezco a nairen,
Me cuadra el campo,
Y el chifilo de sus aigres.

Mis compañeros,
Son mis buenos animales,
Chivos y mulas,
Y uno que otro viejo buey.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ


VICENTE HUIDOBRO (1893-1948)


ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ


Ας είν’ ο στίχος όπως το κλειδί
Που ανοίγει χίλιες πόρτες.
Πέφτει ένα φύλλο· κάτι περνάει πετώντας·
Ό,τι τα μάτια ιδούν ας γίνει πλάσμα
Κι άσ’ την ψυχή του ακροατή να τρέμει.

Σκαρφίσου κόσμους νέους και φρόντισε το λόγο·
Το επίθετο αν δε δίνει ζωή, σκοτώνει.

Βρισκόμαστε στον κύκλο των νεύρων
Το μούσκουλο κρεμιέται
Σαν θύμηση μες στα μουσεία·
Μα δε μας παίρνει αυτό απ’ τη δύναμή μας:
Η αληθινή ρώμη
Κατοικεί στο κεφάλι.

Γιατί υμνείτε το ρόδο, ω Ποιητές!
Μέσα στο ποίημα κάντε το ν’ ανθίσει.

Για μας μονάχα
Τα πράγματα όλα ζουν κάτω απ’ τον ήλιο.

Είν’ ο ποιητής ένας μικρός Θεός.



Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου.
Από το βιβλίο: Ηλίας Ματθαίου, «Λατινοαμερικανική ποίηση», Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1987, σελ. 118.



********************************

ARTE POÉTICA


Que el verso sea como una llave
Que abra mil puertas.
Una hoja cae; algo pasa volando;
Cuanto miren los ojos creado sea,
Y el alma del oyente quede temblando.
Inventa mundos nuevos y cuida tu palabra;
El adjetivo, cuando no da vida, mata.
Estamos en el ciclo de los nervios.
El músculo cuelga,
Como recuerdo, en los museos;
Mas no por eso tenemos menos fuerza:
El vigor verdadero
Reside en la cabeza.
Por qué cantáis la rosa, ¡oh Poetas!
Hacedla florecer en el poema ;

Sólo para nosotros
Viven todas las cosas bajo el Sol.
El Poeta es un pequeño Dios.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΦΑΜΠΡΙΤΣΙΟ ΝΤΕ ΑΝΤΡΕ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο FABRIZIO DE ANDRÈ


PREGHIERA IN GENNAIO


Lascia che sia fiorito
Signore, il suo sentiero
quando a te la sua anima
e al mondo la sua pelle
dovrà riconsegnare
quando verrà al tuo cielo
là dove in pieno giorno
risplendono le stelle.

Quando attraverserà
l'ultimo vecchio ponte
ai suicidi dirà
baciandoli alla fronte
venite in Paradiso
là dove vado anch'io
perché non c'è l'inferno
nel mondo del buon Dio.

Fate che giunga a Voi
con le sue ossa stanche
seguito da migliaia
di quelle facce bianche
fate che a voi ritorni
fra i morti per oltraggio
che al cielo ed alla terra
mostrarono il coraggio.

Signori benpensanti
spero non vi dispiaccia
se in cielo, in mezzo ai Santi
Dio, fra le sue braccia
soffocherà il singhiozzo
di quelle labbra smorte
che all'odio e all'ignoranza
preferirono la morte.

Dio di misericordia
il tuo bel Paradiso
lo hai fatto soprattutto
per chi non ha sorriso
per quelli che han vissuto
con la coscienza pura
l'inferno esiste solo
per chi ne ha paura.

Meglio di lui nessuno
mai ti potrà indicare
gli errori di noi tutti
che puoi e vuoi salvare.

Ascolta la sua voce
che ormai canta nel vento
Dio di misericordia
vedrai, sarai contento.

Dio di misericordia
vedrai, sarai contento.


Το αλίευσα στο μπογκ του φίλτατου Λάμπρου Τσουκνίδα!

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ



Είκοσι χρόνια με ρωτάς
ποιος πήρε την Ελένη
μα εκείνη μόνη στο σχολειό
τον Πάρη περιμένει

Είκοσι χρόνια με ρωτάς
ποιόν αγαπά η Ελένη
είναι στη Σπάρτη,στα νησιά
στην Τροία παντρεμένη

Με ρωτούν για την Ελένη - αχ Ελένη
που΄ναι εικόνα δακρυσμένη - αχ Ελένη
μα εγώ δεν απαντώ
την καρδιά μου τη σφραγίζω
και την πίκρα μου κεντώ

Είκοσι χρόνια με ρωτάς
πού θα βρεθεί η Ελένη
σαν ζωγραφιά στην εκκλησιά
ή σαν κερί αναμμένη

Είκοσι χρόνια με ρωτάς
πού θάψαν την Ελένη
μπορεί στο Άργος στους αγρούς
μπορεί στην οικουμένη

Με ρωτούν για την Ελένη - αχ Ελένη
που΄ναι εικόνα δακρυσμένη - αχ Ελένη
μα εγώ δεν απαντώ
την καρδιά μου τη σφραγίζω
και την πίκρα μου κεντώ

ΜΠΟΡΧΕΣ!


Η ανάρτηση αφιερώνεται στην Έλενα για την ονομαστική της εορτή


JORGE LUÍS BORGES


ALGUIEN


Un hombre trabajado por el tiempo,
un hombre que ni siquiera espera la muerte
(las pruebas de la muerte son estadísticas
y nadie hay que no corra el albur
de ser el primer inmortal),
un hombre que ha aprendido a agradecer
las modestas limosnas de los días:
el sueño, la rutina, el sabor del agua,
una no sospechada etimología,
un verso latino o sajón,
la memoria de una mujer que lo ha abandonado
hace ya tantos años
que hoy puede recordarla sin amargura,
un hombre que no ignora que el presente
ya es el porvenir y el olvido,
un hombre que ha sido desleal
y con el que fueron desleales,
puede sentir de pronto, al cruzar la calle,
una misteriosa felicidad
que no viene del lado de la esperanza
sino de una antigua inocencia,
de su propia raíz o de un dios disperso.

Sabe que no debe mirarla de cerca,
porque hay razones más terribles que tigres
que le demostrarán su obligación
de ser un desdichado,
pero humildemente recibe
esa felicidad, esa ráfaga.

Quizá en la muerte para siempre seremos,
cuando el polvo sea polvo,
esa indescifrable raíz,
de la cual para siempre crecerá,
ecuánime o atroz,
nuestro solitario cielo o infierno.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΤΖΑΚΟΜΟ ΡΟΝΤΙΝΕΛΛΑ


GIACOMO RONDINELLA: VOGLIO SUNNA’ CU TTE

ΟΛΟ ΚΕΣΑΤΙΑ


ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


ΘΕΟΦΙΛΕ, ΘΕΟΦΙΛΕ

Αχ, βρε Θεόφιλε
πολύ πήρες αμπάριζα
και μ' άρχισες τα μου σου του μ' αρτίστες
εσύ βρε ούτε πόρτα δε χαμπάριζες
και τώρα ξεβιδώνεσαι στις πίστες.

Θεόφιλε, Θεόφιλε
η κοινωνία όφειλε
να κάνει που και που στραβά τα μάτια
Θεόφιλε, Θεόφιλε,
η κοινωνία όφειλε,
σε μας που ζήσαμε ζωή όλο κεσάτια.

Η κόρη σου φοιτήτρια
κι' ο γιός σου ανθυποπλοίαρχος
πουστόγερε, μου θες και Athens by night
τώρα που μάτσωσες, περνάς για Ωνάσης και για Νιάρχος
κι' απ' το εντάξει αδερφέ το γύρισες στο right.

Θεόφιλε, Θεόφιλε
η κοινωνία όφειλε
να κάνει που και που στραβά τα μάτια
Θεόφιλε, Θεόφιλε,
η κοινωνία όφειλε,
σε μας που ζήσαμε ζωή όλο κεσάτια.

Θεόφιλε, Θεόφιλε,
παλιό ψάρι μπαγιάτικο,
μα δε σου μίλησε κανείς για τη Rexona;
Θεόφιλέ μου, γύρισε
στο σπίτι σου το ταχτικό
στο τάβλι σου και στην κυρά-Παγώνα.

Θεόφιλε, Θεόφιλε
η κοινωνία όφειλε
να κάνει που και που στραβά τα μάτια
Θεόφιλε, Θεόφιλε,
η κοινωνία όφειλε,
σε μας που ζήσαμε ζωή όλο κεσάτια.



Στίχοι: Μανώλης Αναγνωστάκης.
Μουσική: Θέμης Ανδρεάδης.
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Θωμόπουλος.

Από τον κύκλο τραγουδιών "Σαν ξαφνικό ταξίδι" (1983) με μουσική του Θέμη Ανδρεάδη. Ως στιχουργός του τραγουδιού αναφέρεται κάποιος ο Μίνως Αμαριώτης. Στην επανέκδοση του δίσκου ως CD μια υποσημείωση λέει σχετικά: "Ο Μίνως Αμαριώτης είναι ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης". Δεύτερη φωνή κάνει η Χριστίνα Χρυσικάκη, που δεν είναι άλλη από τη Χριστίνα Μαραγκόζη.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΟΤΙΣ ΡΕΝΤΙΝΓΚ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο OTIS RΕDDING


SIGARETTES AND COFFE


It's early in the morning
About a quarter till three
I'm sittin' here talkin' with my baby
Over cigarettes and coffee, now
And to tell you that
Darling I've been so satisfied
Honey since I met you
Baby since I met you, ooh

All the places that I've been around
And all the good looking girls I've met
They just don't seem to fit in
Knowing this particularly sad, yeah

Butr it seemed so natural, darling
That you and I are here
Just talking over cigarettes and drinking coffee, ooh now

And whole my heart cries out
Love at last I've found you, ooh now
And honey won't you let me
Just be my whole life around you
And while I complete, I complete my whole life would be, yeah
If you would take things under consideration
And walk down this hour with me
And I would love it, yeah

People I say it's so early in the morning
Ou, it's a quarter till three
We're sittin' here talkin'
Over cigarettes and drinking coffee, now, lord
And I'll like to show you, well
I've known nothing but good old joy
Since I met you, darling
Honey since I've met you, baby yeah

I would love to have another drink of coffee, now
And please, darling, help me smoke this one more cigarette, now
I don't want no cream and sugar
'cause I've got you, now darling
But just let me enjoy
Help me to enjoy
This good time that we'll have, baby
It's so early, so early in the morning
So early, so early in the morning
And I've got you
And you've got me
And we'll have each other
And we don't, we don't want nothing but joy, y'all
Nothing but joy...


Τραγούδι του 1966.

ΠΛΗΓΕΣ


ΣΤΡΑΤΟΣ Κ. ΤΡΟΓΚΑΝΗΣ


ΤΟ ΠΑΠΑΚΙ


Κοιτώ το παπάκι που μου χάρισες,
πόσο σου μοιάζει!
Έχει το ύφος που έπαιρνες όταν σε πλήγωνα.
Με την ίδια ζωγραφισμένη απορία με κοιτά
και τώρα πληγώνει εμένα.


29/9/2007

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ ΤΗ "ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ"





ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Η ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΔΕ ΛΟΣ ΑΝΧΕΛΕΣ


Η VICTORIA DE LOS ÁNGELES ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ GIOACCHINO ROSSINI


UNA VOCE POCO FA


Una voce poco fa
Qui nel cor mi risuonò;
Il mio cor ferito è già,
E lindor fu che il piagò.
Sì, lindoro mio sarà;
Lo giurai, la vincerò.
Il tutor ricuserà,
Io l'ingegno aguzzerò.
Alla fin s'accheterà
E contenta io resterò.
Sì, lindoro mio sarà;
Lo giurai, la vincerò.
Io sono docile,
Son rispettosa,
Sono obbediente,
Dolce, amorosa;
Mi lascio reggere,
Mi fo guidar.
Ma se mi toccano
Dov'è il mio debole
Sarò una vipera
E cento trappole
Prima di cedere
Farò giocar.


Όπερα: Il barbiere di Siviglia.
BBC Telecast, 1962.

ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ!



Η ανάρτηση αφιερώνεται στον Αντώνη Τριφύλλη


ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΡΑΜΦΟΣ Ή ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ


Η πόλις εδραιώθηκε και στέκει
Μέσα στη δόξα της καθώς καθρέφτης του καιρού της
Οι μιναρέδες της λογχίζουνε και δρέπουν
Τα σύννεφα της ηδονής.

Η πόλις σκόρπισε τα δώρα της στο νάμα
Μιας εποχής που δεν μαραίνεται στον χρόνο
Μιας εποχής τρανής γαλανομάτας
Με ελιές της Καλαμάτας στα μαλλιά της.



Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Ενδοχώρα», Άγρα, Αθήνα 1997, σελ. 50.


Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Adriana Lima.

ΝΤΟΜΕΝΙΚΟ ΤΣΙΜΑΡΟΖΑ


DOMENICO CIMAROSA: CONCERTO PER OBOE

Όμποε: Σεργκέη Φινογέντωφ.
Διευθυντής Ορχήστρας: Ντμίτρη Ορλώφ.
Μόσχα Απρίλιος 2006.

ΕΝΑ ΚΛΑΣΙΚΟ ΤΑΝΓΚΟ


ΠΑΙΖΕΙ Η ORQUESTA TÍPICA VÍCTOR: EL CHOCLO (1929)

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

ΑΛΟΓΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΙΚΑΣΣΟ


              εις Παύλον Πικασσό


ο ταυρομάχος τώρα πλέον ζει στην Ελασσόνα
εις τη λιθόστρωτη πλατεία κάτω απ’ τα πλατάνια
κι ο καφφετζής αέναα πηγαινοέρχεται κι ανανεώνει
τον καφφέ στο φλυτζάνι και τον καπνό στον αργελέ του ταυρομάχου
ώς ότου να περάσουνε νοσταλγικά
της μέρας οι ώρες
και συναχτούν πουλιών μυριάδες
μέσ’ στις πυκνές τις φυλλωσιές των πλατανιώνε
όπου σημαίνει πως ο ήλιος δύει

τότε οι συνωμότες ένας ένας γλυστράνε στο σοκάκι
σιωπηλά ως πέφτει η νύχτα και βοηθά τους
απαρατήρητοι να συναχτούν κι αυτοί σαν
τα πουλιά
εκεί που θέλουν
και δακρυά βαρειά κυλούν από τα δόλια τους τα μάτια

και η μητέρα όπου ζητεί ν’ αναχαιτίση τους φασίστες
μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο κει που σιγομιλούν οι συνωμότες
και κρέμονται απ’ το ταβάνι πιπεριές για να στεγνώνουν
με τα ροζιάρικα τα χέρια που τα κοσμούν ροδάρια
βγάζει της λάμπας το γυαλί και την ανάφτει
και τα ροζιάρικα πάλιτα χέρια που τα λερώσαν τα πετρέλαια
ήσυχα ήσυχα τα σφουγγίζει στην ποδιά της

και καθώς είπαμε ότι ποθεί ν’ αναχαιτίση τους φονιάδες
παίρν’ η γριά τη λάμπα απ’ το τραπέζι
κι ανοίγει το παράθυρο με βιάση
κι όξω τεντώνει
―μέσ’ στη νύχτα―
τη χερούκλα που κρατά τη λάμπα

γριά μάνα! της φωνάζουν
πού την πας τη λάμπα;
όμως μέσ’ στα χωράφια της Αβίλας δες σαλέψαν
ύποπτες σκιές μ’ αυτόματα στην αμασκάλη
κι ως από μακρυά εφάνταζε σαν άστρο
το φως που είχε βγαλθή στο παραθύρι
άρχισαν λίγο λίγο ν’ αντηχούν κιθάρες

κι οι γύφτισσες επιάσαν να χορεύουν
με τις ωραίες λαγόνες και τα πολύχρωμα ανεμιζούμενα πλατειά φουστάνια
ενώ απ’ τα θερμά βαμμένα στόματά τους ίδια κραυγές πόνου
εξέφευγαν του τραγουδιού τα λόγια:
«θα σου πω τη μοναξιά μου με το Soleares»

κι οι majos λυσσάγαν πάνω στις κιθάρες
και τα φασιστικά καθάρματα πολυβολούσανε τα πλήθη
κι αυτές με τα μεταξωτά γοβάκια τους
―με τα ψηλά τακούνια―
χάμω ―πάνω στο καρντερίμι― τσαλαπατούσαν την καρδιά μου

τότες εγίνηκε «που να σου φύγη το καφάσι»
σαν ένας ταύρος κοκκινότριχος πετάχτηκε στη μέση
φλόγες καθώς του βγαίνανε απ’ τα ρουθούνια
κι οι μπαντερίλλιες τού βελόνιαζαν οδυνηρά το σβέρκο και την πλάτη

κι άρχισε δω και κει να κουτουλάη
να ξεκοιλιάζη
να λιανίζη σάρκες με τα κέρατά του
ψηλά στον αέρα να τινάζη
όσους χτυπούσε
και να σωριάζωνται βουνό κουφάρια ένα γύρο
αλόγων άνθρωπων
μέσ’ σε ποτάμια αίμα

(το σβέρκο και τη ράχη του οδυνηρά ΚΟΣΜΟΥΣΑΝ μπαντερίλλιες)

κι οι κόρες με τους ωραίους μαστούς ανάσκελα εξαπλωθήκαν χάμω
και μέσ’ στα ωραία μάτια τους δύανε
κι ανατέλλαν
ήλιοι



Από το βιβλίο: Νίκος Εγγονόπουλος, «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες», Ίκαρος, Αθήνα 1978.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΜΥΘΙΚΟΣ ΤΖΙΛΙ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο BENIAMINO GIGLI


MAMMA


Mamma, son tanto felice
perché ritorno da te.
La mia canzone ti dice
ch'è il più bel sogno per me!
Mamma son tanto felice...
Viver lontano perché?

Mamma, solo per te la mia canzone vola,
mamma, sarai con me, tu non sarai più sola!
Quanto ti voglio bene!
Queste parole d'amore che ti sospira il mio cuore
forse non s'usano più,
mamma!,
ma la canzone mia più bella sei tu!
Sei tu la vita
e per la vita non ti lascio mai più!

Sento la mano tua stanca:
cerca i miei riccioli d'or.
Sento, e la voce ti manca,
la ninna nanna d'allor.
Oggi la testa tua bianca
io voglio stringere al cuor.

Mamma, solo per te la mia canzone vola,
mamma, sarai con me, tu non sarai più sola!
Quanto ti voglio bene!
Queste parole d'amore che ti sospira il mio cuore
forse non s'usano più,
mamma!,
ma la canzone mia più bella sei tu!
Sei tu la vita
e per la vita non ti lascio mai più!
Mamma... mai più!


Τραγούδι του 1940.

ΦΙΛΙΠ ΝΤΕΠΟΡΤ!



PHILIPPE DESPORTES (1546-1606)


AMOUR EN MÊME INSTANT M’AIGUILLONE ET M’ARRÊTE


Amour en même instant m'aiguillonne et m'arrête,
M'assure et me fait peur, m'ard et me va glaçant,
Me pourchasse et me fuit, me rend faible et puissant,
Me fait victorieux et marche sur ma tête.

Ores bas, ores haut, jouet de la tempête,
Il va comme il lui plait mon navire élançant :
Je pense être échappé quand je suis périssant,
Et quand j'ai tout perdu, je chante ma conquête.

De ce qui plus me plait, je reçois déplaisir ;
Voulant trouver mon coeur, j'égare mon désir ;
J'adore une beauté qui m'est toute contraire ;

Je m'empêtre aux filets dont je me veux garder :
Et voyant en mon mal ce qui me peut aider,
Las! je l'approuve assez, mais je ne le puis faire.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η φίλη του μπλογκ κ. Anahi Gonzalez.

ΒΙΒΑ ΣΕΒΙΓΙΑ! ΚΑΜΑΡΟΝ ΔΕ ΛΑ ΙΛΑ ΚΑΙ ΠΑΚΟ ΔΕ ΛΟΥΘΙΑ


CAMARON DE LA ISLA & PACO DE LUCIA: BULERIAS

Ο ΒΙΝΙΤΣΙΟ ΚΑΠΟΣΕΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΕΝΑ ΙΤΑΛΙΚΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο VINICIO CAPOSSELA: REBETICO

ΤΟΚ ΤΟΚ


Ι. ΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ


Τ.Ο.Κ. (Ταχείες Οφθαλμικές Κινήσεις)


Αφυπνίζω το όνειρο
Αντηχεί σάρκινου,άχορδου οργάνου χτύπημα
την δρύινη πόρτα Ωθώ
την αναδεύουσα νυσταγμένη Ποθώ
φθάνω στου Ερέβους το βασίλειο
γυμνή κείτεται σε ρόδινα σεντόνια
Είχε προσφάτως λουστεί μου ψυθιρίζουν νωποί, προσφάτως αποτυπωμένοι καταρράκτες
Είχε προσφάτως κάνει έρωτα μου ψυθιρίζουν ανακατωμένα, τσαλακωμένα σεντόνια
Λαξευμένοι από ανασασμό ηδονής θαλάσσιοι βράχοι
Και φλοίσβος κυμάτων η ανάσα σου
Καυτή στο μάγουλο μου

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ!


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ


ΠΟΛΛΑΠΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ


Δεν φτάνει μία μόνο γλώσσα
για να χειρίζεσαι τα πράγματα
και πιο πολύ δεν φτάνει
για να κρατήσεις, να χάσεις έναν άνθρωπο.
Προπάντων δεν φτάνει μοναχή της
η γλώσσα του κορμιού στον έρωτα
χρειάζονται δύο και τρεις και παραπάνω
γλώσσες με λόγια, με σχέδια,
με χρώματα, με μουσική.
Γνωρίζουμε, ψηλαφούμε, γνωριζόμαστε
Μέσα σε κόσμους πολλαπλών γλωσσών.



Από την ποιητική συλογή «Η ηδονή των παρατάσεων» (1992).
Από το βιβλίο: Τίτος Πατρίκιος, «Ποιήματα, IV (1988-2002)», Κέδρος, Αθήνα 2007, σελ. 114.

ΕΝΑ ΚΛΑΣΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΑΛΑΒΡΕΖΙΚΗΣ ΝΤΡΑΝΓΚΕΤΑ


ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ LAMEZIA TERME : U LUPO D’ASPROMONTE

ΠΑΒΕΖΕ!



CESARE PAVESE


INCONTRO


Queste dure colline che han fatto il mio corpo
e lo scuotono a tanti ricordi, mi han schiuso il prodigio
di costei, che non sa che la vivo e non riesco a comprenderla.

L'ho incontrata, una sera: una macchia piú chiara
sotto le stelle ambigue, nella foschía d'estate.
Era intorno il sentore di queste colline
piú profondo dell'ombra, e d'un tratto suonò
come uscisse da queste colline, una voce più netta
e aspra insieme, una voce di tempi perduti.

Qualche volta la vedo, e mi vive dinanzi
definita, immutabile, come un ricordo.
Io non ho mai potuto afferrarla: la sua realtà
ogni volta mi sfugge e mi porta lontano.
Se sia bella, non so. Tra le donne è ben giovane:
mi sorprende, e pensarla, un ricordo remoto
dell'infanzia vissuta tra queste colline,
tanto è giovane. È come il mattino, Mi accenna negli occhi
tutti i cieli lontani di quei mattini remoti.
E ha negli occhi un proposito fermo: la luce piú netta
che abbia avuto mai l'alba su queste colline.

L'ho creata dal fondo di tutte le cose
che mi sono più care, e non riesco a comprenderla.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η φίλη του ιστολογίου κ. Vittoria Belvedere.

ΓΚΡΑΝ ΣΟΥΞΕ - Η ΛΟΥΛΑ!


ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΘΕΜΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ


ΛΟΥΛΑ


Ένα μπουκάλι με ουίσκι, δίχως παγάκια και νερό,
ξάπλωσε χάμω και τη βρίσκει, πρόβλημα έχει σοβαρό

Λούλα, Λούλα, πού είσαι Λούλα;
Λούλα, Λούλα, θα τρελαθώ.
Λούλα, Λούλα, πού είσαι Λούλα;
Λούλα, Λούλα, θα χαθώ!

Βγάζει τσιγάρο, το ανάβει, δαχτυλιδάκια του καπνού,
έπαθε το μυαλό του βλάβη, τού πήρε ο έρωτας το νου.

Λούλα, Λούλα, πού είσαι Λούλα;
Λούλα, Λούλα, θα τρελαθώ.
Λούλα, Λούλα, πού είσαι Λούλα;
Λούλα, Λούλα, θα χαθώ!

Έχει και μια φωτογραφία κιτρινισμένη απ’ τον καιρό,
είναι η Λούλα, η μαφία, τότε που ήτανε μωρό.

Λούλα, Λούλα, πού είσαι Λούλα;
Λούλα, Λούλα, θα τρελαθώ.
Λούλα, Λούλα, πού είσαι Λούλα;
Λούλα, Λούλα, θα χαθώ!


Μουσική & Στίχοι: Γιάννης Λογοθέτης.

ΒΟΑΣ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΑΒΕΑΣ


ΜΙΚΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ


Κι ήσουν έκεί
ανάμεσα σε τόσα αινίγματα
θαλασσωμένη
ηλιακή
χρονοβόρα
τροχιά ελλειπτική
βόας του απείρου
καράβι
χελιδόνι
μια γραμμή τρελή
στο φλοίσβο του ρυθμού
αργυροπράσινος
χορός.



Από το βιβλίο: Δημήτρης Νταβέας, «Τέσσερις ποιήσεις», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000, σελ. 66.

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΡΕΚΛΑ ΛΑΪΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Η ΚΟΡΗ


Δεν είχε τίποτ’ άλλο για ν’ αντισταθεί –δεκαοχτώ χρονώ
   κορίτσι–
μόνο δυό χέρια λιγνά, πολύ λιγνά, ένα φόρεμα μαύρο,
τη θύμηση από ’να ψωμί πολύ προσεχτικά μοιρασμένο
κι αυτό που λέγαμε «πατρίδα» κρυφά μιλημένο τις νύχτες.

Όταν την έριξαν μες στο σκοτάδι, δεν είχε φωνή να μιλήσει.
Τ’ άλλα κελλιά δεν την ακούσανε. Μονάχα το πουλί
   της Περσεφόνης
τής έφερε σ’ ένα μαντίλι λίγους σπόρους ροδιού· και τα παιδιά
τη ζωγραφίσαν στα μαθητικά τετράδιά τους, κάτω απ’ τη λάμπα,
μιά μικρή Παναγιά σε μιά καρέκλα λαϊκού καφενείου
με πολλά ψάρια και πουλιά στους ώμους και τα γόνατά της



Από την ποιητική συλλογή «Διάδρομος και σκάλα».
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 248.

Ο ΧΟΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΙΓΝΟΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑΡΑΝΤΕΛΛΑ



ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΟΙ LAMEZIA TERME ΚΑΙ Ο ΧΟΝΔΡΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΙΓΝΟ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΜΙΑ ΚΑΛΑΒΡΕΖΙΚΗ ΤΑΡΑΝΤΕΛΛΑ: DONNA TINTA

ΓΟΥΣΤΑΒΟ ΑΔΟΛΦΟ ΜΠΕΚΕΡ!




GUSTAVO ADOLFO BÉCQUER (1836-1870)


RIMA VIII


Cuando miro el azul horizonte
perderse a lo lejos,
al través de una gasa de polvo
dorado e inquieto,
me parece posible arrancarme
del mísero suelo
y flotar con la niebla dorada
en átomos leves
cual ella deshecho.

Cuando miro de noche en el fondo
oscuro del cielo
las estrellas temblar como ardientes
pupilas de fuego,
me parece posible a do brillan
subir en un vuelo
y anegarme en su luz, y con ellas
en lumbre encendido
fundirme en un beso.

En el mar de la duda en que bogo
ni aun sé lo que creo;
sin embargo estas ansias me dicen
que yo llevo algo
divino aquí dentro.



Το υλικό της ανάρτησης μάς το έστειλε η φίλη του μπογκ κ. Linda Vojtova.

Η ΚΑΚΟΓΛΩΣΣΙΑ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ (1961)


ΠΑΡΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΩ


ΠΑΡΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΩ πως είμαι μια διάφανη παρουσία
υπό τη σκέπη κάποιου αδιαφανούς Όντος
δεν τολμώ να ζήσω την απόλυτη περιπέτεια
της ποίησης

γιατί γνωρίζω πως
παρότι έχω γεννία καρδιά, παρότι το θηρίο μέσα μου ξυπνάει
πάλι τα νύχια μου θα μαραθούν από τη φαγούρα
της κακογλωσσιάς



Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Αραμπατζής, «Περί υψηλής ραπτικής καταιγίδων και καρφιών στα φέρετρα», Μανδραγόρας, Αθήνα 2005, σελ. 9.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η NUOVA COMPAGNIA DI CANTO POPOLARE


Η NUOVA COMPAGNIA DI CANTO POPOLARE ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ RAFFAELE VIVIANI: LA RUMBA DEGLI SCUGNIZZI

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΖΑΓΟΡΑΙΟΣ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΣΠΥΡΟΣ ΖΑΓΟΡΑΙΟΣ


ΕΝΤΕ ΛΑ ΜΑΓΚΕ ΝΤΕ ΒΟΤΑΝΙΚ


Έντε λα μαγκέ ντε Βοτανίκ,
άλα πι και φικ εξηγιέται
αλελεπτίκ.

Σταρ ντε μπουζουκέν
ντε καμπαρέν,
άλα ντε δικό μας ο καρέν.

Άντε α λα φουμέντο
και μαστουριόρε
με τε γκομενέτε ο ντεκέ
και οι αγγέλω πατημέντο,
φλόκο ντ' αργιλέ.

Έστε μάγκας, έστε μπελαλίκ,
λα ντε Βοτανικό ο πιό νταήκ
κι έντρεμεν
ντρε κάργα ντε μαγκέ
γιατί φτιαξάρε
στο μινούτο ντε δουλειέν.

Άντε α λα φουμέντο
και μαστουριόρε
με τε γκομενέτε ο ντεκέ
και οι αγγέλω πατημέντο,
φλόκο ντ' αργιλέ

Άντε α λα φουμέντο
και μαστουριόρε
με τε γκομενέτε ο ντεκέ
και οι αγγέλω πατημέντο,
φλόκο ντ' αργιλέ.

ΟΛΟΝΥΚΤΙΣ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΤΣΑΣ (1911-1969)


ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ




Aντεραστής ανάμεσά μας πλάγιασεν
ο ύπνος. Πήρε τα γλυκά μάτια
και τά ’κλεισε· πήρε το στόμα,
κι' έσβυσε το μειδίαμα και το φιλί.

Tην ξανθή κόμη χτένισαν τα ήσυχα νερά
της Λήθης, που παρέσυρε τ’ αγαπημένο σώμα
σ τον κόσμο των αστέρων και των σκιών.

Φίλτρα σιγής βιάζουν τα σφαλισμένα χείλη,
φωνές υπνόβιες τ’ αυτιά, και μέσ' στες φλέβες
ακούω τη βαθειά βοή του ταξιδιού.



Aνέδυσες απ' το βυθό του ύπνου
μ' αστέρια και κοχύλια μέσ' στα χέρια,
και μέσ' στα μάτια σου, τη σκοτεινή δροσιά
    των θαλασσών.

Kαθώς τ’ ανοίγεις, θέλω πρώτος να δεχθώ
το βλέμμα των·μήπως συλλάβω, προτού σβύσει,
το νόημα του κόσμου που σ' εκράτησεν
    ολονυκτίς.



Aπό το βιβλίο: Αλέξανδρος Μάτσας, « Ποιήματα 1930-1934», Κασταλία 1934.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

ΓΕΪΤΣ!


W.B. YEATS


FRIENDS


Now must I these three praise –
Three women that have wrought
What joy is in my days:
One because no thought,
Nor those unpassing cares,
No, not in these fifteen
Many-times-troubled years,
Could ever come between
Mind and delighted mind;
And one because her hand
Had strength that could unbind
What none can understand,
What none can have and thrive,
Youth’s dreamy load, till she
So changed me that I live
Labouring in ecstasy.
And what of her that took
All till my youth was gone
With scarce a pitying look?
How could I praise that one?
When day begins to break
I count my good and bad,
Being wakeful for her sake,
Remembering what she had,
What eagle looks still shows,
While up from my heart’s root
So great a sweetness flows
I shake from head to foot.


Το ποίημα μάς το έστειλε ο φίλτατος Σ.Η.